Ο ΚΛΕΙΔΩΝΑΣ Η΄ Ο ΓΙΑΓΙΑΝΟΣ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ

Ο ΚΛΕΙΔΩΝΑΣ Ή Ο ΓΙΑΓΙΑΝΟΣ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ

 

Το έθιμο αυτό το συναντάμε σχεδόν σε όλες τις περιοχές της πατρίδας μας είναι τόσο δε παλαιό που λέγεται ότι έχει τις καταβολές του από την εποχή του Όμηρου.

Το πανελλήνιο τούτο έθιμο του Κλείδωνα είναι παλαιότατο, διότι το γνωρίζουμε από την εποχή του Ομήρου. Στην εποχή αυτή χρησιμοποιούσαν το μαντικό τούτο μέσο για να μαντέψουν τα μελλούμενα. Ο Όμηρος αναφέρει δύο τέτοιες περιπτώσεις. Η λέξη φαίνεται πανάρχαια που σημαίνει τον ήχο που προαγγέλει το μέλλον, σαν ένα είδος προφητείας με λέξεις και φράσεις, με προφητική σημασία. Το έθιμο τούτο γίνονταν και στη Ρωμαϊκή και την Βυζαντινή περίοδο και η λέξη σημαίνει “πρόσκληση δαιμόνιων πονηρών”.Το έθιμο είναι ένα υπόλειμμα της λατρείας του ηλίου.

 

 

Τις φωτιές με τα πηδήματα του λαού οι Βυζαντινοί τις αποκαλούν “ήθη Ελληνικά και Εθνικά”. Ο ποιητής Οβίδιος μας αναφέρει ότι οι Ρωμαίοι πηδούσαν τις φωτιές για να καθαριστούν, όπως και σήμερα.

Το έθιμο συνδέεται με την αρχαιότητα στενότατα, μόνον που έχασε τον χαρακτήρα της γενικής μαντικής και περιέσωσε μόνους τους ερωτικούς χρησμούς. Έχουμε και περιγραφές περιηγητών. Τέτοια μια περιγραφή σώζεται από τα 1775 από ένα Γάλλο περιηγητή.

Τη θεά κλειδόνα σήμερα, την έχει αντικαταστήσει ο Άγιος Ιωάννης που ο λαός επικαλείται τη χάρη του.

 

 

Το αμίλητο νερό είναι το πρώτο μέρος του εθίμου. Το φέρνουν από το πηγάδι του χωριού τα κορίτσια μέσα σε μπακίρι. Την ώρα της μεταφοράς δεν μιλούν, παρ’ όλο που, παλικάρια παραφυλάγοντας στο δρόμο, προσπαθούν να κάμουν τα κορίτσια να μιλήσουν με πειράγματα, οπότε αν συμβεί τούτο, η μαντική του κλείδωνα ματαιώνεται ολότελα κατά το λαό.

Την ώρα που η πομπή των κοριτσιών πηγαίνει στο πηγάδι να γεμίσει νερό τα μπακίρια, κι’ όταν επιστρέφει, τα κορίτσια λένε ανάλογα τραγούδια που τα τραγουδούν χορεύοντας γύρω στο πηγάδι:

Του Γιάγιαννου του σύνουρου, του Γιάννη το βοτάνι

τρία λουλούδια μάλωναν ποό θα πρωτοανοίξη

τόνα μιλάει για νερό και τ’ άλλο για το μύρο,

το τρίτο το καλλίτερο μιλάει για την αγάπη.

Αυτή η πομπή του Γιάγιαννου γίνεται κατά τη δύση του ηλίου. Μετά το χορό παίρνουν τις βρεγμένες ανθοδέσμες μέσα από το μπακίρι, καμωμένες με απήγανο και αρχίζουν να αλληλοκαταβρέχoνται και να ραντίζονται αναμεταξύ τους ώσπου γίνονται μούσκεμα, οπότε και αποχωρούν ο καθένας στο σπίτι του για να αλλάξουν και να κοιμηθούν.

Γιάγιαννος λοιπόν είναι ο Κλήδονας που ονομάσθηκε έτσι σε πολλά μέρη της Θράκης από τον απήγανο, που φυτεύεται στα σύνορα των χωραφιών και είναι το βότανο του Αγιγιάννη. Στην παλιά Στενήμαχο της Β. Θράκης – Αν. Ρωμυλίας τον κλήδονα τον έλεγαν Καλλινίτσα. Το τραγούδι τους άρχιζε ως εξής:

Καλλινίτσα στολισμένη δώδεκα χρονώ

δώδεκα χρονώ την πήρε ο Γιαννίτσαρος.

που στα μάρμαρα πατούσε και κορνιάχτιζε

μέσ’ τα σύννεφα κρυβιόνταν κι’ αστροδόξαζε.


