ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Φιλική Εταιρεία

 

Ο όρκος, ελαιογραφία του Δ. Τσόκου (1849).

Στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου επαναστατικός πυρετός διακατέχει την Ευρώπη, κυρίως ενάντια στην ανθρώπινη εκμετάλλευση και τη μοναρχία. Η Γαλλική Επανάσταση (1789) άναψε φωτιά στις ανθρώπινες καρδιές και έδωσε το έναυσμα για τον ξεσηκωμό στην Ισπανία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Με κεντρικό σύνθημα το τρίπτυχο «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα», οι Γάλλοι ξεσηκώθηκαν . Στην Ελλάδα το βάρος της προετοιμασίας της επανάστασης αναλαμβάνει η Φιλική Εταιρεία.

 

Έμβλημα της Φιλικής Εταιρείας

 

Γενικά

Η Φιλική Εταιρεία ιδρύεται το 1814 στην Οδησσό, από τον Εμμανουήλ Ξάνθο, το Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ. Στόχος της είναι η προετοιμασία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.Η Φιλική εταιρεία οργανώνεται με μεγάλη μυστικότητα. Οι φιλικοί μυούνται στην Εταιρεία με μυστικό όρκο και επικοινωνούν με κώδικες, ψευδώνυμα και συνθηματικές λέξεις.

 

 

Τα πρώτα βήματα

Η Eλληνική Επανάσταση του 1821 δεν εμφανίστηκε ως κεραυνός εν αιθρία. Αντίθετα, ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιων διεργασιών σε ιδεολογικό και οικονομικό επίπεδο. Οι διεργασίες αυτές αντικατοπτρίζονται στο κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού (1750-1821) που φιλοδοξούσε να προετοιμάσει το έδαφος για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Στα πλαίσιά του φωτεινές μορφές θα επιχειρήσουν να μεταλαμπαδεύσουν στο υπόλοιπο γένος τις φιλελεύθερες ιδέες της εποχής και να το μορφώσουν, προκειμένου να ξεσηκωθεί και να διεκδικήσει τα δίκαιά του. Έτσι, κόντρα στο κατεστημένο -τους κοτζαμπάσηδες, τους Φαναριώτες κ.λπ. - εμφανίζονται κυρίως οι διανοούμενοι και οι έμποροι των κέντρων του παροικιακού ελληνισμού, τους οποίους θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως διαμορφούμενη αστική τάξη.

 

Ο αέρας ελευθερίας πoυ είχε ξεσηκωθεί στην Ευρώπη διέπνεε κάθε πρωτοποριακό πνεύμα και τότε ήταν που ο Ρήγας Φεραίος οραματιζόταν τη «Βαλκανική Ομοσπονδία», την ειρηνική συνύπαρξη όλων των Βαλκάνιων λαών. Η παράδοσή του στους Τούρκους, όσο και να πλήγωσε κάθε σκεπτόμενο Έλληνα, ταυτόχρονα χαλύβδωσε τη θέληση για λευτεριά και άνοιξε τα μονοπάτια για τη Φιλική Εταιρεία.

 

Το 1809 ιδρύεται στο Παρίσι το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» από τον Θεσσαλό λόγιο Γρηγόριο Σαλύκη, ενώ ανάμεσα στα μέλη του είναι και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, μετέπειτα ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Συγκροτείται τυπικά ως εταιρεία μελέτης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, στην ουσία όμως σκοπός είναι η απελευθέρωση της Ελλάδας και προς αυτήν την κατεύθυνση γίνονται όλες οι κινήσεις. Για την παράνομη δράση της η οργάνωση υιοθετεί τους κανόνες των Καρμπονάρων και των Ελευθεροτεκτόνων, ενώ τα μέλη της δεσμεύονται με όρκο και φέρουν ως αναγνωριστικό ένα χρυσό δακτυλίδι με τα αρχικά Φ.Ε.Δ.Α. (Φιλικός Ελληνικός Δεσμός Άλυτος). Από το 1815, όμως, άρχισε να παρακμάζει, καθώς η συντριβή του Ναπολέοντα έσβησε όποια όνειρα είχαν να τους βοηθήσει. Μια δεύτερη προσπάθεια ξεκίνησε στην Αθήνα, με την έμμεση υποστήριξη της Αγγλίας, το 1813. Ιδρύθηκε τότε η «Φiλόμουσος Εταιρεία», με κεντρικό σκοπό την καλλιέργεια του ελληνικού πνεύματος των νέων, την έκδοση βιβλίων, τη βοήθεια φτωχών σπουδαστών κ.λπ. Μόνο που αυτή η οργάνωση ποτέ δεν απέκτησε λαϊκό έρεισμα, καθώς κινείτο σε κύκλους λογίων και διπλωματών.

