ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ

 

ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ


Η τούρκικη αντιπροσωπεία στο συνέδριο της Λωζάνης


Η Συνθήκη της Λωζάνης ήταν συνθήκη ειρήνης που έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας. Υπογράφηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας στις 24 Ιουλίου 1923 από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις άλλες χώρες που πολέμησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922) και συμμετείχαν στην Συνθήκη των Σεβρών συμπεριλαμβανομένης και της ΕΣΣΔ (που δεν συμμετείχε στην προηγούμενη συνθήκη).

Ιστορικό

Κατάργησε την Συνθήκη των Σεβρών που δεν είχε γίνει αποδεκτή από την νέα κυβέρνηση της Τουρκίας που διαδέχθηκε τον Σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης. Μετά την εκδίωξη από την Μικρά Ασία του Ελληνικού στρατού από τον Τουρκικό υπό την ηγεσία του Κεμάλ Ατατούρκ, εμφανίστηκε η ανάγκη για αναπροσαρμογή της συνθήκης των Σεβρών. Στις 20 Οκτωβρίου 1922 ξεκίνησε το συνέδριο που διακόπηκε μετά από έντονες διαμάχες στις 4 Φεβρουαρίου 1923 για να ξαναρχίσει στις 23 Απριλίου. Το τελικό κείμενο υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου μετά από 7,5 μήνες διαβουλεύσεων.

Η Τουρκία ανέκτησε την Ανατολική Θράκη, κάποια νησιά του Αιγαίου, μια λωρίδα γης κατά μήκος των συνόρων με την Συρία, την περιοχή της Σμύρνης και της Διεθνοποιημένης Ζώνης των Στενών η οποία όμως θα έμενε αποστρατικοποιημένη και αντικείμενο νέας διεθνούς διάσκεψης. Παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία, όπως προέβλεπε και η συνθήκη των Σεβρών, αλλά χωρίς πρόβλεψη για δυνατότητα αυτοδιάθεσης. Ανέκτησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα σε όλη της την επικράτεια και απέκτησε δικαιώματα στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε όλη την επικράτειά της εκτός της ζώνης των στενών.

Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει σε είδος (ελλείψει χρημάτων) τις πολεμικές επανορθώσεις. Η αποπληρωμή έγινε με επέκταση των τουρκικών εδαφών της Ανατολικής Θράκης πέρα από τα όρια της συμφωνίας. Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία με τον όρο ότι θα διοικούνταν με ευνοϊκούς όρους για τους Έλληνες. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχασε την ιδιότητα του Εθνάρχη και το Πατριαρχείο τέθηκε υπό ειδικό διεθνές νομικό καθεστώς.

Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία παραιτήθηκε από όλες τις διεκδικήσεις για της παλιές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκτός των συνόρων της και εγγυήθηκε τα δικαιώματα των μειονοτήτων στην Τουρκία. Με ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποφασίστηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή μειονοτήτων από τις δύο χώρες και η αποστρατικοποίηση κάποιων νησιών του Αιγαίου.

Η ανταλλαγή μειονοτήτων που πραγματοποιήθηκε προκάλεσε μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών. Μετακινήθηκαν από τη Μικρά Ασία στην Ελλάδα 1.650.000 Τούρκοι υπήκοοι, χριστιανικού θρησκεύματος και από την Ελλάδα στην Τουρκία 670.000 Έλληνες υπήκοοι, μουσουλμανικού θρησκεύματος[1]. Η θρησκεία αποτέλεσε το βασικό κριτήριο για την ανταλλαγή. Μεταξύ των ανταλλάξιμων περιελαμβάνονταν επίσης οι Έλληνες του Πόντου, αλλά και τουρκόφωνοι Έλληνες, όπως τουρκόφωνοι Πόντιοι και Καραμανλήδες, καθώς και ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι ,όπως οι Βαλαάδες της Δυτικής Μακεδονίας[2]. Μαζί με τους Έλληνες, πέρασε στην Ελλάδα και αριθμός Αρμενίων και Συροχαλδαίων.Εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή οι Έλληνες κάτοικοι της νομαρχίας της Κωνσταντινούπολης (οι 125.000 μόνιμοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των περιχώρων, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918) και οι κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου (6.000 κάτοικοι), ενώ στην Ελλάδα παρέμειναν 110.000 Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης2[3]

ΠΗΓΗ: Βικιπαίδεια

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 Ιουλίου 2011 - 88 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ 24 Ιουλίου 1923

Υπογράφτηκε η συνθήκη της Λωζάνης


Το λεγόμενο «Ανατολικό Ζήτημα», τουλάχιστον όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές διαφορές, υπήρξε ουσιαστικά ένα Δυτικό Ζήτημα που αφορούσε εξίσου τόσο τα συγκεκριμένα συμφέροντα και προβλήματα των λαών της εγγύς Ανατολής όσο και τις φιλοδοξίες και αντιπαλότητες των Μεγάλων Δυνάμεων. Σε αντίθεση με προγενέστερες συνδιασκέψεις, όπως αυτή του Βερολίνου, το διακύβευμα στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης δεν ήταν η τύχη μιας «ασθενούς» και παρακμάζουσας Αυτοκρατορίας, αλλά το μέλλον ενός αναγεννημένου έθνους, αποφασισμένου να διατηρήσει με κάθε κόστος όσα αναγνώριζε ως κυριαρχικά του δικαιώματα. Το αποτέλεσμα ήταν, όπως είναι γνωστό, στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης να αναζητηθεί μια συμβιβαστική διευθέτηση των διεκδικήσεων Δύσης και Ανατολής. Αναμφίβολα, η Συνθήκη της Λωζάνης συνιστά ένα κείμενο με τεράστια νομική και πολιτική σημασία για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.

