ΣΩΖΟΠΟΛΗ-ΑΓΑΘΟΥΠΟΛΗ-ΑΓΧΙΑΛΟΣ-ΣΤΕΝΗΜΑΧΟΣ

Σωζόπολη

 

 


 

 

Η Σωζόπολη (Βουλγάρικα: Созопол, αρχαίο όνομα Απολλωνία Ποντική) είναι μια μικρή, αρχαία πόλη, 30χλμ νοτίως του Μπούργκας στην Βουλγαρία. Η πόλη σφύζει πληθυσμιακά κατά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και από τις 1 ως τις 10 Σεπτεμβρίου λόγω του φεστιβάλ τεχνών και σινεμά Απολλωνία, αλλά είναι ήρεμε κατά το χειμώνα.

Ιστορία

Η Σωζόπολη είναι η παλαιότερη πόλη στην Βουλγαρική Ακτή της Μαύρης Θάλασσας. Η πρώτη εγκατάσταση στα μέρη αυτά χρονολογείται τουλάχιστον από το πρώτο ήμισυ του 6ου π.Χ. αιώνα, αφού την Απολλωνία (όπως ήταν το όνομα που είχε προηγουμένως) ίδρυσαν Μιλήσιοι με επικεφαλής τον Αναξίμανδρο (611-547 π.Χ., περίπου). Οι υποθαλάσσιες εξερευνήσεις στην περιοχή του λιμανιού έφεραν στο φως απομεινάρια κατοικιών, κεραμικά πήλινα σκεύη, λίθινα και ξύλινα εργαλεία από την εποχή του χαλκού.

Στον κόλπο της Σωζόπολης έχουν ανακαλυφθεί πολλές άγκυρες από τον 2ο-1ο αιώνα π.Χ., απόδειξη δραστήριας ναυσιπλοΐας από την αρχαιότητα.

Η πόλη αναπτύχθηκε ως εμπορικό και ναυτικό κέντρο. Διατηρούσε στενές πολιτικές και εμπορικές σχέσεις με μεγάλες πόλεις της Ελλάδας - Μίλητος, Αθήνα, Κόρινθος, Ποντική Ηρακλεία και τα νησιά Ρόδος, Χίος, Λέσβος, κ.α. Η εμπορική της επίδραση στις Θρακικές περιοχές βασιζόταν σε μια συνθήκη με τους ηγέτες του Οδρισσιανού βασιλειού από τον 5ο αιώνα π.Χ.

Το σύμβολο της πόλης - η άγκυρα, παρούσα σε όλα τα νομίσματα, κομμένα στην Απολλωνία από τον 6ο αιώνα π.Χ. είναι απόδειξη της σημαντικότητας του εμπορίου. Η πλούσια πόλη έγινε σύντομα σημαντικό πολιτιστικό κέντρο. Εκείνη την περίοδο αποκαλείτο Απολλωνία Μάγκνα.

Οι αρχαίες εικόνες και τα έξοχα ξυλόγλυπτα εικονοστάσια είναι αξιοσημείωτο επίτευγμα της επιδεξιότητας της εποχής. Η αρχιτεκτονική των σπιτιών στην παλαιά πόλη από την αναγεννησιακή περίοδο την καθιστά ένα μοναδικό μέρος για επίσκεψη σήμερα.

 

==Ιστορία==

Η Σωζόπολη είναι η παλαιότερη πόλη στην [[Βουλγαρική Ακτή της Μαύρης Θάλασσας]]. Η πρώτη εγκατάσταση στα μέρη αυτά χρονολογείται τουλάχιστον από το πρώτο ήμισυ του 6ου π.Χ. αιώνα, αφού την Απολλωνία (όπως ήταν το όνομα που είχε προηγουμένως) ίδρυσαν [[Μίλητος|Μιλήσιοι]] με επικεφαλής τον Αναξίμανδρο (611-547 π.Χ., περίπου). Οι υποθαλάσσιες εξερευνήσεις στην περιοχή του λιμανιού έφεραν στο φως απομεινάρια κατοικιών, κεραμικά πήλινα σκεύη, λίθινα και ξύλινα εργαλεία από την εποχή του χαλκού.