 

Νικόλαος Σκουφάς, Εμμανουήλ Ξάνθος, Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας

Στα πλαίσια του διακαούς πόθου για αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και με σαφή την επίδραση των μυστικών εταιρειών της Ευρώπης, συναντιούνται το 1814 στην Οδησσό τρεις Έλληνες και αποφασίζουν τη σύσταση μιας αυστηρά συνομωτικής οργάνωσης, η οποία θα προετοίμαζε τον ξεσηκωμό όλων των Ελλήνων. Πρόκειται για τον Νικόλαο Σκουφά, 35 χρόνων, από το Κομπότι της Άρτας, τον Εμμανουήλ Ξάνθο, 42 χρόνων, από την Πάτμο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, 26 χρόνων, από τα Γιάννενα . Και οι τρεις έχουν ήδη γίνει κοινωνοί των επαναστατικών ιδεών και του εταιρισμoύ. Ο Σκουφάς είχε ιδιαίτερες επαφές με τον Κωνσταντίνο Ράδο, ο οποίος ήταν μυημένος στον Καρμποναρισμό. Ο Ξάνθος είχε μυηθεί σε τεκτονική Στοά της Λευκάδας («Εταιρεία των Ελεύθερων Κτιστών», της Αγίας Μαύρας), ενώ ο Τσακάλωφ είχε υπάρξει ιδρυτικό μέλος του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου.

 

απελευθέρωσιν του Ελληνικού Έθνους και της Πατρίδoς μας», όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Ξάνθος. Και σημειώνει στα «Aπομνημονεύματά» του: ..δια να ενεργήσωσι μόνοι των ό,τι ματαίως από πολλού χρόνου ήλπιζον από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων».

 

Η πορεία ανάπτυξης της Φιλικής είναι εντυπωσιακή. Το διάστημα 1814-1816 τα μέλη της αριθμούν περίπου 20. Ως τα μέσα του 1817 αναπτύσσεται κυρίως μεταξύ των Ελλήνων της Ρωσίας και της Μολδοβλαχίας, αλλά και πάλι τα μέλη της δεν υπερβαίνουν τα 30. Όμως, από το 1818 σημειώνονται αθρόες μυήσεις. Κατά το 1820 εξαπλώνεται σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας και τις περισσότερες ελληνικές παροικίες του εξωτερικού. Χιλιάδες υπολογίζονται οι μυημένοι, μολονότι είναι γνωστά μόνο 1096 ονόματα. Τους πρώτους μήνες του 1821 τα μέλη της αριθμούν δεκάδες χιλιάδες. Η οργάνωση είχε υπερβεί τα ίδια της τα όρια.

 

Στις γραμμές της συσπειρώνονται κυρίως έμποροι και μικροαστοί, αλλά και Φαναριώτες και κοτζαμπάσηδες και κληρικοί, πρόσωπα που θα διαδραματίσουν αγωνιστικό ρόλο (θετικό ή αρνητικό) στον αγώνα για την ανεξαρτησία, όπως οι οπλαρχηγοί Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Αναγνωσταράς, ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), οι Φαναριώτες Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Νέγρης, οι μεγαλοκαραβοκύρηδες Κουντουριώτηδες, οι μεγαλοκoτζαμπάσηδες Ζαΐμης, Λόντος, Νοταράς, ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός κ.ά.

 

Η όλη διάρθρωση της Φιλικής Εταιρείας στηρίχθηκε στα οργανωτικά πρότυπα των Καρμπονάρων και των Ελευθεροτεκτόνων. Η ηγετική της ομάδα αποκαλείτο «η Αόρατος Αρχή» και περιβλήθηκε από την πρώτη στιγμή με τέτοια μυστική αίγλη, ώστε να πιστεύεται ότι συμμετείχαν σε αυτήν πολλές σημαντικές προσωπικότητες, όχι μόνον Έλληνες μα και ξένοι, όπως ο τσάρος Αλέξανδρος Α' της Ρωσίας. Στην πραγματικότητα, τον πρώτο καιρό ήταν μόνο οι τρεις ιδρυτές της. Κατόπιν, από το 1815 έως το 1818, προστέθηκαν άλλοι πέντε και μετά το θάνατο του Σκουφά προστέθηκαν άλλοι τρεις. Το 1818 η Αόρατη Αρχή μετονομάστηκε σε «Αρχή των Δώδεκα Αποστόλων» και κάθε Απόστολος επωμίστηκε την ευθύνη μιας μεγάλης περιφέρειας.

 

Η όλη δομή ήταν πυραμιδοειδής και στην κορυφή δέσποζε η «Αόρατος Αρχή». Κανείς δε γνώριζε ούτε είχε δικαίωμα να ρωτήσει ποιοι την αποτελούσαν. Οι εντολές της εκτελούνταν ασυζητητί, ενώ τα μέλη δεν είχαν δικαίωμα να λαμβάνουν αποφάσεις. Η Εταιρεία αποκαλείτο «Ναός» και είχε τέσσερις βαθμίδες μύησης: α) οι αδελφοποιητοί ή βλάμηδες, β) οι συστημένοι, γ) οι ιερείς και δ) οι ποιμένες. Οι Ιερείς ήταν επιφορτισμένοι με το έργο της μύησης στους δύο πρώτους βαθμούς. Όταν ο Ιερέας πλησίαζε κάποιον, σιγουρευόταν για τη φιλοπατρία του και τον κατηχούσε πλάγια στους σκοπούς της εταιρείας, οπότε το τελευταίο στάδιο ήταν να ορκιστεί.

