ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ - ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ

 

 

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ
( ΟΙΚΟΝΟΜΙΟ-ΞΑΣΤΡΟ)


Τα Χριστούγεννα η όψη μέσα στο σπίτι ήταν εορταστική με ότι μπορούσε κάθε μια νοικοκυρά με στρωσίδια και Χριστουγεννιάτικα στολίδια. Τα Χριστούγεννα ετοίμαζαν «τα Χριστόψωμα». Ζύμωναν το ψωμί με γλυκάνισο μέσα σπόρους ή ψιλά ψιλά κομματάκια φλούδας πορτοκάλι ή μαχλέπι και λίγο λάδι. Το Χριστόψωμο στο πλάσιμο του ζυμαριού, ένας σταυρός χονδρός στη μέση καρύδι με το κέλυφος ή τρία αμύγδαλα επίσης με το κέλυφος - συμβολικά – την Αγία Τριάδα. Πατήρ Υιός και Άγιον Πνεύμα, από πάνω πασπαλισμένο με σησάμι.

Η παράδοση λέει ότι τα χριστόψωμα ήταν παραγγελία της Παναγίας όταν ήταν ετοιμοθάνατη. Τα Χριστόψωμα τα μοίραζαν στην γειτονιά και στα συγγενικά τους σπίτια. Τα έτρωγαν το πρωί, έβαζαν ένα πιάτο γεμάτο για το βραδινό τραπέζι και κρατούσαν ένα πιάτο για την παραμονή του Αγίου Βασιλείου και ένα πιάτο για την παραμονή των φώτων.

Στο τραπέζι το βράδυ έβαζαν   εννιά πιάτα με  λογής νηστίσιμα φαγώσιμα και πρασινάδα, σέλινο, μαϊντανό, πράσο, στη μέση το πιάτο με τα Χριστόψωμα και ένα ποτήρι κρασί και τρία ψωμιά και στο κάθε ψωμί έμπηγαν από ένα κεράκι.  Τα εννέα πιάτα συμβολίζουν τους εννέα μήνες της εγκυμοσύνης της Παναγίας. Όλοι κάθονταν γύρω από το τραπέζι και η μητέρα άναβε τα κεράκια και θύμιαζε με το αλετροσίδερο (θυμιατό) πρώτα τα φαγιά, ύστερα όλους, κατόπι την κάμαρα, το σπίτι, ύστερα θύμιαζε τα ζώα. Ο πατέρας έβγαζε από την τσέπη του την παραδοσακκούλα, την άφηνε πάνω στο τραπέζι και έλεγε: "Αυτές οι παράδες είναι του Χριστού". Αφού έτρωγαν ο πατέρας έριχνε λίγο κρασί σε μια καθαρή γωνία του σπιτιού και έβαζε το θυμιατό στην γωνιά (εστία), όπου έμενε όλο το δωδεκαήμερο.

Στο τραπέζι άφηναν λίγο από όλα τα φαγιά για να έλθουν την νύχτα οι ψυχές να φάνε και το πήγαιναν κάτω από τα εικονίσματα να τα ευλογήσει ο Χριστός. Το πρωί τα περισσεύματα έδιναν να τα φάνε οι όρνιθες. Το ίδιο γινότανε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, μόνο που την Πρωτοχρονιά τα φαγιά δεν ήταν νηστίσιμα.

Τα Χριστούγεννα είχαν σε καλό να φάνε χοιρινό κρέας (συνήθως με λάχανο - καπούσκα). Όλα τα σπίτια έτρεφαν γουρούνι, την παραμονή το έσφαζαν και από το αίμα έβαζαν μια βούλα στο μέτωπο για να μην τους τσιμπούσαν τα κουνούπια και για να μην τους έπιανε η ευλογιά

 



ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ
(ΟΙΚΟΝΟΜΙΟ-ΞΑΣΤΡΟ)


Στη Σηλυβριά σπίτι δεν έμνεσκε να μη κάνει βασιλόπιττα, μόνον οι θλιμμένοι δεν έκαμναν. Από την παραμονή και την προπαραμονή όλη η αγορά που ήσαν οι φούρνοι μοσχοβολούσαν από τις πίττες.