Η Συνθήκη της Λωζάνης ήταν συνθήκη ειρήνης που έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας. Oυσιαστικά κατάργησε τη Συνθήκη των Σεβρών που δεν είχε γίνει αποδεκτή από τη νέα κυβέρνηση της Τουρκίας που διαδέχθηκε τον Σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης. Μετά δε και την εκδίωξη από την Μικρά Ασία του Ελληνικού στρατού από τον Τουρκικό υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ , εμφανίστηκε η ανάγκη για αναπροσαρμογή της συνθήκης των Σεβρών.

Η διάσκεψη για την υπογραφή της συνθήκης κράτησε 9 μήνες με ενδιάμεση διακοπή 75 ημερών και χωρίστηκε σε δύο φάσεις.

Η πρώτη ξεκίνησε στις 8 Νοεμβρίου του 1922 στη Λωζάνη και κράτησε μέχρι τις 4 Φεβρουαρίου του 1923.Διακόπηκε κατά δραματικό τρόπο και ξανάρχισαν οι εργασίες της στις 11 Απριλίου για να καταλήξει στην υπογραφή της στις 24 Ιουλίου του 1923, η οποία επέβαλε ειρήνη στην Τουρκία, όχι μόνο με την Ελλάδα, αλλά και με τους άλλους συμμάχους ( Αγγλία, Γαλλία Ιταλία ). Επικεφαλής της Ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και της Τουρκικής ο Ισμέτ Πασάς.

Με την διάσκεψη αυτή επρόκειτο να γίνει το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών των συμμάχων με την Τουρκία.

Από την πρώτη στιγμή οι εργασίες σκόνταψαν στην αδιαλλαξία της Τουρκικής πλευράς . Η Τουρκία καίτοι νικημένη στον πόλεμο του 1918 προέβαλλε αξιώσεις επειδή θεωρούσε τον εαυτό της νικητή στις επιχειρήσεις της Μικράς Ασίας με τους Έλληνες το 1922. Οι αξιώσεις της Τουρκίας ήταν εντονότερες σε βάρος της Ελλάδος. Η Τουρκία ζητούσε πολεμική αποζημίωση πολλών εκατομμυρίων χρυσών λιρών, την παραχώρηση της Δυτικής Θράκης, την κατάργηση του Ελληνικού στόλου, την απομάκρυνση του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την Κωνσταντινούπολη, καθώς και την απομάκρυνση του Ελληνικού πληθυσμού από την Κωνσταντινούπολη και όπου υπήρχαν Έλληνες. Οι παράλογες αξιώσεις του Ισμέτ Πασά έκαναν τον Βενιζέλο να αποφασίσει την επέμβαση του στρατού, αφού η στρατιά του Έβρου είχε οργανωθεί και ήταν πλέον αξιόμαχη. Δεν τόλμησε να κάνει την κίνηση αυτή επειδή διαπίστωσε την απροθυμία των συμμάχων. Η διάσκεψη πήγαινε από το κακό στο χειρότερο εξαιτίας της αδιαλλαξίας της Τουρκίας. Ο Βενιζέλος επιδεικνύοντας την πολιτική του δεξιοτεχνία και ευελιξία κατόρθωσε οι Τούρκοι να δεχθούν να παραμείνει το Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη και τον Ιανουάριο του 1923 επετεύχθη η υπογραφή της σύμβασης για την ανταλλαγή των πληθυσμών, των αιχμαλώτων και των ομήρων.

Η ανταλλαγή ήταν υποχρεωτική για το σύνολο του Ελληνικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1.650.000 άτομα!) με τους Τουρκόφωνους Μοσουλμανικούς πληθυσμούς της Ελλάδας (670.000 άτομα! )

Η σύμβαση αυτή είχε παγκόσμια σημασία, επειδή για πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά έγινε και υπογράφηκε παρόμοια συμφωνία. Στην προκειμένη περίπτωση θα ανταλλάσσονταν όλοι οι Έλληνες το γένος αλλά Τούρκοι υπήκοοι με τους μουσουλμάνους της Ελλάδος που ήταν Έλληνες υπήκοοι. Θα εξαιρούνταν οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης από τη μια μεριά και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης από την άλλη. Στη συνέχεια χρειάσθηκαν διαπραγματεύσεις και συζητήσεις μέχρι την ημέρα της τελικής συμφωνίας και της υπογραφής της.

Η συνθήκη οριστικά υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923 στην αίθουσα τελετών του πανεπιστημίου της Λωζάνης η οποία έβαζε τέλος σε μια μεγάλη πολεμική περίοδο και έκλεινε την αυλαία του Ελληνικού δράματος της Μικρασιατικής καταστροφής.

Σύφωνα με αυτήν η Τουρκία ανέκτησε την Ανατολική Θράκη, κάποια νησιά του Αιγαίου, μια λωρίδα γης κατά μήκος των συνόρων με την Συρία, την περιοχή της Σμύρνης και της Διεθνοποιημένης Ζώνης των Στενών η οποία όμως θα έμενε αποστρατικοποιημένη και αντικείμενο νέας διεθνούς διάσκεψης. Παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία, όπως προέβλεπε και η συνθήκη των Σεβρών, αλλά χωρίς πρόβλεψη για δυνατότητα αυτοδιάθεσης. Ανέκτησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα σε όλη της την επικράτεια και απέκτησε δικαιώματα στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε όλη την επικράτειά της εκτός της ζώνης των στενών.

Η Ελλάδα υποχρεώθηκε να πληρώσει σε είδος (ελλείψει χρημάτων) τις πολεμικές επανορθώσεις. Η αποπληρωμή έγινε με επέκταση των τουρκικών εδαφών της Ανατολικής Θράκης πέρα από τα όρια της συμφωνίας. Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία με τον όρο ότι θα διοικούνταν με ευνοϊκούς όρους για τους Έλληνες. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχασε την ιδιότητα του Εθνάρχη και το Πατριαρχείο τέθηκε υπό ειδικό διεθνές νομικό καθεστώς.

Η συνθήκη υπογράφτηκε μεταξύ της Βρετανικής αυτοκρατορίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, της Ελλάδας, της Ρουμανίας, και του Σερβο-Κροατο-Σλοβενικού κράτους από τη μια πλευρά και από την άλλη της Τουρκίας, η οποία δυστυχώς συνεχίζει και σήμερα ακόμη να μην τη σέβεται.

