ΓΛΩΣΣΑ

 

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

 

 

Στην αρχαία Θράκη κατά την προελληνική περίοδο μιλήθηκε η θρακική γλώσσα, όπως σε άλλες νοτιοελλαδικές περιοχές η πελασγική και η ετεοκρητική. Ο όρος “αρχαία θρακική γλώσσα” είναι συμβατικός και αναφέρεται όχι τόσο σε μια ενιαία θρακική γλώσσα παρά μόνο σε διαλέκτους αρχαίων θρακικών φύλων, οι οποίες απέκλιναν η μια από την άλλη λιγότερο ή περισσότερο, που πρέπει να παρουσίαζαν όμως κοινά στοιχεία. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι υπολείμματα αρχαίων θρακικών φύλων μιλούσαν τη λεγόμενη “βασική διάλεκτο”. Ο όρος θρακική είχε πλέον καθαρή γεωγραφική σημασία.

Η προέλευση του ονόματος θράκες δεν είναι σαφής. Το όνομα θα μπορούσε να δοθεί στους θράκες και από τους όμορους τους Έλληνες αλλά και από οποιοδήποτε άλλο ινδοευρωπαϊκό ή μη φύλο, που απορρόφησαν ενδεχομένως οι ίδιοι οι θράκες. Ο αρχαιότερος τύπος του ονόματος πρέπει να ήταν *Θράσικτες (πβ. αρχ. ελλ. θρασκίας, “ο άνεμος που φυσάει στην Ελλάδα από την κατεύθυνση της Θράκης”, που διασώθηκε στην ποντιακή διάλεκτο ως θρασκέας, “ονομασία ανέμου”). Με αποσιώπηση του σ ανάμεσα σε δυο φωνήεντα σε πολύ παλιά περίοδο, το όνομα παραδόθηκε στην αρχαιότητα ως θράικες/θρςικες και η χώρα ως θράικη/θρςικη και θραΪκη (στην ιωνική διάλεκτο θρηίκη).

Οι γνώσεις μας για την αρχαία θρακική γλώσσα είναι πολύ περιορισμένες. Το γλωσσικό υλικό που έχουμε στη διάθεσή μας αποτελείται από 40 “γλώσσες”, δηλ. διαλεκτικές λέξεις, 1500 περίπου κύρια ονόματα (ανθρωπωνύμια και τοπωνύμια), δυο επιγραφές σε δυο χρυσά δαχτυλίδα που βρέθηκαν στο Εζέροβο και το
Ντιβανλί ανά ένα, επιγραφές σε τέσσερις ασημένιες τεφροδόχους του Ντιβανλί και ένα αγγείο που βρέθηκε σε ιερό της Σαμοθράκης. Το γλωσσικό αυτό υλικό παραδίδεται είτε από Έλληνες συγγραφείς είτε σε επιγραφές γραμμένες σε ελληνικό αλφάβητο, που υιοθέτησαν ενωρίς οι θράκες και μεταχειρίστηκαν για εντελώς
πρακτικές ανάγκες.

Από το περιορισμένο γλωσσικό υλικό που υπάρχει για την αρχαία θρακική συνάγονται ορισμένα συμπεράσματα, όπως λ.χ. ότι η αρχαία θρακική είναι ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Το β' συνθετικό των θρακικών κύριων ονομάτων Βετέσπιος, Ούτάσπιος, Κάκασβος φαίνεται να ταυτίζεται με το αρχ. ινδικό asva, το λατινικό equus και το ελληνικό Ίππος. Κατά πάγια συνήθεια των αρχαίων λαών, η λέξη ίππος χρησιμοποιούνταν συχνά σε ανθρωπωνύμια, πβ. αρχ. ελλ. Φίλιππος, Δέρκιππος, Γλαϋκιππος, Ίππόνικος κλπ. Από τα αρχαία θρακικά τοπωνύμια που λήγουν σε -dava/-deva (λ.χ. Puplpudeva = Φιλιππούπολη) και σε -bria (λ.χ. Μεσημβρία) συμπεραίνουμε ότι τα θρακικά αυτά επιθήματα -άίνα και -οήα δηλώνουν την πόλη, το κάστρο ή κάτι παρόμοιο. Το κύριο όνομα Ρήσος αντιστοιχεί πιθανότατα στο λατινικό Γεχ. Μερικές αρχαίες θρακικές λέξεις μπορούν με κάποια ασφάλεια να συσχετιστούν με αντίστοιχες αρχαιοελληνικές: άββερετ = έφερε, άδδακετ = έδωκε, τϋτυται = τέτυκται, άδαες = έδωσε, έσταες = έστησε, μάτεραν = μητέρα, jos = ός. Πβ. και βράτεροι = λατινικό fratri, κλπ. Το πρόβλημα όμως του τι ελληνικό εισέδυσε στη γλώσσα των αρχαίων θρακών ή σε ποιο βαθμό ελληνικές τυποποιημένες φράσεις των αρχαίων ελληνικών επιγραφών επηρέασαν τη γλώσσα των αρχαίων θρακικών επιγραφών, δεν μπορεί να απαντηθεί με τις σημερινές μας γνώσεις για την αρχαία θρακική γλώσσα και τους αρχαίους θράκες. Ότι οι περισσότερο καλλιεργημένοι θράκες γνώριζαν σε κάποιο βαθμό την ελληνική γλώσσα είναι σαφές" πβ. για το βασιλιά των θρακών Σεύθη όσα λέγει ο Ξενοφώντας (Κύρου Ανάβασις VII, 8): “Παρήν δε καί ό Σεύθης... καί εν έπηκόω είστήκει έχων έρμηνέα - συνίει δε καί αυτός [ο Σεύθης] ελληνιστί τα πλείστα”.