Μέσα στη βασιλόπιττα έβαζαν τον παρά, γρόσι, διάρι ή κάρτο (τέταρτο του μετζιδιέ, αργυρού νομίσματος των 20 γρ.). Όποιος έτυχε να έχει ελληνικό νόμισμα εκείνο έβαζε, την άλειφαν πάνω με αυγό, την έκαμναν στο γύρο διάφορα σχέδια και ξόμπλια με το ψαλίδι και στη μέση, στην μια που θα έκοφταν από βραδύς μετά το βραδινό τραπέζι κατά τις 7 μ.μ. σχεδίαζαν ένα Β, του Άη Βασίλη το όνομα και στην άλλη που θα έκοφταν ανήμερα το μεσημέρι τα αρχικά του νοικοκύρη.

Την βασιλόπιττα την έκαμναν φυλλωτή, έβαζαν γόμο μπλιγούρι και ανάμεσα στα φύλλα τον παρά και άλλα σημάδια. Η νοικοκυρά με τον παρά την σταύρωνε τρεις φορές και ύστερα τον έχωνε μέσα. Επίσης έβαζε πελεκούδι από την πόρτα ή κλαρί για το σπίτι, κουκί στάρι για τα χωράφια, σταφίδα για το αμπέλι, κομματάκι τυρί για τα πρόβατα, άχερο για τα γελάδια.

Στους λυπημένους που έστελναν πίττα, δεν την έκοφταν με το μαχαίρι, ο καθένας έκοφτε με το χέρι ένα κομμάτι.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το βράδυ έβαζαν στο τραπέζι 9 λογιώ φαγητά και πολλών λογιώ οπωρικά, στη μέση την βασιλόπιττα, τα Χριστόψωμα, 3 ψωμιά και ένα κεράκι αναμμένο στο ένα ψωμί, κάθουνταν όλοι γύρω στο τραπέζι. O πατέρας, ή μητέρα ή ο μεγαλύτερος του σπιτιού αφού έτρωγαν έκοφτε την βασιλόπιττα, την έκαμνε ένα σταυρό με το μαχαίρι και ύστερα πρώτα έκοφτε το κομμάτι του Αϊ Βασίλη, κατόπι του σπιτιού, το κομμάτι του πατέρα, της μητέρας και των παιδιών από το μεγαλύτερο στο μικρότερο.

Σε όποιον έπεφτε ο παράς έλεγαν πως εκείνος βασίλεψε. Τον βασιλεμένο παρά έριχναν μέσα σε ποτήρι με κρασί, έπιναν από λίγο και εύχονταν. Και του χρόνου τα καλλίτερα. Τον παρά άφηναν στο εικόνισμα για να το ευλογήσει ο Χριστός και το πρωί το σήκωναν. Τα μεσάνυχτα άφηναν το νερό της βρύσης να τρέχει, για να τρέχει στο σπίτι η ευτυχία σαν το νερό.

 


Κάλαντο αη Βασίλη

Αρχημηνιά κι' αρχηχρονιά
κι' αρχή κι' αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά, εκκλησιά με τ' άγιον Όρος.
Μη φαντάζεσαι Τουρκιά, που' ναι η Ελλάς μικρά,
έχει, έχει και παλικάρια που νικούν,
που νικούν σαν λεοντάρια.

 

 

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ
( ΟΙΚΟΝΟΜΙΟ – ΞΑΣΤΡΟ )

Θεοφάνεια! Φώτα! Επιφάνεια!
Ημέρα βάπτισης του Κυρίου!
Μέρα παρουσίας της τριαδικής θεότητας!
Μέρα αγιασμού των υδάτων!


Με τη μέρα αυτή τελειώνουν και οι γιορτές του Δωδεκαημέρου. Πλούσια ήταν στην Ανατολική Θράκη τα ήθη και έθιμα. Να μερικά:

Την νύχτα την παραμονή των Φώτων αφού ψέλνονταν ο Μεγάλος Αγιασμός, τότε αγιάζονταν και φωτίζονταν τα νερά και έπιναν νηστικοί αγιασμό και νίβονταν, όποιος δεν είχε κοινωνήσει του Χριστού, νήστευε και έπινε Μεγάλο Αγιασμό.


Είχαν σε κάλο να κρατήσουνε Μεγάλο Αγιασμό όλο τον χρόνο για το κακό μάτι, ύστερα τον έριχναν στα χωράφια και φύλαγαν τον καινούργιο.
Πριν βγει ο Παππάς να αγιάσει τα σπίτια, έσβηναν μέσα στη στάχτη το απομεινάρι του κούτσουρου που το έλεγαν Καλκάντζαρο, μάζευαν όλη τη στάχτη απ' τη γωνιά και με το υνί έριχναν από λίγη γύρω στο σπίτι. Ήταν καλό για τα φίδια και τα μαμούδια. Την άλλη μαζί με τον Καλκάντζαρο, τον Μεγάλο Αγιασμό και τον Αγιασμό του Φλεβάρη τον πήγαιναν στα αμπέλια. Τον Καλκάντζαρο τον παράχωναν μαζί με ένα μπουκάλι που περιείχε και τους δύο αγιασμούς. 'Όσος αγιασμός περίσσευε, ράντιζαν τα κούρβουλα και τον σκόρπιζαν στο αμπέλι για την πάχνη.