Στο κείμενο της Συνθήκης αναφέρεται ρητά για τις υποχρεώσεις που έχει και που πρέπει η Τουρκία να σεβαστεί, μεταξύ άλλων, τα ανθρώπινα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, στην Ίμβρο και στην Τένεδο.

Το άρθρο μάλιστα 37 της Συνθήκης ορίζει ότι η Συνθήκη είναι αυξημένης τυπικής ισχύος έναντι οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού ή εσωτερικής επίσημης πράξης που θα μπορούσε να ισχύσει στην Τουρκία. Δηλαδή, η Τουρκία στερήθηκε από κάθε δικαίωμα να ψηφίζει μόνη της νόμους ενάντια στις υποχρεώσεις που ανέλαβε με την Συνθήκη της Λωζάνης

Τι έκανε και τι κάνει όμως η Τουρκία μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης την οποία τολμάει σήμερα να επικαλείται ξεδιάντροπα;

Με δυο λόγια: Δεν υπάρχει ούτε ΕΝΑ άρθρο της Συνθήκης της Λωζάνης το οποίο η Τουρκία να σεβάστηκε, και όμως έχει το απόλυτο θράσος να την επικαλείται εκεί που νομίζει πως τη συμφέρει

Με την ευκαιρία θα πρέπει να επισημάνουμε και το άρθρο 2 της συνθήκης το οποίο αναφέρει ρητά:

Άρθρον 2.

Δεν θα περιληφθώσιν εις την εν τω πρώτω άρθρω προβλεπομένην ανταλλαγήν:

α) οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως·

β) οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης.

Θέλουσι θεωρηθή ως Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, πάντες οι Έλληνες οι εγκατεστημένοι ήδη προς της 30ης Οκτωβρίου 1918, εν τη περιφέρεια της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, ως αύτη καθορίζεται δια του νόμου του 1912.

Θέλουσι θεωρηθή ως μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης, πάντες οι Μουσουλμάνοι οι εγκατεστημένοι εν τη περιοχή ανατολικώς της μεθορίου γραμμής της καθορισθείσης τω 1913 δια της Συνθήκης του Βουκουρεστίου.

Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο θρησκευτικός προσδιορισμός τόσο στην συνθήκη της Λωζάννης όσο και στην συμφωνία περί ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας και η αναφορά σε «μουσουλμανικές μειονότητες « και όχι εθνικές για την Ελληνική Θράκη , βάσει των πρακτικών , ανήκει σε πρωτοβουλία της Τουρκικής αντιπροσωπείας. στη Λωζάνη για να ανταποκρίνεται στο ποικίλο εθνοτικό χαρακτήρα των μουσουλμάνων της Θράκης μια και χωρίζονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες. . Πομάκοι, Τουρκογενείς και Αθίγγανοι ROM

Άρα σαφέστατα προκύπτει από το άρθρο 2 και τη διευκρίνιση αυτή ότι δεν υπάρχει εθνική μειονότητα στη Θράκη δηλαδή Τουρκική, η μη μόνον θρησκευτική και όλοι τους είναι Έλληνες πολίτες μουσουλμάνοι το θρήσκευμα. Και θα συνεχίζει να ισχύει αυτός ο όρος αφού η συνθήκη της Λωζάνης δεν έχει τροποποιηθεί ή ανασταλεί.


Ελευθέριος Θ. Χατζόπουλος

Πρόεδρος

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΘΡΑΚΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ

Σέρρες 20-07-2010

 


ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ

 

Ο Ουδέτερος Αμερικάνος

Δημήτριος Ευθ. Ακριβούλης, Επικ. Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στα Βαλκάνια, ΤΒΣ, ΠΔΜ

 

Το λεγόμενο «Ανατολικό Ζήτημα», τουλάχιστον όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές διαφορές, υπήρξε ουσιαστικά ένα Δυτικό Ζήτημα. Αφορούσε εξίσου τόσο τα συγκεκριμένα συμφέροντα και προβλήματα των λαών της εγγύς Ανατολής όσο και τις φιλοδοξίες και αντιπαλότητες των Μεγάλων Δυνάμεων. Σε αντίθεση με προγενέστερες συνδιασκέψεις, όπως αυτή του Βερολίνου, το διακύβευμα στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης δεν ήταν η τύχη μιας «ασθενούς» και παρακμάζουσας Αυτοκρατορίας, αλλά το μέλλον ενός αναγεννημένου έθνους, αποφασισμένου να διατηρήσει με κάθε κόστος όσα αναγνώριζε ως κυριαρχικά του δικαιώματα. Το αποτέλεσμα ήταν, όπως είναι γνωστό, το Συνδιάσκεψη της Λωζάννης να αναζητήσει μια συμβιβαστική διευθέτηση των διεκδικήσεων Δύσης και Ανατολής.

Αναμφίβολα, η Συνθήκη της Λωζάννης συνιστά ένα κείμενο με τεράστια νομική και πολιτική σημασία για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. Σήμερα, θα ήθελα να στρέψω την προσοχή μας σε μια συγκεκριμένη διάσταση του ζητήματος, η οποία αν και φαινομενικά περιφερειακή, εγκυμονούσε τις διεθνείς εξελίξεις και τους διεθνείς ρόλους που τελικά αναλήφθηκαν, διαμορφώνοντας τη σχετική θέση, τον ρόλο αλλά και τις σχέσεις των δύο γειτονικών κρατών. Αναφέρομαι στον αμερικανικό παράγοντα, ο οποίος αν και ουδέτερος στον Μεγάλο Πόλεμο και εξ αποστάσεως παρατηρητής των εξελίξεων για αρκετά χρόνια ακόμα, προσπαθούσε να κατανοήσει τον ιδιότυπο εκπρόσωπο της εξωτικής Ανατολής, ελπίζοντας στη διαμόρφωση των συνθηκών, ώστε το νέο τουρκικό κράτος να καταστεί ένας αξιόπιστος συνεργάτης και μελλοντικός σύμμαχος στην περιοχή. Σήμερα δεν θα αναφερθώ στην συνθήκη που υπογράφηκε στη Λωζάννη μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Τουρκίας το 1923, η οποία εύστοχα περιγράφεται συνήθως ως η «άλλη» Συνθήκη της Λωζάννης. Αντιθέτως θα παρακολουθήσω το βλέμμα ενός Αμερικανού παρατηρητή στη Συνδιάσκεψη, του Joseph Grew, Πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελβετία κατά την περίοδο 1921-1924 και μετέπειτα Υφυπουργό Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (1924-1927) και Πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία (1927-1932).