Το όλο πρόβλημα της ερμηνείας των θρακικών γλωσσών και ονομάτων συνοψίζεται κάλλιστα στη γλωσσική ιστορία του περίφημου χρυσού δαχτυλιδιού που βρέθηκε στο χωριό Εζέροβο κοντά στη Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας. Στην πλατιά πλάκα του δαχτυλιδιού είναι χαραγμένη με ωραία ελληνικά γράμματα του 5ου
π.Χ. αιώνα μια επιγραφή σε άγνωστη γλώσσα, που ίσως είναι έμμετρη, γιατί η έκταση της είναι όσο δυο ομηρικοί εξάμετροι. Η εποχή στην οποία ανήκει η επιγραφή και ο τόπος όπου βρέθηκε οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για το πρώτο θρακικό εύρημα σε συνεχή λόγο. Η επιγραφή είναι γραμμένη σε οκτώ υπάλληλες σειρές:

ΡΟΛΙΣΤΕΝΕΑΣΝ

ΕΡΕΝΕΑΤΙΛ

ΤΕΑΝΗΣΚΟΑ

ΡΑΖΕΑΔΟΜ

ΕΛΝΤΙΛΕΖΥ

ΠΤΑΜΙΗΕ

ΡΑΖ

ΗΛΤΑ

Πολλοί μελετητές, ιδίως Ευρωπαίοι αλλά και Βαλκάνιοι (ανάμεσά τους και Έλληνες), προσπάθησαν να ερμηνεύσουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο αλλά και πολλή φαντασία την επιγραφή. Ο κάθε ερευνητής χωρίζει τις λέξεις με τον δικό του τρόπο και δίνει στις λέξεις την προσωπική του ερμηνεία, έτσι ώστε όλες αυτές οι ερμηνευτικές προσπάθειες να έχουν σαν μόνο κοινό στοιχείο την αυθαιρεσία. Το μόνο βέβαιο στοιχείο της επιγραφής είναι πιθανότατα το κύριο όνομα ΡΟΛΙΣ, που σχηματίζουν τα πέντε πρώτα γράμματα της επιγραφής. Το όνομα Ρώλης μπορεί να είναι θρακικό, γιατί ιστορικά μαρτυρείται ένας Ρώλης που ήταν βασιλιάς της θρακικής φυλής των Γαιτών που κατοικούσαν πέρα από τον Δούναβη. Ώστε ο Ρώλης της επιγραφής, προφανώς ιδιοκτήτης του δαχτυλιδιού, πρέπει να ήταν κάποιος θράκας βασιλιάς, άρχοντας ή οπωσδήποτε ένα σημαίνον πρόσωπο. Οι γνώσεις μας για την αρχαία θρακική γλώσσα είναι προς το παρόν σχεδόν στάσιμες παρά τις προσπάθειες πολλών και ιδίως Βουλγάρων επιστημόνων, που καλλιεργούν τη θρακολογία για ευνόητους λόγους. Μόνο νεότερα αρχαιολογικά και ιδίως επιγραφικά ευρήματα (λ.χ. κάποια δίγλωσση επιγραφή σε αρχαία θρακική και ελληνική γλώσσα) μπορούν να ανοίξουν το δρόμο για πιο ασφαλείς ερμηνείες του θρακικού γλωσσικού υλικού που έχει περιέλθει έως τώρα στα χέρια μας.

Αλλά η μοίρα επεφύλασε τη συγχώνευση των θρακικών φύλων στις περιβάλλουσες εθνότητες και ιδιαίτερα την ελληνική στους επόμενους αιώνες. Οι πρώτοι που περιόρισαν το χώρο των θρακών στη Χερσόνησο του Αίμου είναι οι αρχαίοι Μακεδόνες, οι οποίοι με ορμητήριο τις Αίγες άρχισαν να τους απωθούν από τον κάμπο της Κεντρικής Μακεδονίας και από τη Χαλκιδική, με αποτέλεσμα στις αρχές του 5ου αϊ. οι θράκες να αποσυρθούν ανατολικά του Στρυμόνα και στο τέλος του ίδιου αιώνα να περιοριστούν στις περιοχές ανατολικά του Νέστου. Μόνο μικρές νησίδες θρακικού πληθυσμού εγκαταλείπουν στους παλιούς τους χώρους, οι οποίες γρήγορα απορροφώνται από τους Μακεδόνες. Με τον τρόπο αυτό τα ανατολικά σύνορα των Μακεδόνων μετατίθενται από τον ποταμό Αξιό στον ποταμό Νέστο και ιδρύονται με την κατάκτηση της θρακικής ενδοχώρας νέες μακεδονικές πόλεις (λ.χ. η Φιλιππούπολη, η Βερόη, η Καβύλη), που εδραιώνουν τη μακεδονική επικυριαρχία. Από τη θάλασσα αποσύρονται οι θράκες στο εσωτερικό ήδη από τον 7ο π.Χ. αιώνα,
όταν οι Έλληνες ιδρύουν αποικίες στις ακτές του Ευξείνου Πόντου και της Προποντίδας. Έτσι οι θράκες, που ήταν περικυκλωμένοι από τους Έλληνες, αρχίζουν να απορροφώνται γλωσσικά από αυτούς. Η γλωσσική αφομοίωση των θρακών συνεχίζεται κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο και εντείνεται κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες σε τρόπο που στην αρχή της βυζαντινής εποχής ολόκληρη η Θράκη που απλώνεται στα νότια της οροσειράς του Αίμου να είναι σε μεγάλο ποσοστό ελληνόφωνη.

 

 

Ερμηνείες της επιγραφής του δαχτυλιδιού του Εζέροβο, ανάλογα με το χωρισμό των λέξεων, την ελληνική γλώσσα και τις ινδοευρωπαϊκές γλωσσικές σχέσεις:

D. DETSCHEW: α) Ο Ρολίστενέας του Νερενέα Τιλταίος, από την περιοχή του ποταμού Οίσκου, κάτοικος της πόλεως Τιλεγύπτα, με κατασκεύασε για τον εαυτό του.