Από τη στάχτη φύλαγαν λίγη σε σακουλάκι, γιατρικό για τα σπυριά και για τις τριανταφυλλιές όταν έπιαναν ψείρες. Αφού έπαιρναν τη στάχτη έχριζαν τη γωνιά.

Την παραμονή των Θεοφανείων είχαν έθιμο να στέλνει ο ανάδοχος (νονός ή νονά) στους αναδεξιμιούς (βαπτιστικούς) ως δώρο ένα "φωτίκι". Το "φωτίκι" ήταν μια αρμάθα (σχοινί) 50 εκατοστά περίπου από διάφορα φρούτα: σύκο, πορτοκάλι, ζαχαρωτά, μήλο. Τα έβαζαν με την ίδια σειρά πολλές φορές. Όσο μεγαλύτερη η αρμάθα τόσο ψηλός θα γινόταν και ο βαφτιστικός. Επίσης τον στόλιζαν κατακόρυφα με έγχρωμες χάρτινες λωρίδες και βάζανε και ένα κερί.


Η χαρά των παιδιών ήταν απερίγραπτη όταν από το παράθυρο έβλεπαν τα δώρα να έρχονται, διότι ήταν κλεισμένα στο σπίτι επειδή κατά τις γιορτές έπεφτε τις περισσότερες φορές χιόνι.


Το "φωτίκι" το έστελνε ο νουνός ή η νονά με κάποιο παιδί ή το πήγαινε η ίδια. Το βαπτιστικό έκανε μετάνοια και φιλούσε το χέρι για να το πάρει. Θα φιλούσε το χέρι του παιδιού αν το πήγαινε. Στο σπίτι που είχαν μικρά παιδιά κι περίμεναν το "φωτίκι", είχαν έτοιμο τραπέζι για να φιλεύουν τη νονά ή το παιδί που πήγαινε το "φωτίκι".


Μόλις άρχιζε να νυχτώνει την παραμονή τα παιδιά έβγαιναν να καλαντίσνε.


Κάλαντο της Σηλύβριας:

Ηλθανε τα Φώτα κι' ο Φωτισμός
αύριο της κέρας μας της Παναγιάς.
Παναγιά Κονόμα και στα κεριά
και στα θυμιατούργια καλάντισμα.
Αι Γιάννη αφέντη και Πρόδρομε,
θέλω να βαπτίσω Θεού παιδί,
να το βγάλω Δρόσο και Λίβανο,
ν' αγιασθούν οι κάμποι με τα νερά,
ν' αγιασθεί κι' αφέντης με την κερά.



Το πρωί των Φώτων έριχναν τον σταυρό στη θάλασσα. Ξεκινούσαν από την εκκλησία και μπρός με τον παπά με τον σταυρό ψέλνοντας το "εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε" πήγαιναν στην παραλία και ο παπάς έριχνε το σταυρό στη θάλασσα. Δύο, τρία παλικάρια έμπαιναν να τον πάρουν. Στα ήσυχα ακρογιάλια αντηχούσαν τα χαρμόσυνα τροπάρια, "Επεφάνη σήμερον".


Τα νερά αγιάσθηκαν, ο σταυρός βγήκε από τη θάλασσα και τα παλικάρια που βούτηξαν στη θάλασσα τα συνόδευαν οι χωριανοί στο καφενείο, εκεί τα ζέσταιναν κοντά στη φωτιά, τα έδιναν να πιουν κονιάκ και φλαμούρι και τα έδιναν να φάνε.


Ύστερα τα παλικάρια έκαμναν τον γύρο του χωριού από όλα τα σπίτια με τον σταυρό, αγιάζοντας και ραντίζοντας με τον Αγιασμό και ψάλλοντας το "Εν Ιορδάνη...". Οι νοικοκυραίοι τα κερνούσαν, τα έδιναν παράδες και οι αρραβωνιασμένες και νιόνυφες μαντήλια. Στο χωριό αντηχούσαν οι ψαλμωδίες και η μέρα ήταν ξεχωριστή.