 

Τότε τον πήγαινε σε κάποιον κληρικό -κάτι καθόλου εύκολο αν ο ιερέας δεν ήταν ήδη μυημένος. Πήγαινε και εύρισκε τον ιερέα και του έλεγε ότι ήθελε να ορκίσει κάποιον για προσωπική τους υπόθεση, προκειμένου να διαπιστώσει ότι λέει την αλήθεια. Ο κληρικός φορούσε το πετραχήλι και έπαιρνε το Ευαγγέλιο, οπότε ο κατηχητής έπαιρνε παράμερα τον υποψήφιο και του υπαγόρευε ψιθυριστά τον «μικρό όρκο», τον οποίο έπρεπε να τον επαναλαμβάνει ο κατηχούμενος χαμηλόφωνα τρεις φορές.

 

«Ορκίζομαι εις το όνομα της αληθείας και της δικαιοσύνης, ενώπιον του Υπερτάτου Όντος, να φυλάξω, θυσιάζων και την ιδίαν μου ζωήν, υποφέρων και τα πλέον σκληρά βάσανα το μυστήριον, το οποίον θα μου εξηγηθεί και ότι θα αποκριθώ την αλήθειαν εις ό,τι ερωτηθώ».

 

Όταν γινόταν αυτό, τότε ο κατηχητής πλησίαζε τον υποψήφιο στον ιερέα και τον ρωτούσε:

 

«Είναι αληθινά, αδελφέ, αυτά που μου επανέλαβες τρεις φορές;»

 

«Ειναι και θα είναι αληθινά και για την ασφάλειά τους ορκίζομαι στο Ευαγγέλιο», απαντούσε ο υποψήφιος. Την ίδια περίπου ερώτηση, έκανε και ο κληρικός και αφού έπαιρνε καταφατική απάντηση, τον όρκιζε στο Ευαγγέλιο, δίχως να γνωρίζει την ουσία της υπόθεσης».

 

Από εκεί και μετά ο μυούμενος θεωρείτο νεοφώτιστο μέλος της Εταιρείας, ήταν δηλαδή Βλάμης, με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις. Ο Φιλικός με το βαθμό του Ιερέα είχε αμέσως την υποχρέωση να του δείξει όλα τα σημάδια αναγνώρισης μεταξύ των Βλάμηδων. Τόσο οι Βλάμηδες όσο και οι Συστημένοι αγνοούσαν τους επαναστατικούς σκοπούς της οργάνωσης. Ήξεραν μόνο πως υπήρχε μια Εταιρεία που πασχίζει για το γενικό καλό του έθνους, η οποία συμπεριελάμβανε στους κόλπους της και σημαντικά πρόσωπα. Κάτι τέτοιο διαδιδόταν σκόπιμα, για να τονώνεται το ηθικό των μελών αφενός και αφετέρου για να γίνεται ευκολότερα ο προσηλυτισμός.Βρατσάνος Ο Βρατσάνος υπήρξε μεγάλος μπουρλοτιέρης και ναύαρχος, κατέστρεψε πολλά πλοία των Τούρκων και βοήθησε σημαντικά στην απελευθέρωση της πατρίδας μας.

 

Γεώργιος Γεννάδιος Ο Γεώργιος Γεννάδιος, λόγιος και δάσκαλος του Γένους, υπήρξε σπουδαίο παράδειγμα εκπαιδευτικού παράγοντα του 19ου αιώνα. Κατάφερε όχι μόνο να μεταβιβάσει γνώσεις στους μαθητές του, αλλά και να τους εξοικειώσει με το βαθύτερο νόημα της κλασικής παιδείας οδηγώντας τους στη βίωση των ιδανικών της ελευθερίας και της εθνικής αποκατάστασης. Ηπειρώτης, γεννημένος όμως στα 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης. Διδάχθηκε τα κοινά γράμματα στον τόπο καταγωγής του, στα Δολιανά του Ζαγορίου, και επέστρεψε στα Ιωάννινα, όπου άρχισε το δεύτερο κύκλο των σπουδών του. Τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ολοκλήρωσε στο Βουκουρέστι με δάσκαλο τον Λάμπρο Φωτιάδη. Το 1829 ο Καποδίστριας του αναθέτει τη συγκρότηση της δημόσιας εκπαίδευσης και στο πρόσωπο του βρίσκει έναν πολύτιμο συνεργάτη. Σε αυτόν οφείλεται η οργάνωση του Κεντρικού Σχολείου της Αίγινας, του οποίου υπήρξε και Διευθυντής. Από το 1835 μέχρι το θάνατό του υπηρέτησε ως Γυμνασιάρχης στο Α` Γυμνάσιο Αθηνών, εποπτεύοντας παράλληλα και το αντίστοιχο ελληνικό σχολείο. Το 1854 πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας χολέρας.