β) Ο Ρολιστενέας απ' τη γενιά του Νερενέα, είμαι ? με κατασκεύασε (ή: με δώρησε) π Τιλεζύπτα, που πατρίδα της είναι η Αραζία.

γ) Ο Ρολεστενέας, απ' τη γενιά του Νερενέα, για την Ήσκο τηνΑράζεια (θυγατέρα τουΑράζπ) απ' την πόλη Τιλέζυπτα, με κατασκεύασε.

Ρ. KRETSCHMER: α) Η Ρωλισθενειάς, από τη γενιά του Νερενεία, είμαι ? με κατασκεύασε (ή: με δώρησε) η Τιλεζύπτα, που πατρίδα της είναι η Αραζία.

β) Η Ρωλισθενειάς, απ' τη γενιά του Νερενεία, είμαι, από την πόλη Αραζία ? με παντρεύτηκε ο Τιλεζύπτα.

RIΒΕΖΖΟ: α) Η Ρόλις, του Τενέα θυγατέρα, του Τιλτεάνου γυναίκα, στο Μέαντο, (το γιο) του Αεζυπταμίου, πρόσφερε (το δαχτυλίδι).

β) Η Ρόλις, του Τενέα κόρη (ή: γυναίκα) (και) η παλλακή Τιλτεανίδα κάνουν δώρα στο Λεζυπτάμιο.

SEURΕ: Ο Ρωλιζένης (γιος) του Νερένη Τιλτηνός (από την πόλη Τίλτη), ο Οίσκων (ο γιος) τουΑράζη οΔωμηνός (από την πόλη Δώμη), η Τιλεζύπτα (η θυγατέρα του Μιοιέρα από τη Ζεύτη [εννοείται και η φράση] “αφιέρωσαν στο θεό το δαχτυλίδι”).

BASAVARICIUS και ADALBERT SRBΑ: Ο Ρώλης διάλεξε για γέφυρα μια παρόχθια θέση του ποταμού Ήσκου, (τέτοια) που να μην κινδυνεύει από το ρεύμα, αλλά τα λόγια του δαχτυλιδιού τα χάραξε για τον εαυτό του εδώ ο 'Ηλτα στη Ζύπταμη.

ΜΥΡΤ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ: Ρωλισθενειάς Νερένου Τιλαταία, παιδισκη' η Αραζειάς τον οίκον ιερά Τηλέζυπτα ηγάσθη με.

Κ. ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ: α) Ο Ρώλης του Τενέα, ανήρ ων, Τιλαταίος από τον Ίσκο, στη δική μου Τιλεζύπτα, που κατάγεται από την (πόλη) Αραζο, τούτο το δαχτυλίδι (έδωσα).

V. GEORGIEV: Ρωλίστενε, εγώ Νερενία Τιλτία θνήσκω άρασα παρά τον εμόν ατρεμεί κεκοιμημένον, η ερέας ήλδανε (= Ρωλίστενε, εγώ η Νερενία Τιλτία, που μεγάλωσα τα παιδιά σου, πεθαίνω κοντά (σου) ειρηνικά, δικέ μου που ήρεμα κοιμάσαι).

Κ. SCΗΜΙΤΤ-ΒRANDΤ: Είμαι ο Ρολισθένης ο γιος του Ερενίου, τιλτηνός (από την πόλη Τίλτη) / ο Εσκόας, ο γιος του Αράζιου, δωιηνός (από την πόλη Δώμη) στόλισε (διακόσμησε) το ξύλινο ικρίωμα και με σκέπασε με χώμα.

W. MERLINGEN: Ο Ρολισθένης με συναρμολόγησε, σαν δώρο για τον Νερένη τον βασιλιά των Τιλαταίων και χάραξε την επιγραφή αυτή.

 

Στο μεταξύ μεγάλα τμήματα των βορειότερων θρακικών περιοχών, όπως η Δακία, εκλατινίζονται με τις αποικίες των Ρωμαίων. Στους επόμενους αιώνες συγκλίνουν τα σύνορα των ελληνόφωνων και λατινόφωνων περιοχών και στις αρχές
του μεσαίωνα τα σύνορα της ελληνικής γλώσσας στα Βαλκάνια αρχίζουν από τις εκβολές του ποταμού Γενυσού
στην Αδριατική, προχωρούν νοτίως των Σκοπίων και της Σόφιας αγγίζοντας την οροσειρά του Αίμου και καταλήγουν στον Εύξεινο Πόντο. Τα όρια αυτά είναι γνωστά ως “γραμμή Jirecek”, από το όνομα του Τσέχου ιστορικού C. Jirecek, ο οποίος τα καθόρισε με βάση τις επιγραφές του βαλκανικού χώρου.

Ας δούμε όμως ποια μορφή της ελληνικής μιλιέται στη Θράκη κατά τα ρωμαϊκά και πρώιμα βυζαντινά χρόνια. Αν και δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες για το θέμα αυτό, δεν πρέπει να αμφιβάλλουμε ότι και εδώ μιλιέται η λεγόμενη “κοινή” των ελληνιστικών χρόνων, η οποία δεν διαφέρει από την κοινή των λοιπών ελληνικών
περιοχών παρά μόνο σε ορισμένα τοπικά γλωσσικά χαρακτηριστικά, όπως πράγματι συμβαίνει με την κοινή,
που διατηρείται ενιαία σε ολόκληρο τον ελληνόγλωσσο χώρο, διαμορφώνει όμως κατά περιοχές κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η κεντρική θέση της Θράκης στο ελληνόφωνο ανατολικό ρωμαϊκό κράτος και η άμεση
γειτνίαση της με το νέο πολιτικό και πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού, την Κωνσταντινούπολη, δεν επιτρέπει
στην ομιλούμενη της Θράκης να μεταπέσει σε διάλεκτο, όπως συνέβη με την ελληνική του Πόντου, της Καππαδοκίας ή της Κάτω Ιταλίας. Η ελληνική γλώσσα της Θράκης πήρε απλώς τη μορφή ενός ιδιώματος, όπως
και τα άλλα ιδιώματα του βορειοελλαδικού ελληνικού χώρου.