Η Συνδιάσκεψη Ειρήνης της Λωζάννης (1922-1923) είχε αναμφίβολα καταγραφεί στη μνήμη του Αμερικανού Πρέσβη ως «μια από τις δραματικότερες διεθνείς συναντήσεις» που είχε παρακολουθήσει ποτέ. Μετά από εργασίες τριών μηνών, το φθινόπωρο του 1922 και τον χειμώνα του 1923, η Συνδιάσκεψη κυριολεκτικά τινάχτηκε στον αέρα. Επανέλαβε τις εργασίες της τρεις μήνες αργότερα και, μετά πάλι από ένα τρίμηνο κατέληξε στην Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ της Τουρκίας και της Συμμαχίας. Κατά την πρώτη φάση της Συνδιάσκεψης, τα μέλη της αμερικανικής αντιπροσωπείας ήταν ο Richard Child, Πρέσβης στην Ιταλία, ο Ναύαρχος Mark Bristol, Υψηλός Επίτροπος στην Τουρκία, και ο Joseph Grew, Πρέσβης στην Ελβετία. Στη δεύτερη φάση της Συνδιάσκεψης ο τελευταίος ήταν ο μόνος εκπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για τον Grew, ο Mustafa Kemal ήταν ο George Washington της Τουρκικής Δημοκρατίας. Αναλογιζόμενος την περίφημη τακτική κίνηση του Kemal, νεαρού συνταγματάρχη στη μάχη της Καλλίπολης, ο Grew συχνά εξυμνούσε τη στρατηγική δεινότητα και ευστροφία του Τούρκου ηγέτη. Όταν συγκλήθηκε η Συνδιάσκεψη της Λωζάννης το φθινόπωρο του 1922, «οι Τούρκοι ήταν ήδη γεμάτοι αυτοπεποίθηση και είχαν κάθε λόγο να είναι», γράφει ο Grew. «Ορισμένοι από τους Συμμάχους απέτυχαν να αναγνωρίσουν τη μεγάλη μεταβολή που είχε επέλθει στην Τουρκία μετά την εκεχειρία του Μούδρου και τη Συνθήκη των Σεβρών. Χτυπούσαν το χέρι στο συνεδριακό τραπέζι και απαιτούσαν τη μία υποχώρηση μετά την άλλη. Ο Στρατηγός Ismet Pasha καθόταν ήσυχος και απλά έλεγε ‘όχι’ σχεδόν σε όλα. Ήταν στη θέση του οδηγού και το γνώριζε. Οι Σύμμαχοι δεν είχαν τα κότσια να ξαναπολεμήσουν τόσο σύντομα.»

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Grew, στην αρχή, το ενδιαφέρον των συνέδρων στράφηκε στην προσωπικότητα του Mussolini, του «νέου ήρωα, αδοκίμαστου και άγνωστου» ακόμη, ο οποίος επιθυμούσε να εντυπωσιάσει την ιταλική κοινή γνώμη με την ανεξάρτητη πολιτική του απέναντι στους ηγέτες των άλλων Δυνάμεων. Μια άλλη από τις προσωπικότητες της Συνδιάσκεψης ήταν ο Πρωθυπουργός της Βουλγαρίας Stamboliski. «Τριχωτός, επιβλητικός με αιχμηρά σηκωμένα μουστάκια, μοιάζοντας περισσότερο με λήσταρχο παρά με αρχηγό κράτους», γράφει ο Grew, «καθόταν σχεδόν αναίσθητος στο συνεδριακό τραπέζι με τη γραμματέα του, δεσποινίδα Stancioff του βουλγαρικού διπλωματικού σώματος, ακριβώς πίσω του να μεταφράζει τα λόγια του και, φαντάζομαι, τις σκέψεις του επίσης, καθώς για μισή ντουζίνα περίπου λέξεις του προϊσταμένου της η δεσποινίς Stancioff μιλούσε σε τέλεια γαλλικά ή τέλεια αγγλικά για 10΄ ή 15΄. Ήταν πνευματώδης και συνήθιζε να έχει αρκετούς εμπιστευτικούς διαλόγους με τους άλλους εκπροσώπους κρατών. Μια μέρα, καθώς συζητούσε σχετικά με την έξοδο της Βουλγαρίας στη θάλασσα, είπε στον Βενιζέλο ‘πώς μπορείτε, με τις εκατοντάδες λιμάνια σας, να αντιτίθεστε στις σύννομες επιθυμίες της μικρής φτωχής Βουλγαρίας, η οποία έχει μόλις τρία φτωχά λιμάνια στη Μαύρη Θάλασσα;’ Ο Βενιζέλος, γρήγορος σαν αστραπή απάντησε ‘ο Θεός έβαλε την Ελλάδα στη μέση της θάλασσας, δεν φταίω εγώ’». Στη Συνδιάσκεψη παρίστατο και ο Μαρκήσιος Garroni, εκπρόσωπος της Ιταλίας, «ηλικιωμένος, ευγενής, γλυκός σαν νανούρισμα στο συνεδριακό τραπέζι, αλλά δίχως ούτε μια λέξη πρωτότυπη ή εποικοδομητική. Απλά ακολουθούσε από πίσω». Παρευρισκόταν και ο Barrere, Γάλλος διπλωμάτης της παλιάς σχολής, Πρέσβης στην Ιταλία για περίπου 25 χρόνια. Όπως μας λέει ο Grew, «λέγεται ότι στα νιάτα του ήταν ένας ακραίος κομουνιστής και ότι όταν υπέβαλε τα διαπιστευτήριά του στον Βασιλιά Humbert, ο τελευταίος τον ρώτησε πως προέκυψε αυτή η ραγδαία αλλαγή στις πολιτικές του ιδέες. Ο Barrere απάντησε: «Κύριε, ένας άντρας που δεν είναι ριζοσπάστης στα νιάτα του δεν έχει καρδιά, αλλά ένας άντρας που δεν είναι συντηρητικός στην ωριμότητα δεν έχει μυαλό». Παρίστατο επίσης και ο Tchitcherine, ο Ρώσος εκπρόσωπος, «ο οποίος μιλούσε με μια ψιλή, τσιριχτή φωνή που μου θύμιζε», γράφει ο Grew, «τίποτε περισσότερο από ένα μολύβι. Κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης, προσεκλήθην από τον Νορβηγό συνάδερφό μου να τον συναντήσω σε ένα παντελώς ανεπίσημο δείπνο, καθώς ζήτησε ιδιαίτερα να συναντήσει τον Αμερικανό εκπρόσωπο. Η προδιάθεσή μου ήταν αρχικά να αρνηθώ, αλλά οι συνάδερφοί μου με ενθάρρυναν να αποδεχθώ πάνω στη βάση ότι θα μπορούσα να πληροφορηθώ κάτι χρήσιμο κι έτσι πήγα. Ήμασταν πέντε στο τραπέζι, οι τρεις Σκανδιναβοί Υπουργοί, ο Tchitcherine κι εγώ. Καθίσαμε εκεί για τέσσερις ώρες και η συζήτηση ήταν άκρως ενδιαφέρουσα. Συζητήσαμε επί μακρόν για τον φασισμό και το συμπέρασμα του Tchitcherine για το Mussolini ήταν ‘έχει πάθος, όχι πρόγραμμα’. … Απαντώντας σε ερώτημά μου σχετικά με το αν οι εξελίξεις που λάμβαναν χώρα στη Ρωσία έτειναν προς ένα πιο μετριοπαθές και λιγότερο ριζοσπαστικό καθεστώς, μου ανέφερε: ‘Ναι, αλλά μην το πεις στον λαό. Στον λαό δεν πρέπει να επιτρέψουμε να υποπτευθεί αυτό που συμβαίνει προς αυτή την κατεύθυνση. Αν ήταν ευρέως γνωστό, οι περαιτέρω εξελίξεις θα ήταν αδύνατες’.»