Στον κόλπο της Σωζόπολης έχουν ανακαλυφθεί πολλές άγκυρες από τον 2ο-1ο αιώνα π.Χ., απόδειξη δραστήριας ναυσιπλοΐας από την αρχαιότητα.

Η πόλη αναπτύχθηκε ως εμπορικό και ναυτικό κέντρο. Διατηρούσε στενές πολιτικές και εμπορικές σχέσεις με μεγάλες πόλεις της [[Ελλάδα|Ελλάδας]] - [[Μίλητος]], [[Αθήνα]], [[Κόρινθος]], [[Ποντική Ηρακλεία]] και τα νησιά [[Ρόδος]], [[Χίος]], [[Λέσβος]], κ.α. Η εμπορική της επίδραση στις Θρακικές περιοχές βασιζόταν σε μια συνθήκη με τους ηγέτες του Οδρισσιανού βασιλειού από τον 5ο αιώνα π.Χ.

Το σύμβολο της πόλης - η άγκυρα, παρούσα σε όλα τα νομίσματα, κομμένα στην Απολλωνία από τον 6ο αιώνα π.Χ. είναι απόδειξη της σημαντικότητας του εμπορίου. Η πλούσια πόλη έγινε σύντομα σημαντικό πολιτιστικό κέντρο. Εκείνη την περίοδο αποκαλείτο ''Απολλωνία Μάγκνα''.

Οι αρχαίες εικόνες και τα έξοχα ξυλόγλυπτα εικονοστάσια είναι αξιοσημείωτο επίτευγμα της επιδεξιότητας της εποχής. Η αρχιτεκτονική των σπιτιών στην παλαιά πόλη από την αναγεννησιακή περίοδο την καθιστά ένα μοναδικό μέρος για επίσκεψη σήμερα.

ΠΗΓΗ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Αγαθούπολη

Η Αγαθούπολη (βουλγαρικά: Ахтопол) είναι παραθαλάσσια πόλη της Βουλγαρίας στον Εύξεινο Πόντο. Έχει πληθυσμό 1444 κατοίκους. Απέχει 74 χιλιόμετρα νότια από το Μπουργκάς (Πύργος). Είναι η νοτιότερη πόλη της Βουλγαρίας και απέχει μόλις 12 χιλιόμετρα από την Ευρωπαϊκή Τουρκία.

Το αρχαίο ελληνικό όνομά της ήταν "Αυλικόν τείχος". Το 1898, η Αγαθούπολη ήταν μια πόλη με 410 οικογένειες από τις οποίες 300 ήταν Ελληνικές (περίπου 1800 Έλληνες ασχολούμενοι κυρίως με την αλιεία), και 110 Βουλγαρικές.

Το 1912 την πόλη κατέλαβαν οι Βούλγαροι οι οποίοι ανάγκασαν τους Έλληνες να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι των κατοίκων έφθασαν στη Θεσσαλονίκη όπου και παρέμεινα μέχρι το 1921, όπου η τότε ελληνική κυβέρνηση τους επέτρεψε να δημιουργήσουν νέα δική τους πόλη στη παραλία Αιγαίου κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό της Μεθώνης (Ελευεροχωρίου), βόρεια της Κατερίνης (στο Νομό Πιερίας), σε ανάμνηση της γενέτειράς τους.

Το 1925 είχαν ήδη εγκατασταθεί στη νέα πόλη που πήρε το όνομα Νέα Αγαθόπολη ή Νέα Αγαθούπολη, περί τις 50 οικογένειες όπου και κτίστηκε σχολείο και μικρός ναός αφιερωμένος στην Αγία Αναστασία.

Σημειώνεται ότι τους Έλληνες μετανάστες αντικατέστησαν στη γενέτειρά τους Βούλγαροι μετανάστες (150 οικογένειες) από το χωριό Μπουναρχισάρ της Ευρωπαϊκής Τουρκίας.