Στο Διδυμότειχο γύρω εξακολουθεί να γίνεται με μεγάλη φροντίδα το ίδιο έθιμο με το όνομα Αγιόγιαννος που είναι ο αμάραντος. Πηγαίνοντας τα κορίτσια προς το πηγάδι να γεμίσουν τα μπακίρια με αμίλητο νερό, χωρίζονται σε δύο ημιχόρια βάζοντας στη μέση ταρχοντικά παιδιά πρωτοστέφανων γονέων να κρατούν τα μπακίρια στο κεφάλι. Τραγουδούν δε πηγαίνοντας, το εξής τραγούδι:

Αγιόγιαννε μ’ το σύνουρο, του Γιάννη το βοτάνι

Εσ’ Αγιαγιάννη μ’, βοηθάμε να πλέξω το γαϊτάνι

και πλέγοντας και λέγοντας και ψιλοτραγουδώντας,

στη μέση πλέγουν το Χριστό στην άκρη το Βαγγέλιο

και στο καλό το γύρισμα πλέγουν τον Αγιγιάννη.

Έτσι τραγουδώντας πηγαίνουν προς το πηγάδι, όπου γεμίζουν τα μπακίρια με αμίλητο νερό και χορεύουν γύρω στο πηγάδι. Ξεκινώντας για το σπίτι πάντα τραγουδούν και χορεύουν. Όταν φθάσουν στο στο σπίτι με τέτοια πομπή, βοή και τραγούδια, καταθέτουν το μπακίρι στη ρίζα δένδρου ή τριανταφυλλιάς , ή στο χαγιάτι, και το σκεπάζουν με κόκκινο πανί στην αστροφεγγιά ως το άλλο πρωί και έως ότου τελειώσει στην εκκλησία η λειτουργία. Στο μπακίρι μέσα στο νερό απιθώνει κάθε κορίτσι το σημάδι το σημάδι του, δηλ. μια μικρή ανθοδέσμη με ένα ιδιαίτερο δακτυλίδι, κουμπί κ.λ.π., για ν’ αναγνωρίζη ότι η ανθοδέσμη είναι δική του.

Το άλλο πρωί μετά την λειτουργία, η πομπή των κοριτσιών ξανασχηματίζεται και παραλαβαίνει τα’ αρχοντικό κορίτσι από το σπίτι όπου θα γίνει ο Κλείδονας. Η πομπική αυτή παρέλαση είναι ωραιότατη και συνοδεύεται με τραγούδια που τραγουδούν εναλλάξ τα ημιχώρια.

- Τρείς λυγερές τρείς έμορφες

μάζευαν τον αμάραντο

και το μελισσοβότανο

και τόμασαν ταπόμασαν

έκατσαν και το φούντωσαν.

Και δίψασε μια λυγερή

Στην κρύα βρύσ’ κατέβηκε

και βρίσκει έναν νιούτσικον

κομμένο το χεράκι

- Δός μου Ανθούλα το τσεμπέρι σου

να δέσω το χεράκι μου.

- Στο σπίτι θε σε πάρουμε,

ξένε μου, να σε γιάνουμε.

Φτάνοντας στο σπίτι, όπου είναι τα μπακίρια με τα σημάδια όλη τη νύχτα στην αστροφεγγιά, καθίζουν γύρω τριγύρω και βάζουν στη μέση το πρωτοστέφανο κορίτσι και το σκεπάζουν.

Τότε αρχίζει το βγάλσιμο των σημαδιών, ως εξής:

Οι γνωστές ποιητάρισσες που γνωρίζουν δίστιχα ή κάμνουν την ώρα εκείνη αυτοσχέδια, τραγουδούν ή απαγγέλλουν ένα τέτοιο δίστιχο. Την ώρα της απαγγελίας το πρωτοστέφανο παίρνει μέσ’ από το μπακίρι ένα σημάδι και το υψώνει. Όποια το αναγνωρίσει ως δικό της, με καρδιοχτύπι, απλώνει τα χέρια της φωνάζοντας: Δικό μου, δικό μου! Αν το δίστιχο είναι από τα ωραία και ικανοποιητικά ξεσηκώνεται αλλαλαγμός και δέχεται τα συγχαρητήρια όλων των κοριτσιών, που επεδοκίμασαν το τυχερό της. Αυτό επαναλαμβάνεται.τότε τργουδούν το εξής τραγούδι:

Γιάννης την Μάϊδω θέλει και την αγαπάει.

Κή Μάϊδω δεν τον θέλει δεν τον αγαπάει.

Στην αδερφή που πάει Και στην κάλλιο του (τσάτσα του).

φόρεσ’ πρόσωπο Πάρε και τη ροκίτσα σ’ και ψιλόγνεθε

και ψιλόγνεθε,φώναξε τα κορίτσια

και δύο λάλησε και τρείς φώναξε:

- Άϊντε άϊντε κορίτσια,λιανοκόριτσα

θα πάμε για λουλούδια, για τριαντάφυλλα

Κι’ αρχίνησε κη Μάϊδω- Ωρμήνεψε με Κάλλιο,

Κάλλιο κι’ αδερφή μ’.- Να σ’ ορμηνέψει Γιάννη,

Μα θα κριμαστώ και θα κολαστώ.