 

`Ανθιμος Γαζής Ο μεγάλος ρασοφόρος και αγωνιστής `Ανθιμος Γαζής πιστοποίησε με τους αγώνες του , την προσφορά της Εκκλησίας, στην υπόθεση της απελευθέρωσης του έθνους και απέδειξε περίτρανα την συμβολή της ορθοδοξίας στον αγώνα για την ανεξαρτησία . Με τα κηρύγματά του παρότρυνε τους Έλληνες να εξεγερθούν εναντίον των Τούρκων.

 

Ιωνάς Κωνσταντινίδης Ο Ιωνάς Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στους Άνω Λουσούς των Καλαβρύτων το 1764/65 και εκάρη μοναχός στην Ι. Μονή του Μ. Σπηλαίου. Το 1801 χειροτονήθηκε επίσκοπος Δαμαλών (τ. δήμου Τροιζηνίας). Πολύ νωρίς μυήθηκε στα της Φιλικής Εταιρείας. Με την κήρυξη της Επανάστασης βρέθηκε έτοιμος για να λάβει ενεργό μέρος στην πολιορκία της Κορίνθου και του φρουρίου της. Μπήκε με τον Κολοκοτρώνη στην Ακροκόρινθο ευλογώντας τα ελληνικά στρατεύματα που κατέλαβαν το φρούριο. Το 1825 τιμήθηκε με το αξίωμα του μινίστρου (Υπουργού) της Θρησκείας.

 

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης Ο Πετρόπμεης Μαυρομιχάλης ηγεμόνευσε στη Μάνη από το 1815 ως το 1821. Είναι ο τελευταίος κι ο πιο σπουδαίος μπέης της Μάνης. Με τον Πετρόμπεη κλείνει το κεφάλαιο της δουλείας του Γένους. Η Μάνη θα βρεθεί όπως πάντοτε πρώτη στις επάλξεις του αγώνα της εθνεγερσίας. Ο Πετρόμπεης έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην προπαρασκευή και στη διεξαγωγή της Επανάστασης του 1821. Η ανάδειξη του στο μπεηλίκι οφείλεται στον Σουκιούρ μπέη. Η δραστηριότητα όμως του Πέτρου Μαυρομιχάλη ως καπετάνιου της Μέσα Μάνης -ήταν ο πρώτος καπετάνιος της- αρχίζει είκοσι χρόνια πριν.

 

Νικηταράς Νικηταράς (Νικήτας Σταματελόπουλος) γεννήθηκε στην Αναστασίτσα Αρκαδίας το 1782, από τον Σταματέλο Τουρκολέκα και την Σοφία Καρούτσου, που ήταν αδερφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο χωρίο του πατέρα του, αλλά σε ηλικία ένδεκα χρόνων ακολούθησε τον πατέρα του, που ήταν κλέφτης. Στη συνέχεια εντάχθηκε ως "μπουλουξής" στο σώμα του περιώνυμου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιστιώτη, όπου διακρίθηκε για την ανδρεία του και τα σωματικά του χαρίσματα. Στις 18 Οκτωβρίου 1818, ενώ βρίσκονταν στην Καλαμάτα μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Η. Χρυσοσπάθη. Για ένα διάστημα μαζί με τον Αναγνωσταρά και τον Δ. Πλαπούτα περιόδευε την Πελοπόννησο για τους σκοπούς της Εταιρείας. Στις 23 Μαρτίου μπήκε στην Καλαμάτα μαζί με άλλους στρατιωτικούς αρχηγούς. 'Υστερα από αυτό κατευθύνθηκε προς την Τριπολιστά και στις 12-13 Μαΐου πήρε μέρος στη μεγάλη μάχη του Βαλτετσίου Αρκαδίας, επικεφαλής 800 αγωνιστών. Αποφασιστική όμως ήταν η συμβολή του στη νίκη των Ελλήνων στα Δολιανά, όπου, ενώ κατευθυνόταν στον Ναύπλιο, με 150 μόλις αγωνιστές αντιμετώπισε πολλαπλάσιους (περί τους 6000) Τούρκους με επικεφαλή τον Κεχαγιάμπεη. Η φθορά που προκάλεσε στον εχθρό ήταν τόσο εντυπωσιακή ώστε από τότε ονομάστηκε Τουρκοφάγος και προήχθη σε στρατηγό.