Όμως οι εξέχουσες προσωπικότητες της πρώτης φάσης της Συνδιάσκεψης ήταν, για τον Grew, ο Λόρδος Curzon, ο Βενιζέλος, ο Montagna, ο δεύτερος Ιταλός εκπρόσωπος, και ο Ismet Pasha. Αυτός που έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση στον Grew ήταν ο Curzon, ο οποίος είχε τη φήμη ενός πολιτικού άνδρα πομπώδους, επαρμένου και αυστηρού προς τους κατωτέρους του. Ωστόσο, όπως σχολιάζει ο Grew, στις προσωπικές τους επαφές κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης δεν διαπιστώθηκε τίποτε από όλα αυτά. Ήταν πάντα ευγενής, με καλούς τρόπους και ευδιάθετος. «Ποτέ μου δεν ευχαριστήθηκα κάτι περισσότερο από τα μικρά γεύματα τριών ή τεσσάρων ατόμων που φαινόταν να αγαπούσε και όπου καθόταν με τις ώρες να λέει ιστορίες, ανέκδοτα, εμπειρίες, με έναν απολαυστικό τρόπο. Αλλά στο τραπέζι της Συνδιάσκεψης η συμπεριφορά του και οι τακτικές του ήταν», κατά τη γνώμη του Grew, «λανθασμένες και σχετικά ανεπιτυχείς». Συνήθιζε να μεταχειρίζεται τον Ismet σαν το παιδί του γραφείου, τον εκφόβιζε και τον χλεύαζε. Ο Ismet αντιδρούσε ενοχλημένος σε αυτή τη συμπεριφορά που δεν διευκόλυνε στο ελάχιστο τη συνδιαλλαγή των Τούρκων. Ήδη από την αρχή, ο Λόρδος Curzon υιοθέτησε μεθόδους ταχείας περαίωσης της διαδικασίας και αρνήθηκε να επιτραπεί στους Τούρκους να έχουν λόγο σχετικά με την οργάνωση της Συνδιάσκεψης. Η μια απόφαση λαμβανόταν μετά την άλλη με τις διαμαρτυρίες του Ismet και, όταν στην επόμενη συνάντηση ο Ismet βρισκόταν αντιμέτωπος με ένα fait accompli και επιχειρούσε να διαμαρτυρηθεί, ο Curzon αντέτεινε ότι ήταν πλέον αργά για ενστάσεις και συνέχιζε με τις εργασίες της Συνδιάσκεψης. Κάθε φορά που ο Ismet αναφερόταν στις εθνικές επιδιώξεις της Τουρκίας ή στην επιθυμία της για ανεξαρτησία και κυριαρχία, ο Curzon πάντοτε αντιδρούσε έντονα. Μια φορά μάλιστα είπε «Ismet, δεν μου θυμίζεις τίποτε άλλο παρά ένα μουσικό κουτί, αφού παίζεις τον ίδιο παλιό ρυθμό ξανά και ξανά και πάλι ξανά – κυριαρχία, κυριαρχία, κυριαρχία.» Σε μια άλλη περίσταση είπε, «Ismet, έχεις τη μανία να πιστεύεις ότι σας στερούμε την ανεξαρτησία σας και το έχεις σκεφτεί τόσο πολύ, ώστε πράγματι πιστεύεις ότι είναι αλήθεια. Μου θυμίζεις τον Βασιλιά William που συνήθιζε να λέει στους φίλους του ότι είχε ο ίδιος ηγηθεί της επίθεσης της φρουράς στο Βατερλό και το έλεγε τόσο συχνά, ώστε τελικά κατέληξε να το πιστεύει και ο ίδιος, αν και όπως είναι καλά γνωστό, βρισκόταν τουλάχιστον εκατό μίλια μακριά από το πεδίο της μάχης.» Ο Curzon ήταν εξίσου αρνητικός απέναντι στους Ρώσους. Μια στιγμή μάλιστα, όταν ο Tchitcherine υποστήριξε ότι οι συζητήσεις σχετικά με τα Στενά δεν οδηγούσαν σε πρόοδο και ότι το καλύτερο που πρέπει να γίνει είναι να καθίσουν κάτω και να εργαστούν για να σχεδιάσουν μια συνθήκη, ο Curzon αμέσως απάντησε «κύριε Tchitcherine, αυτή είναι η πιο καλή πρόταση. Εάν κλειδωθείτε σε ένα δωμάτιο μόνος σας και σχεδιάσετε μια συνθήκη, σας διαβεβαιώνω ότι θα την εξετάσουμε πολύ προσεκτικά και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα πρόκειται για ένα έγγραφο με μοναδικό ενδιαφέρον». Αλλά πέρα από τον σαρκασμό του και την ειρωνεία του προς τους Τούρκους και τους Ρώσους, ο Curzon ήταν αξιοθαύμαστος ως Πρόεδρος της Συνδιάσκεψης. Ήταν πραγματική απόλαυση, έγραφε ο Grew, να ακούει κανείς τα σαφή και ακριβή του σχόλια, τις όμορφα επιλεγμένες λέξεις και φράσεις και τις ολοκληρωμένες του προτάσεις. Στο συνεδριακό τραπέζι ήταν πάντοτε συγκεντρωμένος.