ΠΗΓΗ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

 


ΑΓΧΙΑΛΟΣ

Πομόριε

Δικτυακός τόπος: http://www.pomorie.com

 

Το Πομόριε (βουλγ.: Поморие), γνωστό στον ελληνικό κόσμο ως Αγχίαλος (λατ.: Anchialus, βουλγ. Анхиало, τουρκ.: Ahyolu) είναι πόλη της νοτιοανατολικής Βουλγαρίας. Είναι κτισμένη σε μια στενή και βραχώδη λωρίδα γης στον κόλπο του Μπουργκάς (Πύργου).

Η πόλη έχει πλούσια ιστορία και σήμερα είναι σπουδαίος τουριστικός προορισμός. Ο πληθυσμός της κατά την απογραφή του 2005 ανερχόταν σε 14.600 κατοίκους.

 

 

 

 

Ελληνική αποικία και ρωμαϊκό κέντρο


Ιδρύθηκε πιθανόν κατά τον 5ο ή 4ο π.Χ. αιώνα ως αποικία της Απολλωνίας (σημερινής Σωζόπολης). Αναφέρεται από τον Στράβωνα ως μια μικρή πόλη. Κατελήφθη προσωρινά από τη Μεσημβρία (Nesebar) τον 2ο π.Χ. αιώνα, αλλά κατακτήθηκε ξανά από την Απολλωνία και τα τείχη της καταστράφηκαν. Το όνομα Αγχίαλος ετυμολογείται από το πρόθεμα αγχι- (κοντά, πλησίον) και την αρχαία λέξη αλς, που σημαίνει τη θάλασσα. Μια εξ ίσου πιθανή εκδοχή του αρχικού προθέματος είναι και το αμφι- (πανταχόθεν) που με τη λέξη αλς , μας δίνει την εύλογη σημασία του μέρους που περιβάλλεται (πανταχόθεν) από θάλασσα . Μια λέξη που έρχεται σε απόλυτη συμφωνία με τη γεωγραφική εικόνα και θέση της πόλης . Πιθανότατα λοιπόν , το αγχί-(αλος) έλαβε με την πάροδο των χρόνων , τη θέση του αρχικού - και ορθότερου - αμφι- (αλος) . Στο Θρακικό Λεξικό , αναφέρονται τα εξής σχετικά : [...] Κατόπιν υπό των Μιλησίων ωνομάσθη Απολλωνία και τέλος Αγχίαλος, όνομα το όποιον διατήρησε δια μέσου των αιώνων μέχρι σήμερα. Αλλά πότε και γιατί ονομάστηκε Αγχίαλος είναι άγνωστο. Κατά πάσαν πιθανότητα, ονομάστηκε έτσι σε αντίθεσιν προς την Μητρόπολή της Απολλωνία, η οποία, κτισμένη σε νησί, ήταν συνεπώς αμφίαλος, δηλ. περιβρεχόμενη από παντού.[...] ενώ ο Ευστάθιος, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, αναφέρει τα ακόλουθα ετυμολογικά :

[...] δήλον δε και ότι το , Αγχίαλος και Αμφίαλος και Ευρύαλος , εκ τοπικών μετήκται εις κύρια . Αγχίαλος μεν γάρ , τόπος άπας αγχού ων θαλάσσης . Αμφίαλος δε, νήσος άπασα .[...] .

Η δυτική Μαύρη Θάλασσα πέρασε στον έλεγχο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 29 με 28 π.Χ., μετά από συγκρούσεις που ξεκίνησαν ήδη από το 72-71 π.Χ. Στο μεταξύ, τα τείχη της πόλης είχαν κτιστεί εκ νέου, όπως μαρτυρεί ο Οβίδιος. Στις αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα, η Αγχίαλος ανήκε στο Βασίλειο των Οδρυσίων και κατοικούνταν από Θρακικό πληθυσμό, όπως μαρτυρεί ο βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος. Με τη διάλυση του Βασιλείου το 45 μ.Χ., η Αγχίαλος αποτέλεσε μέρος της Ρωμαϊκής Επαρχίας της Θράκης και ανακηρύχθηκε επισήμως πόλη επί Αυτοκράτορος Τραϊανού. Η Αγχίαλος έκτοτε προόδευσε. Η περιφέρειά της επεκτάθηκε πολύ, ενώ αναδείχθηκε στο εμπορικότερο λιμάνι της Θράκης.