Ελληνικά μεσαιωνικά κείμενα γραμμένα στην ομιλούμενη ελληνική της Θράκης δεν μας έχουν παραδοθεί και
έτσι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την ακριβή μορφή της στα μεσαιωνικά χρόνια, ούτε και να διαπιστώσουμε
ποια από τα σημερινά γνωρίσματα των θρακικών ιδιωμάτων είναι ήδη μεσαιωνικά. Ως δείγματα όμως της μεσαιωνικής ελληνικής της Θράκης μπορούν να θεωρηθούν οι πρωτοβουλγαρικές επιγραφές του 9ου μ.Χ. αιώνα, που ο Jirecek ονόμασε “ελληνικές επιγραφές των ειδωλολατρών Βουλγάρων” και οι Βούλγαροι ιστορικοί
και γλωσσολόγοι αποκαλούν σήμερα παλαιοβουλγαρικές ή αρχαίες βουλγαρικές. Πρόκειται για 48 επιγραφές
γραμμένες σε ελληνική γλώσσα, την επίσημη δηλαδή γλώσσα του κράτους των Βουλγάρων στο διάστημα από
το 679 μ.Χ., όταν για πρώτη φορά ιδρύθηκε το βουλγαρικό κράτος υπό τον Ασπαρούχ, έως το 864 μ.Χ., όταν
δηλαδή ο Βόρης ασπάστηκε το χριστιανισμό και πήρε μάλιστα και το όνομα του αναδόχου του βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ του Γ' ως βαφτιστικό. Αν κρίνουμε από το γεγονός ότι οι ελληνικές αυτές επιγραφές δεν είναι ορθογραφημένες (συγχέονται τα ποικίλα ελληνικά, ie, το ο/ω κλπ., γράφονται τα διπλά σύμφωνα με ένα
σύμφωνο κ.ο.κ.), πρέπει να είναι κείμενα όχι λόγιων ανδρών αλλά απλών ανθρώπων του λαού που δεν είχαν
καμιά ιδιαίτερη μόρφωση. Συνεπώς πρέπει να εκπροσωπούν μια λαϊκή μορφή της ελληνικής και μάλιστα της
Θράκης, με την οποία συνόρευαν άμεσα οι Βούλγαροι. Παραθέτουμε δείγματα από δύο σύντομες επιγραφές:

Α. Ή της την άλήθηαν νυρεύη ό θεός θεορϊ κέ η της ψεύδετε ό θεός θεορϊ. Τους Χριστηανούς ή
Βούλγαρις πολά αγαθά έπύισαν κέ οι Χριστηανοί έλησμόνησαν, άΔλά ό θεός θεορϊ.

Β. Έβαπτίσθη ό εκ θεοϋ αρχών της Βουλγαρίας Βορής ό μετονομασθείς Μιχαήλ συν τω εκ θεού δεδομένω αύτφ εθνει έτους 6374.

Το συμπέρασμα που βγαίνει από τη μελέτη της ελληνικής των πρωτοβουλγαρικών επιγραφών είναι ότι η
ελληνική της Βόρειας Θράκης του 9ου αϊ. δεν έχει ακόμη διαμορφώσει διαλεκτικές διαφορές. Πρέπει να
υπομνησθεί εδώ ότι η ισχυρή γλωσσική επίδραση, που ως γνωστόν έχει ασκήσει η ελληνική στη βουλγαρική
σε λεξιλογικό και συντακτικό επίπεδο και αφορά τόσο τη γραφόμενη βουλγαρική όσο και τις διαλέκτους της,
έγινε με τη μεσολάβηση ιδίως των θρακικών ελληνικών ιδιωμάτων και εν μέρει ασφαλώς και των μακεδονικών. Προκειμένου για τα αρχαιότερα ελληνικά δάνεια της βουλγαρικής δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε
την πηγή προέλευσης τους, αν είναι δηλ. θρακικά, μακεδονικά κλπ., εφόσον δεν είχαν ακόμη διαμορφωθεί
οι διαλεκτικές διαφορές της ελληνικής στον βορειοελλαδικό χώρο. Όταν όμως πρόκειται για νεότερα δάνεια,
μπορούμε να προσδιορίσουμε σε ορισμένες περιπτώσεις την ελληνική διαλεκτική περιοχή, από την οποία
αντλεί η βουλγαρική τα αντίστοιχα δάνεια. Το βουλγαρικό λ.χ. ρήμα horatja/horatuvam, “μιλώ, κουβεντιάζω”, μαρτυρεί την προέλευση του από το αντίστοιχο θρακικό ρ. χωρατεύω, “μιλώ”, γιατί στις άλλες ελληνικές
περιοχές στο χωρατεύω σημαίνει μόνον “αστεϊζομαι”. Πβ. και βουλγαρικό ίιηειηι οη]& (έχω έννοια) “προσέχω” θρακικό έχω έννοια, “προσέχω” κλπ.

