27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1922

 

27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1922

Η απαρχή μιας ακόμη τραγωδίας για το Θρακικό Ελληνισμό


Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ανθρώπου που τον βοηθάει στο να εξελίσσεται είναι ότι ξεχνάει εύκολα. Το χαρακτηριστικό αυτό του είναι σημαντικά χρήσιμο διότι αν βασανιζότανε συνεχώς από τις μνήμες όπως η απώλεια αγαπημένων και προσφιλών προσώπων, κακοτοπιές από την καθημερινότητα σίγουρα θα ήταν δυστυχισμένος και θα είχε προβλήματα στην ανάπτυξη του. Από την άλλη όμως δεν πρέπει να είμαστε αποκομμένοι από γεγονότα του παρελθόντος και ειδικά από τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ιστορία μας, τον πολιτισμό μας, τη γλώσσα μας την παράδοσή μας και με τους προγόνους μας. Για να διατηρηθεί αυτή η μνήμη το καλύτερο εργαστήριο είναι κατ αρχήν η οικογένεια και στη συνέχεια το σχολείο.

Θυμάμαι τον πατέρα μου Θεολόγο, αιωνία η μνήμη του, το τέταρτο παιδί του Ιωσήφ και της Βασιλικής, Πουπούλα την έλεγε ο παππούς μου, που αυτή τη χρονική περίοδο τη θυμότανε πολύ έντονα και σίγουρα όχι μόνο αυτός και με δάκρυα στα μάτια διηγούτανε τα γεγονότα του ξεριζωμού.

Ήτανε τότε 14 χρονών, το τέταρτο παιδί του Ιωσήφ και της Βασιλικής, ορφανός από μητέρα, θυμότανε πάρα πολύ καλά και μας έλεγε.

« Πέρασε το καλοκαίρι του 1922 και η σοδιά ήτανε μεγάλη. Το μπερέκετ πλούσιο. Γεμίσανε τα αμπάρια με όλα τα καλά. Αλλά ο κόσμος ήτανε ανήσυχος και φερότανε παράξενα. Έβλεπα τους μεγάλους στους καφενέδες και στο τσαρσί και τους άκουγα να λένε ότι δεν πάμε καλά, ο Θεός να βάλει το χέρι του. Η περιέργεια με έτρωγε. Ρώτησα τη θεία μου γιατί οι μπαρμπάδες λένε ότι δεν πάμε καλά ; Τότε με πήρε από το χέρι και μου είπε. Αχ αγορούδι μ’ τα πράγματα δεν πάνε καλά στον πόλεμο και θα μας διώξουν από τον τόπο μας. Θεός να βάλει το χέρι τ’ και να μας προστατέψει όλους και που θα αφήσουμε όλο αυτό το μπερέκετ. Έβλεπα τις γυναίκες στους μαχαλάδες που μόνη συζήτηση είχανε το τι θα απογίνουμε, που θα μας πάνε και που θα τα αφήσουμε όλα αυτά τα καλούδια. Οι δουλειές είχανε σταματήσει και όλοι μαζευότανε στους καφενέδες μπάς και μάθουν καινούργια μαντάτα. Δεν άργησαν να έρθουν.

Γίνκι διωγμός, θα φύβγουμ’ ταχιά και η καμπάνα της Καστάμπολης, σήμερα τη λένε Ορμανλή, άρχισε να χτυπάει καλώντας τους άντρες στην κοινότητα και όχι για να καλέσει τους Χριστιανούς στην Εκκλησία όπως χαρμόσυνα σήμαινε Χριστούγεννα και Πασχαλιές. Στην κοινότητα, ο παππούς της μάνας σου, ο Μουχτάρης Γιωργής Συρόπουλος μας είπε τα νέα. Ο μπαμπάς μου ο Ιωσήφ, μας μάζεψε όλα τα παιδιά, ο μεγαλύτερος, ο Θεοδόσης, είχε φύγει στην Αμερική, μας συμβούλεψε και αρχίσαμε να φορτώνουμε το κάρο. Τα άλογα, μια φοράδα γκρίζα με το πουλάρι της που ήτανε η αγάπη μου η μεγάλη, μας τα είχε πάρει πριν δεκαπέντε ημέρες ο Ελληνικός στρατός. Τα είδα τα ζωντανά πέντε ημέρες πριν φύγουμε, τα πηγαίνανε για πότισμα και τα περνούσαν μπροστά από το σπίτι. Ήμουν έξω εκείνη τη στιγμή. Ξέκοψαν και ήρθαν κοντά μου χλιμιντρίζοντας. Τα αγκάλιασα και τα χαιδεψα και θυμάμαι που η φοράδα δάκρυσε. Δεν τα ξαναείδα.

Τέτοιες θλιβερές εικόνες όλοι ζήσαμε και πώς να ξεχάσουμε τις διαταγές, ξεκινήστε, περάστε τα γεφύρια, φθάστε στα λιμάνια και γυρίστε στην ελεύθερη πατρίδα.