Βυζαντινή Αυτοκρατορία

Στα μέσα του 3ου αιώνα η πρόοδος της πόλης ανακόπηκε από εκτεταμένες επιδρομές βάρβαρων φυλών από το βορρά, με κατάληξη την κατάληψή της από τους Γότθους γύρω στο 270. Στην Αγχίαλο παρέμεινε και ο Διοκλητιανός μεταξύ 28 και 30 Οκτωβρίου 294. Οι μεταρρυθμίσεις του, όπως και αυτές του Μεγάλου Κωνσταντίνου, έδωσαν για λίγο στην πόλη τη χαμένη της αίγλη, ενώ η εγγύτητα στην, πρωτεύουσα πλέον, Κωνσταντινούπολη, κατέστησε την Αγχίαλο σπουδαίο διαμετακομιστικό κέντρο.

Ο Οστρογότθος Θεοδώριχος πέρασε από την Αγχίαλο το 476, καθ' οδόν για την Αδριανούπολη. Το 513, κατά τη «Στάση του Βιταλιανού», η πόλη πέρασε στον έλεγχο των στασιαστών, οι οποίοι συγκέντρωσαν στρατό και στόλο για να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, μέχρι που κατεστάλησαν το 515. Τον 5ο με 6ο αιώνα, η Αγχίαλος έγινε έδρα Αυτοκέφαλης Αρχιεπισκοπής.


Αρχαίος θρακικός τάφος


Με την εισβολή των Σλάβων και των Αβάρων το 584, η Αγχίαλος κατελήφθη και τα τείχη της καταστράφηκαν. Ο Άβαρος Μπαγιάν εγκατέστησε εκεί την κατοικία του για μερικούς μήνες και έκλεισε συμφωνία ειρήνης με τους Βυζαντινούς. Η Αγχίαλος επανήλθε σε Βυζαντινό έλεγχο κατά τις εκστρατείες του Αυτοκράτορα Μαυρικίου, ο οποίος την επισκέφτηκε προσωπικά για να επιβλέψει την επανοικοδόμησή της.

Μετά το 681 και τη δημιουργία του κράτους των Βουλγάρων στο βορρά, η Αγχίαλος έπαιξε σημαντικό ρόλο σε πολλές διαμάχες μεταξύ Βουλγάρων και Βυζαντινών. Το 708, οι δυνάμεις του Ιουστινιανού Β' του Ρινότμητου ηττήθηκαν κατά κράτος κοντά στα τείχη της πόλης από το βουλγαρικό στρατό, ενώ στις 30 Ιουνίου 763 οι Βούλγαροι ηττήθηκαν από τις δυνάμεις του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄ του Κοπρώνυμου. Στις 21 Ιουνίου του 766 όμως, ο στόλος του ίδιου Αυτοκράτορα, αποτελούμενος από 2.600 πλοία, βυθίστηκε ενώ έπλεε προς την Αγχίαλο.

Το Μάιο του 783, η Αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία διεξήγαγε μεγάλη εκστρατεία στη Θράκη και αποκατέστησε την οχύρωση της Αγχιάλου. Το 813, η πόλη κατακτήθηκε για πρώτη φορά από τους Βούλγαρους, ενώ οι Βυζαντινοί επανέκτησαν τον έλεγχό της το 864.

Στις 20 Αυγούστου 917 έλαβε χώρα κοντά στην πόλη η μάχη της Αγχιάλου, μια από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές επιτυχίες του Τσάρου Συμεών, ο στρατός του οποίου νίκησε τον κατά πολύ μεγαλύτερο του Λέοντος Φωκά. Η Βουλγαρία κράτησε τον έλεγχο της πόλης ως το 971, οπότε οι Βυζαντινοί την ανακατέλαβαν και τη διατήρησαν για δυο αιώνες, κατά τη διάρκεια των οποίων οι Βούλγαροι ήταν υποτελείς. Μετά την εκ νέου δημιουργία του Κράτους των Βουλγάρων, η πόλη άλλαξε χέρια πολλές φορές, μέχρι που κατελήφθη από Ενετούς τον Οκτώβριο του 1366.

