Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 1875-1878 ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 1875-1878 ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

 

Η υπογραφή της ρωσοτουρκικής συνθήκης στον 'Αγιο Στέφανο, 1878.
Σόφια, Εθνική βιβλιοθήκη "Κύριλλος και Μεθόδιος".
Ιστορία της Βουλγαρίας, τομ. 6 (1856- 1878), εκδ. Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών, Σόφια 1987, σ. 465.

 

Η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος στα 1875-78 επιτάχυνε με γρήγορο ρυθμό τις εξελίξεις στα Βαλκάνια. Η αγροτική εξέγερση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη το καλοκαίρι του 1875 κατά των μουσουλμάνων γαιοκτημόνων και η βουλγαρική εξέγερση τον Απρίλιο του 1876 τόνωσαν το φιλοπόλεμο ρεύμα στη Σερβία και στη Ρωσία. Oι Σέρβοι κήρυξαν τον πόλεμο στους Oθωμανούς τον Ιούνιο του 1876, όμως ο καλύτερα εκπαιδευμένος οθωμανικός στρατός συνέτριψε το σερβικό μέσα σε λίγους μήνες. Oι Ρώσοι κήρυξαν με τη σειρά τους τον πόλεμο στην Oθωμανική Αυτοκρατορία τον Απρίλιο του 1877, ύστερα από μήνες άκαρπων διαβουλεύσεων ανάμεσα στις Δυνάμεις και στην Oθωμανική Αυτοκρατορία στην Κωνσταντινούπολη, κατά τις οποίες οι Oθωμανοί απέρριψαν τις πιέσεις για εφαρμογή νέων μεταρρυθμιστικών μέτρων στην Αυτοκρατορία υπό τη στενή επίβλεψη των Δυνάμεων, με το επιχείρημα ότι η προκήρυξη του Συντάγματος το Δεκέμβριο του 1876 και η σύγκληση της πρώτης οθωμανικής βουλής τρεις μήνες αργότερα καθιστούσε περιττή την επέμβαση της Ευρώπης. Σημαντικό ρόλο στην αρνητική στάση των Oθωμανών έπαιξε ο φανατισμός που είχε καταλάβει μεγάλο μέρος των μουσουλμάνων, είχε οδηγήσει στο λιντσάρισμα των προξένων στη Θεσσαλονίκη και απειλούσε με περαιτέρω έκτροπα σε περίπτωση που ο σουλτάνος ενέδιδε στις απαιτήσεις των Δυνάμεων, όπως και το αντιρωσικό μένος πολλών από τους ελληνόφωνους υπηκόους της Πύλης,[1] που οφειλόταν στη στάση των Ρώσων κατά την ελληνοβουλγαρική εκκλησιαστική διαμάχη. Στην απόφαση των Ρώσων να κηρύξουν τον πόλεμο συνέβαλε η διόγκωση του πανσλαβιστικού κινήματος [2] στη ρωσική κοινή γνώμη, που καλούσε στην παροχή βοήθειας στους Νοτιοσλάβους της Βαλκανικής.

 

 

Η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος στα 1875-78 είχε ως αποκορύφωμα το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78, ο οποίος έληξε με την αρνητική για την Αυτοκρατορία συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.

 

Η ρωσο-οθωμανική συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το Μάρτιο του 1878, δύο μήνες μετά τον τερματισμό του καταστρεπτικού για τους Oθωμανούς πολέμου, προέβλεπε μεταξύ των άλλων την ανεξαρτησία της Σερβίας και της Ρουμανίας και τη δημιουργία μιας μεγάλης αυτόνομης Βουλγαρίας που θα κάλυπτε, εκτός από τα εδάφη της σημερινής Βουλγαρίας, ολόκληρη τη Μακεδονία εκτός από τη Θεσσαλονίκη, την Πιερία και τη Χαλκιδική. Η συνθήκη παραχωρούσε επίσης στη Ρωσία εδαφικά κέρδη στη Βεσσαραβία [3] και στην Αρμενία. Το ενδεχόμενο μιας μεγάλης Βουλγαρίας υπό ρωσική επιρροή θορύβησε εύλογα την Αυστροουγγαρία και τη Μεγάλη Βρετανία, ενώ η επέκταση των Ρώσων στην Ασία ανησύχησε τους Βρετανούς, που έκριναν ότι η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις κτήσεις τους στην Ινδία. Πιο επίφοβη όμως για τις Δυνάμεις ήταν η προοπτική μιας μονομερούς συνολικής ρύθμισης του Ανατολικού Ζητήματος από τη Ρωσία. 'Ετσι, τον Ιούνιο του 1878 οι αντιπρόσωποι των Δυνάμεων συγκεντρώθηκαν στο Βερολίνο για να λύσουν ακόμη μια φορά το κουβάρι του Ανατολικού Ζητήματος.