Όσο για τον Βενιζέλο, γράφει ο Grew, «ήταν πάντοτε φλογισμένος και, αν και συχνά παράλογος και ενίοτε ανακριβής στους ισχυρισμούς και τα σχόλιά του, όλοι άκουγαν με προσοχή όταν μιλούσε. Ξεκινούσε ευγενικά και με μια απαλή φωνή που κερδίζει την εύνοια, αλλά λίγο λίγο κατέληγε να συμπεριφέρεται με μένος, φωνάζοντας και κουνώντας μαινόμενος τα χέρια στον αέρα, γεγονός που καθώς καθόμουν δίπλα του, δεν συντελούσε πάντοτε στην προσωπική μου άνεση. Σε μια περίσταση, κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας «μανιώδους» συμπεριφοράς, ο Πρόεδρος είπε ‘σας παρακαλώ, κύριε Βενιζέλε, να παραμείνετε ήσυχος.’ Σε απάντηση ο κύριος Βενιζέλος χτυπούσε το τραπέζι με τις γροθιές του με τη διπλάσια βία και φώναζε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του ‘είμαι ήρεμος, είμαι ήρεμος.’ Ο Riza Nour Bey, ο Τούρκος, τότε μετέτρεψε το σόλο σε ντουέτο και άρχισε να φωνάζει στον Βενιζέλο από την άλλη πλευρά του τραπεζιού. Ο Montagna, ο Πρόεδρος, χτύπησε το τραπέζι και με τις δυο του γροθιές προσπαθώντας να ανακτήσει την τάξη, αλλά διαπιστώνοντας ότι αυτό ήταν αδύνατο, κήρυξε το τέλος της συνεδρίας για την ημέρα. Αυτό ωστόσο δεν επηρέασε τον Βενιζέλο που είχε ήδη καταληφθεί από μανία. Πράγματι, οι παθιασμένες μονομαχίες του στο τραπέζι με τον Riza Nour Bey ήταν η απόλαυση της Συνδιάσκεψης».

Μια μέρα μάλιστα προκλήθηκε ένα δραματικό γεγονός όταν ο Tchitcherine είπε ότι ήλπιζε η Ρουμανία να μην επιτρέψει να βρεθεί στη θέση της Ελλάδας που υπέφερε τόσα πολλά στα χέρια των Τούρκων. Ο Βενιζέλος αμέσως τον προκάλεσε λέγοντας ότι δεν συνηθίζεται σε τέτοιες διεθνείς συνδιασκέψεις να κάνει κανείς υπονοούμενα σχόλια τέτοιας φύσης και απαίτησε εξηγήσεις. Όπως σημείωνε ο Grew, ανεξάρτητα από το αν οι σύνεδροι συμφωνούσαν ή όχι με τις ελληνικές θέσεις, όλοι άκουγαν όταν ο Βενιζέλος μιλούσε. «Ήταν ένας άντρας που θα προκαλούσε την προσοχή υπό κάθε συνθήκη και ο ελεύθερος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και σαφής λόγος του ήταν μια ευλογημένη ανακούφιση μετά τους ανούσιους λόγους ορισμένων από τους άλλους εκπροσώπους».

Ο Grew αναφέρεται επίσης στον Montagna, τον δεύτερο Ιταλό εκπρόσωπο ως μια από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες της Συνδιάσκεψης, επειδή, όπως έγραφε, κατανοούσε τη νοοτροπία των Τούρκων και την κατάλληλη μέθοδο να συνεννοείται κανείς μαζί τους καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο εκπρόσωπο. Όσο για τον Ismet Pasha, η γνώμη του Grew ήταν ότι αν και υστερούσε των αντιπάλων του σε προσαρμοστικότητα και φινέτσα, το διπλωματικό του παιχνίδι ήταν ευθύ και ειλικρινές. Αν και δεν ήταν ιδιαίτερα εύστροφος, ούτε κατείχε πλήρως τις λεπτομέρειες των υπό συζήτηση θεμάτων, ο Ismet Pasha έχαιρε της εκτίμησης του Grew.