Η διαμόρφωση της ομιλούμενης θρακικής στα σύγχρονα θρακικά ιδιώματα πρέπει να καθυστέρησε σε
σχέση με άλλες διαλεκτικές περιοχές της ελληνικής, γιατί η Θράκη, που φιλοξενούσε στο έδαφος της τη Βασιλεύουσα, παρέμεινε ένα από τα τελευταία προπύργια του Βυζαντίου. Τα θρακικά ιδιώματα εμφάνιζαν κατά το 1923 (εποχή της ανταλλαγής των πληθυσμών) την ακόλουθη εικόνα: α) Στην ανατολικότερη ζώνη, δηλαδή μια στενή λουρίδα κατά μήκος του Βοσπόρου, όπου σταματούσαν τα ελληνικά σύνορα της συνθήκης των Σέρβων, μιλούσαν τα νότια ελληνικά ιδιώματα, όπως και στην Πόλη, δηλ. χωρίς την τροπή των άτονων ο και ο σε ί και υ αντίστοιχα και την αποβολή των άτονων ί και υ. β) Στην κεντρική ζώνη, που δυτικά εκτεινόταν έως τον ποταμό ΊΌύντζα (ανατολικά της Αδριανούπολης), περνούσε ανατολικά του Λουλέ Μπουργκάζ και
κατέληγε στα δυτικά της Ραιδεστού, μιλούσαν τα ημιβόρεια ιδιώματα, στα οποία αποβάλλονται τα άτονα ί και
υ. γ) Σε ολόκληρη τη δυτικότερη ζώνη της Θράκης μιλούσαν τα βόρεια ιδιώματα, που στενώνουν τα άτονα ε
και ο (ε, ί, ο, υ) και αποβάλλουν τα πρωτογενή .άτονα ϊ και υ.

Συγκεντρώνουμε παρακάτω μερικά στοιχεία από τη γραμματική και το πλούσιο λεξιλόγιο των θρακικών
ιδιωμάτων, που βασίζονται στο έργο δυο γενεών θρακών ιδίως επιστημόνων, που με μεγάλη υπομονή συνέλεξαν το γλωσσικό υλικό από τα σημερινά και παλιά ελληνόφωνα θρακικά εδάφη, το μελέτησαν, το δημοσίευσαν με πολύ κόπο και το παρέδωσαν ως παρακαταθήκη στους μεταγενεστέρους.

Στη φωνητική αρκεί να επισημάνουμε τα εξής χαρακτηριστικά:

α. Στένωση των άτονων ε και ο σε ί και υ αντίστοιχα: νιρό (νερό), πιδί (παιδί), άθρουπους (άνθρωπος),
σκύλους (σκύλος). Σύγχρονη αποβολή των πρωτογενών άτονων Ί και υ: π'γαδ' (πηγάδι), γ'ρούν' (γουρούνι). Και τα δυο φαινόμενα εμφανίζονται στα θρακικά ιδιώματα του βορειοελλαδικού τύπου, ενώ μόνον η
αποβολή στα θρακικά ιδιώματα που ανήκουν στην κατηγορία των ημιβόρειων ιδιωμάτων.

β. Στένωση του αρσενικού άρθρου ο σε υ και στη συνέχεια με νέα στένωση σε ί: ου κόσμους, 1 Κώτσους, ί
Βαοαχ (ο μπαμπάς). Κατά περιοχές εμφανίζεται η πρώτη (ου) ή η δεύτερη (ί) μορφή.

γ. Ανάπτυξη γ/γι ανάμεσα σε δύο συνεχόμενα φωνήεντα μέσα στη λέξη ή στα όρια δύο λέξεων: θεγός (θεός), τρίγια (τρία), ίγιένας (ο ένας), ίγιάλλους (ο άλλος).

δ. Ανάπτυξη i στο σύμπλεγμα σμ: θκόζιμ (δικός μου), i πατέραζιμ (ο πατέρας μου), κλπ.

ε. Φωνηεντοποίηση σε ορισμένα ιδιώματα (λ.χ. της Σαμοθράκης, του Καβακλί κλπ.) του λ πριν από οπίσθια
φωνήεντα (α, ο ,υ) σε υ: καουά (καλά), πηουός (πηλός), ουουγαϊασμός (λογαριασμός), να στείου (να στείλω), κλπ.

στ. Προέκταση της αιτιατικής του ενικού των αντωνυμιών και των επιθέτων κατά ένα -να: αυτόννα, εκείνοννα, καλόννα (καλόν), φαρδύννα (φαρδύν), κλπ.

Από τις πλούσιες διαφοροποιήσεις που εμφανίζονται στη μορφολογία των θρακικών ιδιωμάτων περιοριζόμαστε στις πιο ενδιαφέρουσες:

α. Μορφή του αρσενικού άρθρου υ και ί, που αποτελεί φωνητικό φαινόμενο, βρίσκει όμως την αντανάκλαση του και στη μορφολογία.

β. Ουδέτερα υποκοριστικά σε -ούδι (φαινόμενο που επιχωριάζει και στη Μακεδονία): πιδούδ' (παιδούδι), κουρτσούδ' (κοριτσούδι).

γ. θηλυκά υποκοριστικά σε -ούδα με βάση το υποκοριστικό επίθημα -ούδι + -α: Καλούδα (υποκορ. του Καλή), Μαργούδα (Μαριγούδα).

δ. Κλίση των αρχαίων περισπώμενων ρημάτων αυστηρά είτε κατά την πρώτη συζυγία είτε κατά τη δεύτερη: αγαπώ, αγαπάς, αγαπά, αγαπάμι, αγαπάτι, αγαπάνι ή: αγαπώ, αγαπείς, αγαπεί, αγαπούμι, αγαπείτι, αγαπούν(ι).

ε. Ενεργητικός αόριστος ρημάτων σε -κα: εχτύπηκα (εχτύπησα), έπιακα (έπιασα), κουβάληκα (κουβάλησα), έφτιακα (έφτιασα). Το φαινόμενο ισχύει κατά περιοχές.

στ. Διατήρηση του τόνου μερικών ρηματικών τύπων και πέρα από την τρίτη ληκτική συλλαβή, δηλαδή χωρίς την ανάπτυξη δευτερεύοντος βοηθητικού τόνου: έφαγαμι, έφεραμι, κλπ.

ζ. Διατήρηση της αρχαίας ρηματικής κατάληξης -σσω (κοινό νεοελλ. -ζω): αλλάσσω, ταράσσω, τινάσσω,
τυλίσσω.

η. Συντηρητική εξέλιξη της αρχαίας ρηματικής κατάληξης -πτω σε -φτω (κοινό νεοελλ. -βω): κόφτω, ράφτω, βάφτω, σκύφτω.