Βάλε γυναίκεια ρούχα όλο παίζοντας,

όλο ρίχνοντας. - Μάϊδω, αν ήταν Γιάννς

τήθελες να κάνς; - Εγώ αν ήταν Γιάννης

τώρα σφάζουμε τώρα κόβουμε.

- Μάϊδω, γώ είμαι Γιάννης πως δε σφάζεσαι

πως δε κόβεσαι;- Αν είχα το μαχαίρι μ’

τώρα σφάζουμαι…

Τα δίστιχα που αυτοσχεδιάζουν κείνη την ώρα, που βγάζουν τα σημάδια από μπακίρι, τα λένε, μπεγίτια, ριζικάρια, κοττύματα, κ.τ.λ.. Τέτοια υπάρχουν κατά χιλιάδες στο στόμα του λαού. Παραθέτω εδώ δύο – τρία, που μοιάζουν σαν ποιητικά σμαράγδια και ροθμπίνια.

o Αγαπημένο μου πουλί, πείσματα μη μου κάνεις,

τι έχω δύστυχη καρδιά, πεθαίνω και με χάνεις.

o Αυτό το άχ δεν τόξερα ποτές να το φωνάξω

και τώρα ώρα δεν περνά να μην αναστενάξω.

o Μην αγαπήσης άνθρωπο δίχως να σαγαπήση

κι αν δεν ιδής τα μάτια του να τρέχουνε σα βρύση.

Στο ξημέρωμα της γιορτής το βράδυ τραγουδούν και χορεύουν με το εξής τραγούδι:

- Και τον Αγιόγιαννο το βράδυ,

τείν’ αυτό που γίνεται

σαυτή τη χώρα την τρανή;

- Χρήστος πάει στην πεθερά

ή πεθερά τα’ τον χάρηκε

τον φίλεψε,

και τον ξεπροβόδισε

Βγήκ’ η Γιάννω, ο μασκαράς,

βγήκε και τον φώναξε:

-Έλα , έλα Χρήστο μου

του έλα απόψε, έλα βράδυ

έλα ταχεία το βράδυ.

τον κέρασε Πήγε ο Χρήστος καίνο το βράδυ

κή Γιάννω τον μαχαίρωσε.

Όταν στην τύχη ενός κοριτσιού, το ριζικάρι του δίστιχο, δεν είναι ευνοϊκό, και το κορίτσι αποσυρθή λυπημένο, τότε τραγουδούν το λυπητερό τραγούδι:

Ένα καλό κοράσι σε πέτρα πάνω κάθεται

Κάθεται και βρυχάται

Του ρήγα γιός περνάει κι ο Ρήγας μοναχός του.

-Τι κλαίς, τι κλαίς κοράσιο, τι κλαίγεις και βρυχιέσαι

και μένα δεν το λέγεις και δεν το μαρτυράς;

- Τι να σου πώ βρέ Ρήγα, τι να σε μαρτυρήσω,

το δαχτυλίδι μ’ μούπεσε στον πάτο το γιοφύρι,

κι’ όποιος να σκυψ’ το βγάλει, άντρα θα τον εκάνω.

Δηλαδή όχι αυτόν που θέλω και αγαπώ, αλλ’ αυτόν που θα βγάλει το δαχτυλίδι μου.

Στο τέλος της γιορτής αφού βγάλουν όλα τα ριζικάρια, τότε γυρίζουν στην πλατεία και χορεύουν τραγουδώντας.

-Νάμουν πουλί (Δήμο) να πέταγα, ψηλά στα κορφοβούνια

να πάω να δώ τη λεβεντιά, κι’ αυτοί που λεβεντεύουν

λεβέντεψαν και με το γιό κι’ εμέ το παλλικάρι

με δύο μαντήλια στο λαιμό, με τον ριζά στο ώμο

με δύο χεριές τριαντάφυλλα, στο φέσι του ραμμένα.

Αυτό είναι το ωραίο και ποιητικό έθιμο της Θράκης, που καθ’ αυτό σωσμένο από την αρχαιότητα παραμένει ζωντανό στο Πανελλήνιο με μικρές παραλλαγές στα διάφορα μέρη.

Είναι το έθιμο των κοριτσιών, που με κάθε μέσο ζητούν να μαντέψουν την τύχη τους, τη μοίρα τους, την αποκατάστασή τους.

 

ΠΗΓΗ : Αρχείο Π.Ο.Θ.Σ.

Oι φώτο από το Google

Για την αναζήτηση Ελευθέριος Θ. Χατζόπουλος – Πρόεδρος ΠΟΘΣ