 

Γεωργάκης Ολύμπιος Ο Γεωργάκης Ολύμπιος γεννήθηκε τη 14η Μαρτίου 1772, στο Λιβάδι. Καταγόταν από τη μεγάλη οικογένεια των αρματολών Λαζαίων. Ο πατέρας του ονομαζόταν Νικόλαος και η μητέρα του Νικολέτα. Εκεί έμεινε ως τα 25 χρόνια του. Το πατρικό του σπίτι σώζεται ως σήμερα και ένα τμήμα του έγινε μουσείο με το όνομά του. Πίστεψε με πάθος στην ελευθερία, στη Μεγάλη Ιδέα και στην αδελφική συνεργασία των χριστιανικών λαών της Βαλκανικής χερσονήσου, την οποία προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις να καλλιεργήσει για μια κοινή εναντίον του κατακτητή δράση, αλλά δυστυχώς οι λαοί αυτοί ήταν ανώριμοι να κατανοήσουν την επιταγή της ιστορίας, την εποχή εκείνη και εγκατέλειψαν τον αγώνα. Συνδέθηκε με στενή φιλία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος, όταν αποφασίζει να κάνει έναρξη του αγώνα στον Προύθο, στις 22 Φεβρουαρίου 1821, διορίζει αρχιστράτηγο τον Ολύμπιο. Στο Γενικό Βουλευτήριο, με πρόεδρο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο Ολύμπιος είναι ένα από τα οχτώ μέλη του.Τα κατορθώματα του Γεωργάκη Ολυμπίου και η θυσία του συγκίνησε ολόκληρο τον ελληνισμό και λαϊκοί ραψωδοί εξύμνησαν τον ηρωισμό του.



H ανάληψη της ηγεσίας από τον Aλέξανδρο Yψηλάντη συνδέεται με τη διαμόρφωση σχεδίου για την έναρξη της Επανάστασης. Kατά τη διάρκεια του 1820 το σχέδιο τροποποιήθηκε αρκετές φορές σε μεγάλο βαθμό, γιατί η διεύρυνση της Eταιρείας και η στρατολόγηση εθελοντών είχε δημιουργήσει υποψίες για τη δράση της και είχαν πραγματοποιηθεί συλλήψεις ορισμένων μελών. Έτσι, στις αρχές του 1821 επισπεύτηκε η έναρξη της Eπανάστασης, η οποία φαίνεται ότι προβλεπόταν να ξεκινήσει σχεδόν ταυτόχρονα σε τρεις διαφορετικές περιοχές: στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, στο Mοριά και στην Kωνσταντινούπολη.

 

Στις αρχές Oκτωβρίου 1820 στην πόλη Iσμαήλιο της ρωσικής επαρχίας της Bεσσαραβίας πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση μελών της Eταιρείας ύστερα από πρωτοβουλία του Aλ. Yψηλάντη. Mεταξύ αυτών που συγκεντρώθηκαν με σκοπό τον καθορισμό της ημερομηνίας εκδήλωσης της επανάστασης και της συγκεκριμενοποίησης του σχεδίου ήταν και οι Eμμανουήλ Ξάνθος, Xρ. Περαιβός και Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Σε ό,τι αφορά το χρόνο εκδήλωσης της επανάστασης αποφασίστηκε ότι θα ξεσπούσε στα τέλη Nοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου στην Πελοπόννησο, στην οποία θα μετέβαινε ο Aλ. Yψηλάντης με πλοίο από την Tεργέστη. Λίγες μέρες νωρίτερα θα είχε εκδηλωθεί κίνημα και στη Mολδοβλαχία. Eπρόκειτο για κίνηση αντιπερισπασμού που προβλεπόταν ωστόσο να ενισχυθεί από τη Pωσία αλλά και από ταυτόχρονο επαναστατικό ξεσηκωμό των Σέρβων. Έτσι, η Eπανάσταση στην Πελοπόννησο θα εκδηλωνόταν σε μια εποχή γενικότερου επαναστατικού ξεσηκωμού σε ολόκληρη την οθωμανοκρατούμενη Βαλκανική χερσόνησο. Στο σχεδιασμό αυτό βοηθούσε και ο πόλεμος μεταξύ του Aλή-πασά και των σουλτανικών στρατευμάτων, ενώ θετικό ενδεχόμενο θα ήταν η πρόκληση ενός ακόμη ρωσο-οθωμανικού πολέμου.

 

…. ΄Ηρθε το παιδί εις Άρτα κατηχημένο, ορκίζει τον πατέρα του και φεύγει οπίσω. Ο πατέρας του θέλει να βάλη κι΄ εμένα εις το μυστήριον. Παίρνει να μ΄ ορκίση και πάλι μετανογούσε και αυτό μου τόκαμε πολλές φορές. Τότε και εγώ, πείσμωσα αναντίον του και του λέγω. «Σου πέρασε υποψία ότ΄ είμαι άτιμος του σπιτιού σου και ντρέπεσαι να μου το ειπής; Και όντως είμαι άτιμος αν ματαπατήσω εις την πόρτα σου». Και σηκώθηκα και έφυγα. Φωνάζει ο παπάς, εγώ δεν ματαγύρισα οπίσω. Πέρασαν δυο τρεις ήμέρες, ήρθε ξαναήρθε, δεν ματαζύγωσα.