θ. Μεταπλασμός των ρημάτων σε -αίνω, σε -ίσκω: μαθινίσκω (μαθαίνω), παθινίσκω (παθαίνω), γιανίσκω
(γιαίνω, υγιαίνω). Προφανώς κατά τα (από) θνήσκω/πεθαίνω, μνήσκω/μένω.

ι. Διατήρηση του αρχαίου επιθήματος για επίθετα -έινος: ξυλέινος, ροδέινος, συκέινος, χωματέινος.

ία. Σχηματισμός θηλυκών επαγγελματικών σε -έσσα: γιατρέσσα, πραγματευτέσσα, Ρωμέσσα, Χατζέσσα.
(Πβ. το ποντιακό επίθημα -έσσα για το σχηματισμό θηλυκών επιθέτων).

ιβ. Προτίμηση του μεσαιωνικού επιθήματος -πουλον αντί του -άκι για το σχηματισμό ουδέτερων υποκοριστικών: παιδόπλο, καλαθόπλο, σπιτόπλο, κουτουδόπλο.

Από το πλούσιο λεξιλόγιο των θρακικών ιδιωμάτων αρκούμαστε να παραθέσουμε λίγα δείγματα με μεσαιωνικές λέξεις και αρχαϊσμούς.

Μεσαιωνικές λέξεις. Ουσιαστικά: βασμίδ', το (βασμίδιν, βαθμίδιον), “το σκαλοπάτι”, διλαβιά, η (διλάβιν)
“η τσιμπίδα της φωτιάς, η μασιά”, εμπατίκ', το (εμβατίκιον) “ο φόρος των παπάδων στον επίσκοπο”, κατάψ'
χου, το (κατάψυχον) “η δροσιά”, ν'φουστόλ', το (νυμφοστόλιον) “η πομπή της νύφης για τη στέψη”, πιλατίκ', το (απελατίκιν) “το ρόπαλο”, πραίδα, η (λατιν. praeda) “η λεία”, σάλο “το βρέφος”, σκουτέλα, η (σκουτέλλιν) “η γαβάθα”, σούδα, η (σούδα) “το στενό δρομάκι”, τράχωμα, το (τράχωμα) “η προίκα”, ψιχίδ', το
(ψιχίδιον) “το ψίχουλο”.

Επίθετα: σάλος (σάλος, ρ. σαλεύω) “τρελός”, φτενός (πτενός) “λεπτός”.

Ρήματα: αναφαίνω/ανιφαίνου (από τον αόριστο ανεφάνη του αναφαίνομαι) “εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι”, ανιπλιέμι/νεπλιούμ' (αναπειλούμαι) “απειλώ, φοβερίζω”, βιγλίζου (βιγλίζω) “παρατηρώ, βλέπω”, λιμπίζουμι (λιμβίζομαι, αρχ. λιμβεύομαι), κομπώνου (κομπώνω<αρχ.κόμβος) “απατώ”, μανίζου (μανίζω)
“δυσαρεστούμαι”, παραγδώ (παροδηγώ) “καταγγέλλω στο δάσκαλο”, σκαματίζω (σκάμα, το “αφρός”) “αφρίζω”, φουμίζου (φημίζω) “εφορμώ”.

Αρχαϊσμοί. Με τον όρο “αρχαϊσμός” εννοούμε συνήθως λέξεις (και όχι διάφορα γραμματικά στοιχεία) που
εντοπίζονται στις νεοελληνικές διαλέκτους και τα ιδιώματα και κατάγονται από την αρχαιοελληνική περίοδο
της ελληνικής, δεν εμφανίζονται όμως στην κοινή νεοελληνική γλώσσα. Είναι όμως εμφανές ότι και η κοινή
μας νεοελληνική εμφανίζει πάρα πολλές λέξεις αλλά και άλλα γραμματικά στοιχεία που κατάγονται από την
αρχαία ελληνική ή από κάποια από τις αρχαιότερες φάσεις της, που δεν συγκαταλέγονται στους αρχαϊσμούς
της ελληνικής, γιατί χρησιμοποιούνται στην καθημερινή μας ομιλία και δεν εντυπωσιάζουν τους γλωσσολόγους. Αν επομένως ο “αρχαϊσμός” δηλώνει μόνον τις λέξεις αρχαιοελληνικής καταγωγής του λαού των χωριών και όχι των μεγάλων και μεσαίων αστικών πόλεων, τότε πρέπει να αναθεωρηθεί. Χρησιμοποιούμε λοιπόν τον όρο εδώ με την παραδοσιακή του σημασία, προκειμένου να καταθέσουμε δειγματοληπτικά παραδείγματα λέξεων και τύπων που δεν απαντούν στην κοινή μας νεοελληνική.

Ουσιαστικά:

αβόσκου, το (βοόσυκον) “είδος σύκου”

άγος, ο (αγωγός), ναγός “αυλάκι νερού, οχετός”

βδια, η (ευδία) “η καλοκαιρία, η γαλήνη”

βιλλί, το (βιλλίον, υποκορ. του βίλλος, ο) “το ανδρικό μόριο”

γιουμός, ο (ιωμός, ρ. ιώνω) “η σκουριά”

γούγια, η (ώα) “το περιθώριο, το περίβλημα, η κόρα του ψωμιού”

διατόν', το (διατόναιον) “η μεγάλη δοκός της στέγης”

έγκαρδα, τα (εγκάρδιος) “οι ενδόμυχες σκέψεις”

εγκλαβή, η (ενλαβή) “το προικοσύμφωνο”

ζουλούφι, το (ιουλύφιον, υποκορ. του ίουλος) “το τσουλούφι”

θερμοσπουδιά, η (θερμή σποδός) “η ζεστή στάχτη”

θώρετρα, τα (θεώρετρα) “τα δώρα του γαμπρού στους γονείς και στα αδέλφια της νύφης

ίλερ', η, ίλιρας “η αρρώστια ιλαρά”.