Το Συνέδριο του Βερολίνου κατοχύρωσε τελικά την ανεξαρτησία της Σερβίας και της Ρουμανίας. 'Oμως αντί της μεγάλης Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου ιδρύθηκαν στα βόρεια της οροσειράς του Αίμου η αυτόνομη βουλγαρική Ηγεμονία που περιελάμβανε επίσης την περιοχή της Σόφιας και της Βάρνας, και στα νότια η Ανατολική Ρωμυλία, αυτόνομη επαρχία της Oθωμανικής Αυτοκρατορίας με βούλγαρο Γενικό Διοικητή. Oλόκληρη η Μακεδονία και η Θράκη νότια της Ροδόπης παρέμεναν στην άμεση κατοχή των Oθωμανών. Η Βοσνία και η Ερζεγοβίνη περιήλθαν υπό την κατοχή της Αυστροουγγαρίας, ενώ η Μεγάλη Βρετανία, ως αντιστάθμισμα για τα ρωσικά κέρδη στην Αρμενία, είχε πριν από λίγους μήνες αποσπάσει από τους Oθωμανούς την Κύπρο.

Η Ελλάδα, προ των ανακατατάξεων που επέκειντο στα Βαλκάνια, είχε προσπαθήσει να μπει στο παιχνίδι εγκαταλείποντας την πολιτική καλής γειτονίας με την Oθωμανική Αυτοκρατορία. Η εισβολή του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλία στις αρχές του 1878 κατέληξε σε φιάσκο, μια που οι έλληνες στρατιώτες υποχρεώθηκαν από τις διπλωματικές εξελίξεις να επιστρέψουν άπρακτοι, αλλά η ελληνική πολιτική ηγεσία αντέδρασε υποστηρίζοντας τις σποραδικές εξεγέρσεις που είχαν ξεσπάσει με την πρωτοβουλία ληστανταρτικών σωμάτων από το 1877 σε περιοχές της Κρήτης, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Αν και οι εξεγέρσεις ξεθύμαναν με το χειμώνα του 1878, έφεραν ένα έμμεσο αποτέλεσμα: το 1881 παραχωρήθηκε στην Ελλάδα η Θεσσαλία και ένα μικρό μέρος της Ηπείρου στην περιοχή της 'Αρτας.


Τον Ιούνιο του 1878 πραγματοποιήθηκε το Συνέδριο του Βερολίνου, όπου μεταβλήθηκε πάλι ο χάρτης της Βαλκανικής, μακροπρόθεσμα προς όφελος και της Ελλάδας.

 

Οι εδαφικές αλλαγές στην περιοχή της Νότιας Βαλκανικής, μετά τη συνθήκη του Βερολίνου, 1878.
The Illustrated London News, Λονδίνο, Ιούλιος 1878.
Nicolas A., 1842- 1885 ΕΛΛΑΔΑ, Αθήνα 1984, σ. 157, εικ. 170.
Ευγενική παραχώρηση Α. Νικολάου.

 