Αφού ήρθε πολλές φορές, με δάκρυα, εις τα μάτια μου τ΄ αποκρίθηκα. «Δια μένα να σου περάση κακή ιδέα, το παιδί σου;» Έκλαψε και αυτός και με περικάλεσε να πάμε μαζί και ύστερα να μη ματαπάγω, σαν μου ξηηθή. Πήγα. Κατεβάζει τις εικόνες όλες και μ΄ ορκίζει και αρχινάγει να με βάλει εις το μυστήριον. Αφού προχώρεσε, τότε τ΄ ορκίστηκα ότι δεν θα το μαρτυρήσω κανενού. Όμως να μου δώση καιρόν οχτώ ημέρες να συλλογιστώ αν είμαι άξιος δι΄ αυτό το μυστήριον, και αν μπορώ να οφελήσω, να το λάβω, ή να κάτζω. Είναι σα να μην το ξέρω ολότελα. Πήγα στοχάστηκα και τάβαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και κιντύνους και αγώνες - θα τα πάθω δια την λευτερίαν της πατρίδος μου και της θρησκείας μου. Πήγα και του είπα. «Είμαι άξιος». Του φίλησα το χέρι, ορκίστηκα. Τον περικάλεσα να μη μου μαρτυρήση τα σημεία της κατήχησης, ότ΄ είμαι νέος και να μην αντέσω και λυπηθώ την ζωή μου και προδώσω το μυστήριον και κιντυνέψη η πατρίς. Συμφωνήσαμεν και εις αυτό και μου είπε ότι όθεν δουλέψω, χρήματα…… και κατάχρησες δεν μπορώ να κάμω, όμως να παίρνω από ΄να αποδειχτικόν, αυτά τα πλούτη να κάνω. Και η ευκή του παπά του ευλογημένου και της πατρίδος μου και θρησκείας μου, ως την σήμερον δεν μ΄ άφησε ο Θεός να ντροπιαστώ.

Οι lερείς και οι ποιμένες

Από τη μυητική βαθμίδα των Συστημένων αναδεικνύονταν όσοι επρόκειτο να περάσουν στην επόμενη, εκείνη των Ιερέων. Προηγείτο λεπτομερής παρακολούθηση του χαρακτήρα τους και δοκιμαζόταν ο βαθμός αφοσίωσής τους στην υπόθεση της ελευθερίας. Όποιος κρινόταν ώριμος να προχωρήσει στο βαθμό του Ιερέα, τον αναλάμβανε ο μυητής. Kατ' αρχάς διεξαγόταν ένας σημαντικός διάλογος ανάμεσά τους, κατά τη διάρκεια του οποίου ο μυητής του έθετε καίριες ερωτήσεις για τη σχέση του με τη Φιλική Εταιρεία, για το ότι μπορούσε να χάσει και τη ζωή του για τα ιδεώδη της, για το πόσο αισθανόταν έτοιμoς και ικανός να προχωρήσει. Εάν οι απαντήσεις ήταν ικανοποιητικές, του ανακοίνωνε ότι επρόκειτο να περάσει στη βαθμίδα τωv Ιερέων και χώριζαν για να ξανασυναντηθούν την επόμενη νύχτα.

Ο υποψήφιος έφερνε ένα μικρό κίτρινο κερί που του είχε ζητηθεί από πριν και πήγαιναν σ' ενα ασφαλές σπίτι Εκεί ο μυητής έπαιρνε ένα εικονισμα και το έστηνε στο τραπέζι. Μπροστά από το εικόνισμα άναβαν το κερί. Μέσα στην επιβλητική ατμόσφαιρα του μισοσκόταδου ο μυητής τον ρωτούσε με επισημότητα για τελευταία φορά:

 

«Μήπως δεν στοχάζεσαι τον εαυτόν σου εις αρκετήν δύναμην; Έχεις ακόμη καιρό να παραιτηθείς.. Aπό τον δεσμόν όπου εμβαίνεις μoνoν o θάνατος θα ημπορεί να σε λυτρώσει! Σε ολίγoν κάθε μεταμέλειά σου θα είναι ασυγχώρητος!»

 

«Το εστοχάστηκα και στέργω», έπρεπε να είναι η απάντηση που αναμενόταν από τον υποψήφιο και εάν την έδινε, τότε συνεχιζόταν η μυητική διαδικασία.