Η δεύτερη φάση της Συνδιάσκεψης που ξεκίνησε στις 23 Απριλίου και τελείωσε στις 24 Ιουλίου παρουσιάζει σαφώς μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Θα περιοριστώ στην περιγραφή δύο-τριών χαρακτηριστικών γεγονότων. Για τα μέλη της αμερικανικής αντιπροσωπείας η Συνδιάσκεψη ήταν μια ευκαιρία να εδραιώσουν φιλικές σχέσεις με τους Βρετανούς ομολόγους τους. Ο λόρδος Curzon είχε ήδη πειστεί ότι η αμερικανική αντιπροσωπεία ήταν φιλικά προσκείμενη προς την Τουρκία και βοηθούσε την τουρκική αντιπροσωπεία στις μακιαβελικές της διπλωματικές μανούβρες. Ο Αμερικανός Grew υποστήριζε βέβαια ότι η εντύπωση αυτή είναι εσφαλμένη και οι κατηγορίες αβάσιμες, υποστηρίζοντας ότι οι στόχοι της αμερικανικής αντιπροσωπείας αφορούσαν αποκλειστικά την προάσπιση των αμερικανικών συμφερόντων και την παροχή συνδρομής για την επίτευξη της ειρήνης. Η βρετανική κυβέρνηση δεν επιθυμούσε ιδιαίτερα την αμερικανική παρουσία στη δεύτερη φάση της Συνδιάσκεψης. Η γαλλική και η ιταλική κυβέρνηση, ωστόσο, ακολούθησαν μια διαφορετική στάση. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα ήταν να προσκληθεί μόνο ο Grew ως εκπρόσωπος της αμερικανικής πλευράς στη δεύτερη φάση. Ο Joseph Grew αναφέρει μάλιστα ενδεικτικά ότι ο Βρετανός ομόλογός του Rumbold αρνούταν πεισματικά να επικοινωνήσει μαζί του και ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στον ρόλο του, αναγκάστηκε όμως να αντιστρέψει την απόλυτα επιφυλακτική στάση που διατηρούσε μόνο κατόπιν πίεσης της βασίλισσας της Αγγλίας. Ωστόσο, οι σχέσεις των δύο αντρών παρέμειναν τυπικές μέχρι και το τέλος της Συνδιάσκεψης.

Η πιο σοβαρή εξέλιξη στη δεύτερη φάση της Συνδιάσκεψης ήταν αναμφίβολα η ελληνοτουρκική διαφορά επί των πολεμικών επανορθώσεων. Η πορεία της Συνδιάσκεψης και η ευρωπαϊκή ειρήνη κρέμονταν κυριολεκτικά από μια κλωστή, καθώς η ελληνική πλευρά δήλωνε διατεθειμένη να εισβάλει στην Ανατολική Θράκη. Στις αρχές Μαΐου η ελληνική πλευρά είχε ήδη προετοιμάσει τελεσίγραφο προς την Τουρκία, κατηγορώντας την τελευταία για α) την κακομεταχείριση των Ελλήνων κρατουμένων, β) το άνοιγμα των θησαυροφυλακίων των ελληνικών τραπεζών της Κωνσταντινούπολης και γ) την εκδίωξη των Ελλήνων από τη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με τον Grew, ωστόσο, ο Βενιζέλος θεωρούσε ότι τα σημεία αυτά ήταν αδύναμα και συνέστησε στην κυβέρνησή του ότι η βάση ενός τέτοιου τελεσιγράφου θα πρέπει να είναι το ζήτημα των τουρκικών διεκδικήσεων για τις ελληνικές επανορθώσεις. Σύμφωνα πάντα με την περιγραφή του Grew, ο Βενιζέλος κάλεσε τον Ismet και του απευθύνθηκε με τρόπο απειλητικό και εχθρικό. Ο Ismet του είπε, «εννοείς ότι με απειλείς με πόλεμο;». Ο Βενιζέλος ηρέμησε κάπως και προσφέρθηκε να συμφωνήσει επί της αρχής να πληρωθούν οι επανορθώσεις, αλλά όχι με μετρητά χρήματα, λόγω της οικονομικής αδυναμίας της Ελλάδας. Ο Ismet αντιπρότεινε είτε τη διαιτησία ή την πληρωμή ενός κατ’ αποκοπή ποσού, προτάσεις που ο Βενιζέλος απέρριψε. Ο Ismet ήταν προφανώς ανήσυχος και ζήτησε έγκριση από τους Συμμάχους να αποστείλει τουρκικά στρατεύματα στην Ανατολική Θράκη, προκειμένου να αντιμετωπίσει την απειλή του πολέμου, όμως το αίτημα απορρίφθηκε. Την ίδια περίοδο κατέφθασε στη Λωζάννη ο Αλεξανδρής, ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, ο οποίος ακολούθησε μια ακόμη σκληρότερη στάση. Υποστήριξε ότι η Ελλάδα ήταν απόλυτα αποφασισμένη να πάει σε πόλεμο παρά να πληρώσει και σημείωσε στον Montagna ότι όπως οι Σύμμαχοι είχαν υποστηρίξει την ελληνική επίθεση στο παρελθόν, δεν θα μπορούσαν τώρα να την εγκαταλείψουν. Ο Montagna τον διόρθωσε βέβαια, σημειώνοντας ότι «ορισμένοι Σύμμαχοι» είχαν στηρίξει την ελληνική επίθεση και προσέθεσε ότι «η νίκη ήταν συχνά πιο επιζήμια από την ήττα». Ο Αλεξανδρής είπε ότι ο ελληνικός στρατός ήταν το οχυρό της συμμαχικής θέσης στη Συνδιάσκεψη και πως εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο ζενίθ της επάρκειάς του, αλλά εάν περνούσε ο χρόνος δίχως διαταγή επίθεσης η επάρκεια αυτή θα μειωνόταν σοβαρά. Ο Montagna απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ο ελληνικός στρατός είχε οιαδήποτε σχέση με τη στήριξη της συμμαχικής θέσης στη Συνδιάσκεψη. Ο Αλεξανδρής ανταπάντησε μάλιστα ότι ο ελληνικός στρατός έχασε την ευκαιρία της νίκης και ότι οι αξιωματικοί του πλέον αναζητούσαν ικανοποίηση στην προοπτική της εισβολής στην Ανατολική Θράκη. Σύμφωνα με τον Grew το όλο ζήτημα αντανακλούσε την εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα.

