ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ


Σίγουρα όσοι ασχολούνται με την παράδοση, τέτοιες μέρες, θυμούνται και αναπολούν τα όσα  άκουγαν από τις γιαγιάδες και τους παππούδες τους. Ιστορίες και παραμύθια που έχουν να κάνουν με τον τόπο καταγωγής τους.


Βλέπω τη γιαγιά Αννα-Συναδινή, ο Θεός να την έχει καλά, όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος να αναπολεί γυρίζοντας πίσω, που αλλού στην Καστάμπολη της Ανατολικής Θράκης, Ορμανλή τη λένε τώρα, στη χαμένη αλλά αλησμόνητη Θράκη Εκεί που τώρα μόνον Τούρκοι υπάρχουν και δεν βρίσκεται ελληνική ψυχή οπότε δεν  ακούγεται πια και η ελληνική φωνή.  Ξαναγυρίζει στη Θράκη μας, όπου η φύση της παραμένει ίδια, οι κάμποι της πλούσιοι   και οι θάλασσες της  τρικυμισμένες όπως και τότε. Γνωρίζοντας το μεράκι της γιαγιάς Άννας,  έβαλα και πάλι τα εγγόνια της και  την έκαναν  να τους διηγηθεί κάτι γύρω από τις Άγιες ημέρες των Χριστουγέννων.


Γιαγιά, σε παρακαλούμε έλα πες μας για τους  καλικάντζαρους …….. και η γιαγιά μετά από ένα βαθύ αναστεναγμό, κάτι που το συνηθίζει άρχισε:


- Ο κόσμος πιστεύει παιδιά μου, ότι οι καλικάντζαροι έχουν πάρα πολλές μορφές.  Άλλοι τους παρομοιάζουν με τέρατα που έχουν μικρά σώματα και άλλοι με μεγάλα, ότι είναι μαύροι και  το σώμα τους είναι τριχωτό, ενώ το κεφάλι τους είναι σαν του τράγου, έχουν μάτια κόκκινα σαν του διάβολου, τα χέρια τους είναι σαν της μαϊμούς, είναι στραβοί, κουτσοί, άλλοτε με ένα πόδι ή ένα μάτι και μερικοί λένε ότι πολλές φορές φοράνε και σιδερένια παπούτσια.


- Γιαγιά πρέπει να είδες καλικάντζαρο για να τους περιγράφεις τόσο καλά.


- Που να τους δώ μπρέ, αφού μόνο νύχτα γυρνούσανε ! Θέλετε να σας πω ή να σταματήσω, αγρίεψε κάπως η γιαγιά και συνέχισε.


- Θυμάμαι τον παππού μου τον Γιωργή που έλεγε ότι οι καλικάντζαροι, γυρνούσανε όλοι τη νύχτα στους δρόμους και προσπαθούσαν να κάνουν  οποιοδήποτε κακό στον κόσμο. Στα σπίτια έμπαιναν από την καμινάδα και κατέβαιναν στο τζάκι και από εκεί γυρνούσαν όλο το σπίτι. Eκλεβαν, έκαναν ζημιές και μαγάριζαν ότι έβρισκαν και περισσότερο τα φαγητά και τα γλυκά. Γιατί κάτω στα τάρταρα της γης που κατοικούνε, από την πολλή δουλειά που κάνουν εκεί, να ροκανίζουν με μανία με τα κοφτερά τους δόντια τον ξύλινο πάσαλο που κρατάει τη γη με σκοπό να την γκρεμίσουν, δεν  προλάβαιναν να φάνε, και όταν τέτοιες μέρες ανέβαιναν στη γη ήθελαν να φάνε για να λαδώσουν το έντερό τους οι καταραμένοι. Για το λόγο αυτό οι νοικοκυρές για να τους καλοπιάσουν και να γλιτώσουν από τις ζημιές τους, άφηναν επάνω στο τραπέζι  κανένα κομμάτι γλυκό ή καμιά τηγανίτα, η αν πάλι ήθελαν να τους αποφύγουν τελείως, άφηναν αναμμένη τη φωτιά στο τζάκι και όπως έπεφταν τα ζούζουλα  από την καμινάδα, καιγότανε τα νύχια τους, οπότε δεν μπορούσαν να κάνουν κακό. Για τον λόγο αυτό, πριν κοιμηθούμε, βάζαμε στο τζάκι, χοντρά ξύλα, «οντούνια» τα λέγαμε γιατί κρατούσανε μέχρι το πρωί και το σπίτι ήτανε ζεστό και οι καλικάντζαροι δεν κατεβαίνανε από την καμινάδα γιατί φοβότανε τη φωτιά. Στη Ραιδεστό, αλλά και σε όλα τα Γανόχωρα τους καλικάντζαρους τους έλεγαν και «σκαρκάντζελους». Α μπρέ, τώρα που το θυμήθηκα, όταν σκοτείνιαζε , όσοι άνθρωποι βγαίνανε έξω από το σπίτι ή φορούσαν κουδούνια   ή κρατούσανε φαναράκι για να τους ακούνε και να τους βλέπουν οι καλικάντζαροι για να μην τους πλησιάζουν, γι αυτό και τα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα το βράδυ, κτυπούσαν δυνατά τα τρίγωνα που κρατούσανε και φωτίζανε το δρόμο με τα φαναράκια τους. Αχ παιδιά μ’ οι καλικάντζαροι δεν άφηναν κανέναν ήσυχο και όλος ο κόσμος περίμενε πότε θα έρθουν τα φώτα για να βγει ο παπαγιώργης, ο προπάππους  σας για να αγιάσει. Οι καλικάντζαροι φοβότανε πάρα πολλή την αγιαστούρα του παπά γι αυτό το έβαζαν στα πόδια  και τρέχανε να εξαφανιστούν, φωνάζοντας ο ένας στο άλλον:


Φεύγετε να φεύγουμε,
Γιατ’ ήρθε ο διαβολόπαπας
Με την αγιαστούρα του
Και με την βρεχτούρα του.


-    Γιαγιά τελείωσες;


-    Ναι παιδούδια μ΄


-    Σε ευχαριστούμε γιαγιά Άννα, και του χρόνου  νά 'σαι καλά


-    Ναι παιδούδια μ΄και του χρόνου, ού΄ γεροί και νά 'χουμ΄



ΓΕΡΟΣΥΝΗ – ΚΑΛΟΣΥΝΗ – ΚΑΙ ΚΑΛΑ ΜΠΕΡΕΚΕΤΙΑ

 


Σέρρες 18 Δεκ. 2005
Ελευθέριος Θ.Χατζόπουλος
Μέλος του Δ.Σ. της Θ.Ε.Ν.Σερρών &
Β! Αντιπρόεδρος της Π.Ο.Θ.Σ.