 

Αμέσως μετά ο μυητής έπαιρνε το κερί και το έδινε στον υποψήφιο που το κρατούσε με το αριστερό χέρι, ενώ γoνάτιζαν και οι δύο, έκαναν το σταυρό τους και ασπάζονταν την εικονα. Σε αυτή τη θέση ο μυητης διάβαζε το «τον μεγάλο όρκο" και ο μυούμενος τον επαναλάμβανε με κάθε σεβασμό της ιερής εκείνης στιγμης. Με το πέρας του όρκου ο μυητής ακουμπούσε το δεξί του χέρι στον ώμο του μυούμενου και δήλωνε με κάθε επισημότητα:

 

«Ενώπιον του αοράτου και πανταχου παρόντος αληθινού Θεού,. του καθ' αυτό δικαίου, του εκδικούντος την παράβασιν και παιδεύοντος την κακίαν, καθιερώνω κατά τους κανόνας της Φιλικής Εταιρείας τον (ονοματεπώνυμο) εκ πατρίδος (τόπος καταγωγής), ετών (ηλικία) και επαγγέλματος (τάδε) και δέχομαι τούτον ιερέα, καθώς εδέχθην τούτον εις την Εταιρείαν των Φιλικών».

 

Tο κερί έσβηνε και φυλασσόταν ευλαβικά, ενώ από εκείνη τη στιγμή ο μυημένος ήταν Ιερέας της Φιλικής. Την επόμενη μέρα του δείχνονταν τα σημάδια αναγνώρισης. Την τρίτη ημέρα έπρεπε να αποστηθίσει τον μυστικό κώδικα της οργάνωσης, ενώ την τέταρτη μέρα απαντούσε σε ένα προκαθορισμένο ερωτηματολόγιο. Τέλος, ο νέος Ιερέας συνεισέφερε ένα χρηματικό ποσό για τους σκοπούς της οργάνωσης, που συνοδευόταν από ένα γράμμα, το οποίο στη συνθηματική γλώσσα αποκαλείτο αφιερωτικό. Σε αυτό το γράμμα ο μυητής χάραζε στην κορυφή το δικό του μυστικό σήμα αφιέρωσης και δίπλα το μυστικό σήμα καθιέρωσης του Ιερέα, που στο εξής αποτελούσε τη συμβολική του υπογραφή. Παραδινόταν, επίσης, στον Ιερέα ένα γράμμα που πάντα είχε μαζί του και στη μυστική γλώσσα των Φιλικών ονομαζόταν γράμμα υπεροχής. Όταν ένας Ιερέας συναντούσε κάποιον Συστημένο και έκαναν τα σημεία αναγνώρισης, ο δεύτερος ήταν υποχρεωμένος να δείξει το συστατικό του γράμμα εάν το ζητούσε ο πρώτος, αρκεί αυτός να έδειχνε από μακριά το γράμμα υπεροχής. Προκειμένου να διαφυλάσσονται τα στεγανά της «Αόρατης Αρχής», κανείς νεοφώτιστος Ιερέας δεν μπορούσε να επικοινωνήσει απευθείας με αυτήν, παρά μόνο μέσω του μυητή του. Αυτή η πυραμιδοειδής δομή ήταν που διαφύλαξε μέχρι τέλους και διατήρησε αλώβητη τη Φιλική Εταιρεία.

 

Έτσι, ο νέος Ιερέας ήταν έτοιμος να ξεκινήσει το έργο της διαφώτισης και της στρατολόγησης νέων μελών, εφόσον έδινε έναν τελικό όρκο, στον οποίο ορκιζόταν ότι πάντοτε θα διακήρυσσε τα ιδεώδη της οργάνωσης. Η ανώτατη βαθμίδα μύησης στη Φιλική Εταιρεία ήταν οι Ποιμένες, οι οποίοι στρατολογούνταν από τις τάξεις των Ιερέων. Κατά την τελετή μύησής τους οι υποψήφιοι Ποιμένες έφερναν μαζί το κερί της προηγούμενης μύησής τους και για άλλη μια φορά έδιναν μέγα όρκο εμπρός στο εικόνισμα ότι θα τηρούν αυστηρά τα καθήκοντά τους, ότι δε θα δέχονται στις τάξεις τους άσωτους ή φιλάργυρους και ότι δεν πρόκειται για κανένα λόγο να μαρτυρούν το βαθμό τους. Συνέτασσαν και αυτοί ένα αφιερωτικό γράμμα προς την «Αόρατο Αρχή», στο οποίο χαράσσονταν διαφορετικά σύμβολα. Επίσης, διαφορετικό κώδικα είχε και το γράμμα που έφεραν μαζί τους. Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι σε καμιά βαθμίδα δεν υπήρχε δυνατότητα λήψης αποφάσεων, ούτε επιτρεπόταν να συσκέπτονται και να συνεδριάζουν. Υπάκουαν ασυζητητί στις εντολές της ηγεσίας.