καλλούπ', το (*καλλώπιον, ρ. καλλωπίζω) “το όργανο του καλλωπισμού, δηλ. η σκούπα”

καπύρα, η (καπυρός “κόκκινος”) “η φρυγανιά”

λάγκερο, το (λάκυρος) “το κρασί από τσίπουρα”

λίκνι, το (λίκνιον) “η κούνια του μωρού”

μάλιστρο, το (ομάλιστρον) “το εργαλείο του βαρελά για να ομαλύνει τα σανίδια”

μετάκ', το (μετάγγιον) “το ξύλινο δοχείο στο οποίο μεταγγίζουν το κρασί”

νέσπους, ο (οίσπος) “η ακαθαρσία του μαλλιού”

νιαμα, το (νέαμα) “το χωράφι που μόλις σπάρθηκε”

όρμος, ο (ρυμός) “το ξύλο της άμαξας όπου δένονται τα άλογα”

παπύρι, το (παπύριον, υποκορ. του πάπυρος) “το λινάρι”

πασπάλ', η (πασπάλη) “το αλεύρι τελευταίας ποιότητας”

ραφίδ', το (ραφίδιον, υποκορ. του ραφίς) “ο σπόγγος”

ρουπάκ', το (ρωπάκιον, υποκορ. του ρώψ) “είδος δρυός”

σκόμ'σ', η (εισκόμισις) “το σκόρπιομα”

στια, η (εστία) “η φωτιά”

τρηδόνες, οι (τερηδόνες) “τα σκουλήκια”

τυργιά, η (τρυγία) “το κατακάθι του κρασιού”

ύλ', η (ύλη) “το πύον”

φερνή, η (φερνή) “η προίκα της γυναίκας”

ψιακή, η (μεταγενέστερο ψίαξ) “το δηλητήριο”

ωγιά, η (ώα) “το κέντημα στην άκρη των ασπρόρουχων”.

Επίθετα:

ακράτους (άκρατος) “γνήσιος, καθαρός”

απύλουτους (απύλωτος) “που δεν έχει πύλη, ανοιχτός”, απύλουτου στόμα “ακράτητο στόμα”

κνηκάτος, κνηκάτους (κνήκος, ο) “ονομασία φυτού που παράγει κόκκινη ουσία”, “κόκκινος”

μωρός (μωρός) “παράλυτος” (ποδάρ' μωρό)

όμνοστος (εύνοστος) “νόστιμος”

παγκλέφτς, ο (πανκλέπτης) “αυτός που κλέβει τα πάντα”

πιρίβλιπους (περίβλεπος) “αλλοίθωρος”

πολέμαρχος (πολέμαρχος) “πολύ εργατικός” (πολέμαρχο παιδί)

πρώμος (πρώιμος) “νόθος, για παιδί”

ροφ'τός, ρουφτός (ροφητός) “νερουλός, για βραστό αβγό”.

Ρήματα:

αγκαλώ (εγκαλώ) “καταγγέλλω κάποιον στο δικαστήριο”

αναγορεύω (αναγορεύω) “φέρνω στο νου μου, θυμάμαι”

βατταλαλιώ, βαάαλαλώ (βαττολογώ) “φλυαρώ”

βδιάζ', απρόσωπο ρ., αόρ. βίδιασι (ευδιάζει) “σταματά η βροχή”

γλυώ (εκλύω) “ξετυλίγω”

διαστουρώ (διϊστόρώ) “βλέπω με τη φαντασία μου, φαντάζομαι”

ζ'άάσσου, αόρ. σύάαξα (συντάσσω) “υπόσχομαι”

θρουΐζουμι (θροϊζομαι) “θορυβούμαι, ζαλίζομαι”

καλπίζου (καλλωπίζω) “σκουπίζω”

κηδεύω (κηδεύω) “περιποιούμαι, φροντίζω”

κοντυλώ, κουά'λώ (κονδυλίζω) “χτυπώ με τα κέρατα, για ζώα”

λέχου (ελέγχω) “υπενθυμίζω σε κάποιον ένα καλό που του έκανα”

λουφάσσου (λωφάσσω) “ζαρώνω, μαζεύομαι”

μακώνομαι (μάκων, μήκων, η “παπαρούνα”) “ναρκώνομαι”

μαργώνω, μαργώνου (μαργώ) “μουδιάζω από το κρύο”

νειδίζω (ονειδίζω) “μαλώνω, ελέγχω”

νουνίζω (νους, ο) “σκέπτομαι, θυμάμαι”

ξαυγίζω (εξαυγίζω) “λευκαίνω ρούχα”

ξήφτου (από τον παθητικό αόρ. εξήφθην του εξαπτομαι) “λάμπω, γυαλίζω”

παραγκωμιάζω (παρεγκωμιάζω) “προσφωνώ με παρατσούκλι”

π'νουμιάζου (επινομιάζω, από το επινόμι) “ονειδίζω κάποιον με παρατσούκλι”

προυγεύου (προγεύομαι) “τρώγω το μεσημέρι”

ρέγουμ' (ορέγομαι) “επιθυμώ”

στοιχίζω, στχώ (στοιχώ) “συμφωνώ με κάποιον να εργαστώ σ' αυτόν”

στορώ, στουρίζω (ιστορώ) “ζωγραφίζω, στολίζω τα κόλλυβα”

φουρούμι, αφουριέμι (υφορώμαι) “υποπτεύομαι”.

χ'μάζ', απρόσωπο ρ., αόρ. χείμασι (χειμάζει) “χιονίζει”.