 


Οθωμανική Αυτοκρατορία


Η πόλη κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1453, μαζί με την Κωνσταντινούπολη. Υπό οθωμανική διοίκηση, η Αγχίαλος αποτέλεσε το κέντρο ενός «καζά», ο οποίος περιλάμβανε και την Σωζόπολη. Ήταν έδρα επαρχίας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και συνέχισε να αποτελεί πολιτιστικό, θρησκευτικό, οικονομικό και διοικητικό κέντρο της περιοχής ως τις αρχές του 19ου αιώνα, καθώς εκεί είχαν εγκατασταθεί αρκετές αρχοντικές οικογένειες της Πόλης μετά την Άλωση. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες κατάγονταν από την Αγχίαλο: Ο Μιχαήλ Γ΄ και ο Ιερεμίας Β΄ Τρανός.

Κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1828-1829, η Αγχίαλος κατελήφθη, στις 11 Ιουλίου 1829, από ρωσικές δυνάμεις, οι οποίες παρέμειναν εκεί για έναν χρόνο. Την εποχή εκείνη, ο πληθυσμός τους αποτελούνταν από Βουλγάρους και Έλληνες, αριθμούσε περίπου 5-6.000 και είχε έξι ορθόδοξες εκκλησίες και ένα τζαμί. Το 1856 θεμελιώθηκε η Μονή του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται κοντά στην πόλη.

 


Ελεύθερη Βουλγαρία


Η Αγχίαλος ελευθερώθηκε από τους Οθωμανούς στις 27 Ιανουαρίου 1878 και αποτέλεσε τμήμα της Ανατολικής Ρωμυλίας ως τη Βουλγαρική Επανένωση του 1886. Κατά τη διάρκεια του 19ου και 20ού αιώνα, έχασε σταδιακά τη σπουδαιότητά της στη Βουλγαρική Ακτή της Μαύρης Θάλασσας προς όφελος του Μπουργκάς, που αναπτυσσόταν ραγδαία. Η Αγχίαλος επικεντρώθηκε στα οινοποιία και τις αλυκές. Μετονομάστηκε σε Πομόριε το 1934, όνομα που διατηρεί την ελληνική ετυμολογία, καθώς σημαίνει «παρά τη θάλασσα» (po=κοντά, more=θάλασσα). Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήρθαν στο Πομόριε Βούλγαροι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, οι οποίοι αντικατέστησαν του Έλληνες που είχαν φύγει την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα και είχαν ιδρύσει, από το 1906, τη Νέα Αγχίαλο στην Ελλάδα.

 

 

Στενήμαχος (Βουλγαρία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

 

 

Η Στενήμαχος ή Ασένοβγκραντ (βουλγαρικά: Асеновград) είναι πόλη της Βουλγαρίας. Έχει πληθυσμό 60 270 κατοίκους και είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη στην Περιφέρεια της Φιλιππούπολης μετά τη Φιλιππούπολη. Απέχει 19 χιλιόμετρα νότια από τη Φιλιππούπολη και 150 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα Σόφια.

Κατά το παρελθόν υπήρχε στη Στενήμαχο, ακμαίο Ελληνικό στοιχείο, αλλά με τη Συνθήκη του Νειγύ (1919) που προέβλεπε ανταλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας - Βουλγαρίας, έχασε τον Ελληνικό της χαρακτήρα. Οι Στενημαχίτες Ελληνες εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Δράμα, στο Κιλκίς και σε άλλες περιοχές της Β. Ελλάδας.

Από τη Στενήμαχο κατάγονται πολλοί επιφανείς λόγιοι και επιστήμονες, όπως ο φιλόλογος και παιδαγωγός Βλ. Σκορδέλης,ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας, ο υπουργός Απόστολος Δοξιάδης, ο αρχιτέκτονας και πολιτικός Κωνσταντίνος Δοξιάδης, "πατριάρχης" του Παναθηναϊκού Απόστολος Νικολαΐδης κ.α..

Η πόλη είναι αδελφοποιημένη με το Κιλκίς και με τη Νάουσα.