 

 

Η πορεία προς την εξέγερση

To 1818 η έδρα της Φιλικής μεταφέρθηκε από την Οδησσό στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο θάνατος του Σκουφά ήταν σοβαρή απώλεια. Με αφορμή αυτό το γεγονός και με δεδομένη τη ραγδαία εξάπλωσή της, οι υπόλοιποι από τους ιδρυτές επιχείρησαν να βρουν μια μεγάλη προσωπικότητα να αναλάβει τα ηνία, θέλοντάς να της προσδώσουν μεγαλύτερο κύρος και αίγλη. Στις αρχές του 1818 έγινε μια συνάντηση με τον Ιωάννη Καποδίστρια ο οποίος όχι μόνον αρνήθηκε, αλλά αργότερα έγραψε πως θεωρούσε ότι οι Φιλικοί ήταν υπαίτιοι για τον όλεθρο που προμηνυόταν στην Ελλάδα. Τελικά, μετά από αρκετές επαφές, τον Απρίλιο του 1820 ανέλαβε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.

 

Οι συνθήκες έδειχναν πλέον αρκετά ώριμες για να εκδηλωθεί η εξέγερση και εκπονήθηκε ένα μεγαλόπνοο σχέδιο. Το σχέδιο ήταν αρχικά να ξεσπάσει ταυτόχρονα επανάσταση των Σέρβων και των Μαυροβουνίων, καθώς και στη Μολδοβλαχία. Παράλληλα να κάψουν τον τουρκικό στόλο στην Κωνσταντινούπολη, ενώ να ηγηθεί ο Υψηλάντης της επανάστασης στην Πελοπόννησο. Μετά από διάφορες διχογνωμίες και αφού κάποια από τα σχέδια έχουν ήδη προδοθεί, η επανάσταση κηρύχθηκε το Φεβρουάριο του 1821 στο Ιάσιο, πρωτεύουσα της Μολδαβίας. Στις 24 Φλεβάρη κυκλοφόρησε η περίφημη προκήρυξη του Υψηλάντη, «ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ», στην οποία ανταποκρίθηκαν αρκετοί Έλληνες, μεταξύ των οποίων οι νέοι. Όμως η Ρωσία δεν έρχεται ως αναμενόμενος αρωγός, ενώ τo Πατριαρχείο αφορίζει επισήμως στις 23 Μάρτη τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον Μιχαήλ Σούτσο, μαζί με όλους τους επαναστάτες:

 

«[...] θέλοντες (οι επαναστάτες) να διαταράξωσιν την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιαφή αυτής σκιά με τόσης ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον... να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων και να τους αποδείξητε και να τους στηλιτεύετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας... και παραδίδοντας και εκείνους τους απλουστέρους, όσοι ήθελον φορασθή, ότι ενεργούν ανοίκεια του ραγιαδικού χαρακτήρος [...]».

 

Μπορεί η μάχη στο Δραγατσάνι (Ιούνιος 1821) να οδήγησε στη σφαγή των νέων του Ιερού Λόχου και στη συντριβή του κινήματος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αλλά απετέλεσε τον ιδανικό αντιπερισπασμό για να κηρυχθεί η Επανάσταση στην Ελλάδα και να υπερκεραστούν οι αντιρρήσεις των προκρίτων. Αυτή ήταν η αρχή του υπεράνθρωπου αγώνα που μετά από χρόνια σκληρών μαχών ανάγκασε τους «Συμμάχους» να στρέψουν τα μάτια προς την Ελλάδα και να έρθει η απελευθέρωση. Η Φιλική Εταιρεία για περίπου επτά χρόνια αντιπάλεψε την ηττοπάθεια, οργάνωσε τις μάζες, συγκέντρωσε χρήματα και προετοίμασε τον ένοπλο αγώνα. Η ύπαρξη και η δράση της συνιστούν μια λαμπρή σελίδα στην ιστορία μας. Αποδεικνύει ότι πολλές φορές το φαινομενικά ουτοπικό και αδύνατο μπορεί να γίνει πραγματικότητα, γιατί η πραγματικότητα δεν αντιστρατεύεται πάντα τo όραμα και το όραμα μπορεί κάλλιστα να την υπερκεράσει.

 

Παναγιώτης Σέκερης

 

Προτεινόμενη βιβλιογραφία

  • Βουρνάς Τάσος, Φιλική Εταιρία: το παράνομο οργανωτικό της και ο διωγμός της από τους ξένους, Αφοί Τολίδη, (Αθήνα 1982)
  • Μητροπολίτου Παλαιών Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα, φωτοτυπική επανέκδοσις (εκ της β' εκδόσεως), (επιμέλεια-εισαγωγή-ευρετήριον) Ιωάννας Γιανναροπούλου - Τάσου Γριτσοπούλου), (Αθήναι 1975).
  • Κορδάτος Γιάνης, Ρήγας Φεραίος και Βαλκανική Ομοσπονδία, (Αθήνα 1974).
  • Ξάνθος Ε., Απομνημονεύματα για τή Φιλική Eταιρεία, (φωτομηχανική ανατ. της εκδ. του 1834), Βεργίνα, (Αθήνα 1996).

ΠΗΓΗ: http://www.hellenica.de/Griechenland/NeuGes/GR/FilikieEtaireia.html