Ενδιαφέρει τέλος να αναφερθούμε σε ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο της θρακικής ονοματολογίας. Πολλοί Θρακιώτες και θρακιώτισσες έχουν βαφτιστικά ονόματα, που επαναλαμβάνουν ένδοξα ονόματα αυτοκρατόρων, στρατηγών, αριστοκρατικών οίκων κλπ. του Βυζαντίου, πολλοί από τους οποίους είχαν και θρακική καταγωγή. Ήταν μια συναισθηματική αντίδραση που άρχισε αμέσως μετά την πτώση της Πόλης, ήταν ένας τρόπος για να θυμούνται οι Θρακιώτες πιο ζωντανά ένα ένδοξο παρελθόν. Σημειώνουμε μερικά βαφτιστικά: Αμιράς (θηλ. Αμίρισσα, Αμίρ'σα, Αμιροούδα), Αποκαύκισσα και Αποκαυκίνα, Ασάνης (θηλ. Ασανίνα, Ασανιώ), Βατατζής και Αβατάτσος, Βρανάς (θηλ. Βράναινα, Βρανιώ), Δούκας (θηλ. Δούκαινα, Δουκαινιώ), Δραγασηνή, Καλογιάννης (θηλ. Καλογιαννίνα), Καναβούτσης (θηλ. Καναβούτσαινα και Καναφ'τσή), Καντακουζηνός (θηλ. Καντακουζηνή), Κανανός, Κυρμεγάλος, Λάσκαρης (θηλ. Λασκαρίνα), θηλ. Μονομαχώ, Ολόβολος (θηλ. Ολοβολίνα), Παλαιολόγος (θηλ. Παλιολογίνα, Παλογίνα), Ράλλης (θηλ. Ράλλαινα, Ραλλιώ), Φραντζής, Χρυσοβέργης.

Και η ελληνική γλώσσα της Θράκης, όπως και των άλλων ελληνικών διαλεκτικών περιοχών, περιορισμένη ήδη στον σημερινό της χώρο, μακριά από τον Εύξεινο και την Προποντίδα, υποχωρεί ολοένα και περισσότερο μπροστά στην κοινή μας νεοελληνική και μόνον στα ιδιόλεκτο κάποιων σύγχρονων θρακών επιβιώνουν λίγα γλωσσικά στοιχεία από την παλιά γλώσσα της Θράκης, που περιγράψαμε παραπάνω με κάθε δυνατή συντομία. Δυο γενιές θρακών επιστημόνων εκπλήρωσαν το χρέος τους έναντι της πατρικής γης συγκεντρώνοντας υλικό και μελετώντας τη γλώσσα, τη λαογραφία, την ιστορία κλπ. της Θράκης. Η σύγχρονη γενιά των θρακών επιστημόνων μπορεί και οφείλει, στα πλαίσια μάλιστα των δραστηριοτήτων του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου, να συγκεντώσει ό,τι γλωσσικό κλπ. υλικό είναι ακόμη ζωντανό στο στόμα και τις μνήμες των γεροντότερων θρακών, για να το προφυλάξει από τη φθορά του χρόνου και την αδήριτη νομοτέλεια της εξαφάνισης διαλέκτων και ιδιωμάτων, που συντελείται ήδη στις κοινωνίες των πολιτισμένων λαών της Ευρώπης και του λοιπού κόσμου.

ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥΣ

Η ομιλία που γίνεται προφορικά μεταξύ μας λέγεται ΛΟΓΟΣ

( τρανός χουρός - ολόιρνα τα χουριά = 2 λόγοι )

Για την ομιλία, δηλαδή το λόγο μεταχειριζόμαστε ΛΕΞΕΙΣ

( Τρανός χουρός = 2 λέξεις)

Οι λέξεις αποτελούνται από ΣΥΛΛΑΒΕΣ

( τρα-νός = 2 συλλαβές)

Οι συλλαβές αποτελούνται από ΦΘΟΓΓΟΥΣ

(Η λέξη τρανός έχει 6 φθόγγους τ-ρ-α-ν-ο-ς )

Για κάθε φθόγγο έχουμε ένα γραπτό σημείο που λέγεται ΓΡΑΜΜΑ Η Ελληνική γλώσσα έχει 24 γράμματα.

Όλες οι λέξεις ενός λαού και οι τρόποι με τους οποίους αυτές συνδέονται και συνδυάζονται για να μπορούν οι άνθρωποι να εκφράζουν τις σκέψεις τους και να συνεννοούνται

μεταξύ τους ονομάζονται ΓΛΩΣΣΑ

Η γλώσσα μεταβάλλεται και αλλάζει συνεχώς με αφορμή τις μεταβολές της ζωής, τις σχέσεις μεταξύ των λαών, τις κλιματολογικές συνθήκες γι αυτό ακριβώς η μια γενιά δεν μιλάει ακριβώς όπως η προηγούμενη. Από τους λόγους αυτούς και αιτίες σχηματίσθηκαν κατά τόπους τοπικά γλωσσικά ιδιώματα που ονομάζουμε ΔΙΑΛΕΚΤΟ. Οι διάλεκτοι μιας χώρας είναι συνήθως πολλές και κάθε διάλεκτος μπορεί να αποτελείται από πολλές άλλες διαλέκτους.

Οι Θρακιώτες έχουν κι αυτοί τη δική τους γλώσσα και τη δική τους διάλεκτο.

Στην εργασία αυτή γίνεται προσπάθεια να παρουσιασθούν όσο το δυνατόν περισσότερες λέξεις για να γνωρίσουμε τη διάλεκτο που χρησιμοποιούσαν οι παππούδες μας και οι γιαγιάδες μας στη γενέτειρά τους τη Θράκη. η οποία διαφέρει από περιοχή σε περιοχή.

Το λεξιλόγιο το οποίο παρατίθεται είναι από το αρχείο του κ. Ελευθερίου Θ. Χατζόπουλου, Προέδρου της Π.Ο.Θ.Σ .και είναι από τις περιοχές της Αδριανούπολης, των Σαράντα Εκκλησιών, των Γανοχώρων, του Σκοπού της Τυρολόης και της Βόρειας Θράκης.