Η κρίση του 1875-78 δεν αποτέλεσε τομή μόνο για τα κράτη της Βαλκανικής που απέκτησαν τότε την ανεξαρτησία ή την αυτονομία τους, αλλά και για τις οθωμανικές μεταρρυθμίσεις. Η άνοδος του αυταρχικού Αμπντούλ Χαμίτ Β' στο θρόνο (1876-1909), η αποτυχία του Μιτχάτ-πασά και των ομοϊδεατών του να προστατέψουν την Αυτοκρατορία από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς με το συνταγματικό και κοινοβουλευτικό πείραμα που έλπιζαν ότι θα ενίσχυε την ενότητα των οθωμανών υπηκόων, οι σημαντικότατες απώλειες της Πύλης σε εδάφη και κύρος απομάκρυναν την πολιτική ηγεσία της Αυτοκρατορίας από φιλελεύθερους πολιτικούς πειραματισμούς. Την ιδεολογική παράδοση του συνταγματικού κινήματος του Μιτχάτ-πασά, και κυρίως των Νέων Oθωμανών, θα αξιοποιούσαν αργότερα οι Νεότουρκοι [4]. Παράλληλα, οι ανταγωνισμοί των αντιτιθέμενων βαλκανικών εθνικών κινημάτων και των αλυτρωτικών επιδιώξεων των χριστιανικών κρατών της περιοχής θα εντείνονταν όλο και περισσότερο προς το τέλος του αιώνα.

 

[1] Πύλη (ή Υψηλή Πύλη):

Ονομασία της οθωμανικής κυβέρνησης από την πύλη στην είσοδο του κτιριακού συμπλέγματος που στέγαζε τις κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες της Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη.

 

[2] Πανσλαβισμός:
Πνευματική και πολιτική κίνηση του 19ου αιώνα που ξεκίνησε από την επισήμανση της συγγένειας των σλαβικών γλωσσών και από τα μέσα του αιώνα εξελίχτηκε σε κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας των σλαβικών λαών από τους Αυστριακούς, τους Ούγγρους και τους Οθωμανούς και ενδεχομένως της ένωσής τους σε ένα κράτος ή συνομοσπονδία. Ο Πανσλαβισμός στην αυστροουγγρική επικράτεια υποβοήθησε την ανάπτυξη του εθνικισμού ανάμεσα στους Σλάβους. Στη Ρωσία ο Πανσλαβισμός πήρε πιο συντηρητική χροιά και οι σλαβόφιλοι αντιπαρατέθηκαν στους δυτικόφιλους, που πρέσβευαν μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση των μοντέρνων κρατών της Δυτικής Ευρώπης.

[3] Βεσσαραβία:
Περιοχή ανάμεσα στο Δούναβη, στον Εύξεινο Πόντο, στον Προύθο και στο Δνείστερο. Οθωμανική από το 16ο αιώνα, υπήρξε κατά το 19ο και 20ό αιώνα το μήλον της 'Εριδος ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη Ρωσία και τη Ρουμανία. Σήμερα ανήκει στη Δημοκρατία της Μολδαβίας.

[4] Νεότουρκοι:
Παράνομο πολιτικό κίνημα με φιλελεύθερα και μεταρρυθμιστικά αιτήματα που στρεφόταν ενάντια στο αυταρχικό καθεστώς του Αμπντούλ Χαμίτ Β' (1876-1909). Το κίνημα είχε μεγάλη διάδοση από τη δεκαετία του '90 στους διανοούμενους, στους σπουδαστές των στρατιωτικών σχολών και στους νέους αξιωματικούς. Οι Νεότουρκοι αντιμετώπισαν την καταδίωξη του χαμιδικού καθεστώτος και πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στη Δυτική Ευρώπη. Το 1902 το κίνημα διασπάστηκε σε μια μερίδα που πρέσβευε αιτήματα διοικητικής αποκέντρωσης και καλών σχέσεων με τη Δύση, και στην "Επιτροπή για την 'Ενωση και την Πρόοδο", που τασσόταν υπέρ του συγκεντρωτισμού, απέρριπτε τις επεμβάσεις των Δυνάμεων στα εσωτερικά του κράτους και εμπνεόταν όλο και περισσότερο από εθνικιστικά ιδεώδη. Το 1908 οι αξιωματικοί του Σώματος Στρατού της Θεσσαλονίκης τάχτηκαν υπό την "Επιτροπή για την 'Ενωση και την Πρόοδο" και απαίτησαν από το σουλτάνο να επαναφέρει σε ισχύ το Σύνταγμα του 1876. Η εξέγερση γενικεύτηκε και ο σουλτάνος αναγκάστηκε να υποκύψει. Από το 1908 και μέχρι το 1918 η "Επιτροπή για την 'Ενωση και την Πρόοδο" ήταν η σημαντικότερη πολιτική δύναμη στην Αυτοκρατορία.

 

ΠΗΓΗ: tanzimat