Εκείνες τις ημέρες οι Σύμμαχοι είχαν διαρκείς επαφές για να καθορίσουν τις επόμενες κινήσεις. Ο Γάλλος εκπρόσωπος Pellé πρότεινε στον Ismet να αποδεχθεί η Τουρκία την πόλη Καραγάτς από τους Έλληνες ως αντάλλαγμα των επανορθώσεων. Στις 25 Μαΐου ο Grew ζήτησε να αναλάβει δυναμικότερο ρόλο, προσφέροντας ανεπίσημα τις διαμεσολαβητικές του υπηρεσίες ως εκπρόσωπος ενός μη άμεσα εμπλεκόμενου κράτους. Παρά την έντονη επιμονή του Βενιζέλου και του Αλεξανδρή να ολοκληρωθούν οι συναντήσεις και παρά τις επανειλημμένες απειλές να εγκαταλείψουν τη Λωζάννη και να διαταχθεί η εισβολή στην Ανατολική Θράκη σε περίπτωση που δεν ικανοποιηθεί το ελληνικό αίτημα, καταβλήθηκε κάθε προσπάθεια να καθυστερήσει αυτή η έσχατη συνάντηση, ώστε να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος στον Ismet για να λάβει την απάντηση της Άγκυρας αναφορικά με την υπόθεση του Καραγάτς.

Η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε στις πέντε η ώρα της 26ης Μαΐου σε ένα μικρό δωμάτιο στο Chateau με τη συμμετοχή ενός εκπροσώπου από κάθε χώρα και ήταν απόλυτα δραματική. Κάθισαν όλοι μαζί σε ένα μικρό τραπέζι. Ο Pellé, ως προεδρεύων, και ο Ismet κάθισαν αντικριστά. Ο Diamandy κάθισε ανάμεσα στον Ismet και τον Βενιζέλο. Κάθε εκπρόσωπος έλαβε τον λόγο τονίζοντας με έμφαση τη σοβαρότητα της κατάστασης και καλώντας αμφότερες τις πλευρές σε συνδιαλλαγή και μετριοπάθεια. Ο Rumbold μίλησε ήρεμα και λογικά, ο Montagna προέβη σε μια παθιασμένη έκκληση για συνδιαλλαγή, ενώ ο Pellé συνόψισε το διακύβευμα σε μια εξαιρετική ομιλία, της οποία ακολούθησαν οι ομιλίες των εκπροσώπων της Ιαπωνίας, της Σερβίας, της Ρουμανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Ismet τότε άρχισε να μιλά και ήταν προφανές ότι προσπαθούσε να υπεκφύγει του ζητήματος. Ο Diamandy γλίστρησε ένα σημείωμα προς τον Pellé παρακαλώντας τον να επαναφέρει τον Ismet στα γεγονότα. Ο Pellé ρώτησε τον Ismet αν είχε τηλεγραφήσει στην Άγκυρα για την πρόταση περί Καραγάτς. Ο Ismet απάντησε θετικά. Ο Pellé είπε, «έχετε λάβει απάντηση;». Ο Ismet απάντησε «ναι». «Αποδέχεστε;». Ο Ismet ξαναπροσπάθησε να αποφύγει να δώσει μια σαφή απάντηση, αλλά ο Pellé επέμεινε και τελικά, παρά τις προσπάθειες του Ismet, ο τελευταίος απάντησε εντέλει καταφατικά.

Όλα τα παραπάνω διήρκησαν δύο ώρες απόλυτης έντασης. Όταν τελικά φάνηκε ότι ήταν εφικτή μια λύση, όπως πολύ όμορφα σημειώνει ο Grew, «η ψυχολογία της ανθρώπινη φύσης πήρε τη φυσική της πορεία και ο αέρας της εχθρότητας άλλαξε αμέσως και η ατμόσφαιρα μεταμορφώθηκε σε μια που άγγιζε την ιλαρότητα». Ο Diamandy, ο Ρουμάνος, σηκώθηκε όρθιος και επέμεινε ότι ο Βενιζέλος πρέπει να καθίσει δίπλα στον Ismet. Οι λεπτομέρειες της διευθέτησης συζητήθηκαν στη συνέχεια με τον πιο φιλικό τρόπο. Σύμφωνα με τον Grew, ο Βενιζέλος και ο Ismet αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον «mon cher ami», κρατούσαν ο ένας τα χέρια του άλλου, γελούσαν σαν σχολιαρόπαιδα και φαίνονταν ακόμη να βρίσκονται ένα βήμα μακριά από το να αγκαλιαστούν. Ο Σέρβος διαμαρτυρήθηκε έντονα για την παράδοση του Καραγάτς, αλλά διαβεβαίωσε τους ομολόγους του ότι δεν θα επέτρεπε αυτή του η θέση να σταθεί εμπόδιο στην ειρήνη και ότι απλά επιθυμούσε να καταγραφεί η διαφωνία του στα πρακτικά. Σύμφωνα με τον Grew, ο Rumbold άφησε να φανεί ο έντονος ενθουσιασμός του μέσω μιας σύσπασης των μυών του προσώπου του που σχεδόν ισοδυναμούσε με χαμόγελο, ενώ ο Ιάπωνας κοιτούσε έντονα μέσα από τα γυαλιά του με ευχαρίστηση σαν να είχε μόλις γευτεί το πιο υπέροχο δείπνο και βρισκόταν σε αρμονία με το σύμπαν. Λίγο πριν το τέλος της συνάντησης ο Βενιζέλος ευχαρίστησε εκ μέρους του Ismet και του εαυτού του όλους όσους είχαν συνδράμει στην επίτευξη αυτής της ευτυχούς κατάληξης, συμπεριλαμβανομένου του Αμερικανού «παρατηρητή». Κι έτσι περίπου έχει η ιστορία μέσα από τα μάτια του τελευταίου.