Όλοι μας αρχίσαμε να μαζεύουμε φορτώνοντας στα κάρα μας ότι θεωρούσαμε χρήσιμο τη στιγμή εκείνη και ξεκινήσαμε.. Η εικόνα της αποχώρησης και του ξεριζωμού δεν έσβησε ποτέ από τα μάτια μου και δεν θα σβήσει για όσο θα ζώ.. Ο παππούς σας, ο Ιωσήφ, πήρε το κλειδί του σπιτιού, το εικόνισμα της Παναγίας, το καντήλι, τα τύλιξε καλά και τα έβαλε μέσα σε ένα ταγάρι, κειμήλιο σήμερα στα χέρια μας η εικόνα και το βιβλίο της Καινής Διαθήκης που πήρε από το παρεκκλήσι του νεκροταφείου που πήγαμε όλοι μαζί για να χαιρετίσουμε για τελευταία φορά τη γυναίκα του και μάννα μας κυρά Βασιλική, Πουπούλα την έλεγε ο παππούς σας.»

‘ Έτσι όλοι οι Θρακιώτες ξεκινήσανε αφήνοντας πίσω τους χρυσαφένιους κάμπους και τις απέραντες κοιλάδες, τους θρακικούς δρυμώνες, τις λαγκαδιές και τα δάση τα απάτητα. Άφησαν το τρισχιλιόχρονο λίκνο του Ελληνισμού και της δισχιλιόχρονης Ρωμιοσύνης, όπου ανθοβολούσε η Ελληνική σκέψη και προκοπή. Άφησαν τους παμπάλαιους τάφους των προγόνων και τις εκκλησίες τους και πήραν μαζί τους το φως της ελεύθερης ψυχής τους, τη φλόγα των θερισμένων κάμπων, την απεραντοσύνη της ανατολής, τη σοφία των αιώνων της φυλής στις αιώνιες πολιτείες τους, τις πνοές των ακρογιαλιών. Έφυγαν με την ψυχή της πατρίδας τους, την ανάσα και την πνοή τους. Κι ο Θρακικός λαός σπαραγμένος από λύπη προχώρησε από κάθε δρόμο για την ελεύθερη πατρίδα. Άλλοι πέρασαν στην αντίπερα όχθη του Έβρου και άλλοι βγήκαν στα λιμάνια της Καβάλας, της Θεσσαλονίκης γιατί και στον προηγούμενο διωγμό οι περισσότεροι σ αυτούς τους τόπους είχαν έρθει.

Η Θράκη και η Μακεδονία τους αγκάλιασε, οι πλαγιές και οι κάμποι μοσχομύρισαν από το άνθισμα τους και τους καρπούς που έφερε η καλλιέργεια τους από τους νέους αυτούς κατοίκους. Ημέρεψε ο τόπος και φυτεύτηκε από νέους οικισμούς όπως, τα Νέα Μάλγαρα, οι Σαράντα Εκκλησιές, η Νέα Μάδυτος, η Νέα Αγχίαλος, η Νεα Τυρολόη, η Νέα Πέραμος, η Νέα Καλικράτεια το Σκούταρι, η Νεα Πέτρα και τόσες άλλες πολιτείες και χωριά που ξεπετάχτηκαν στους τόπους εγκατάστασής των προσφύγων με τα αξέχαστα ονόματα των αλησμόνητων πατρίδων.

Και γίνανε δέντρα μεγάλα……… ξανάβγαλαν κλαριά και φύλλα της ελπίδας πράσινα κι επάνω στα κλαριά τους, σαν τα πουλιά, κελαηδούν και θα συνεχίσουν να κελαηδούν ακόμη τα παιδιά τους, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη γενιά της προσφυγιάς. Γενιές που πρόκοψαν γιατί γνώριζαν και γνωρίζουν τι θα πει τιμή, τι θα πει αρχοντιά, τι θα πει σεβασμός και προπαντός πίστη και αγώνας.

Γίνανε δέντρα μεγάλα, στον ίσκιο τους αναστήθηκε ο λαϊκός πολιτισμός των αλησμόνητων πατρίδων, ο χορός και ξανάνθισε και συνεχίζει να

ανθεί το χαμόγελο στα χείλη τους.

Άλλωστε πέρασαν 85 ολόκληρα χρόνια από εκείνη τη μαύρη χρονιά για ολόκληρο τον Ελληνισμό και θα περάσουν κι άλλα…. Κι άλλα 85… κι άλλα 85. Μα αυτά τα δέντρα δε θα ξεχάσουν ποτέ, μα ποτέ πως η ρίζα τους είναι απέναντι και προσπαθούν να την θυμούνται με το μέτρο της φλόγας του κεριού όπως λέει και ο Σεφέρης, τη φλόγα εκείνη που όταν θυμάται καίει αλλά κι όταν δεν θυμάται καθόλου σβήνει.


Από το αρχείο του κ. Ελευθερίου Θ. Χατζόπουλου

Πρόεδρου της ΠΟ.Θ.Σ.