ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΘΡΑΚΩΝ (Γ' ΜΕΡΟΣ)

Αντώνης Κ. Λιάπης
Η υποθηκευμένη γλωσσική ιδιαιτερότητα των Πομάκων


("Είναι ωραία γλώσσα τα Πομακικά, να τα μάθεις!" - Προτροπή του γερο-Ραϊφ από τις Σάτρες. Αφιερωμένο σ'αυτόν)
Ο ιστορικός Ντογάν Αβτζίογλου, στο πολύτομο σύγγραμμα του Ιστορία των Τούρκων, σε αντίθεση με την κρατούσα εθνικιστική ιστοριογραφία, αναγνωρίζει τους Πομάκους ως ξένη προς τους Τούρκους εθνότητα, ενώ ο καθηγητής Γιαβούζ Ερτζάν, σε μελέτη του δημοσιευμένη σε έκδοση του Ιδρύματος Τούρκικης Ιστορίας, ομολογεί ότι οι Πομάκοι ήταν η τρίτη μεγάλη πληθυσμιακή ομάδα της χερσονήσου του Αίμου, μετά τους Αλβανούς και τους Βόσνιους που προσχώρησε στο Ισλάμ. Σημειώνει δε ότι, ενώ στην Ανατολία εξισλαμισμός σήμαινε εκτουρκισμό, αντίθετα, στα Βαλκάνια η αλλαξοπιστία δεν οδηγούσε πάντα στην αλλαγή της εθνικότητας (1).

Ο παραδοσιακός τρόπος προσέγγισης από την ελληνική πλευρά του ζητήματος των Πομάκων οριοθετήθηκε από την ρομαντική αναζήτηση της αρχαιοθρακικής τους προέλευσης και την προβολή των στοιχείων, που υποτίθεται ότι την τεκμηρίωναν (2). H ανάγκη να διατυπωθεί μία θεωρία, η οποία θα προέβαλλε τα ελληνικά στοιχεία των Πομάκων και αντέκρουε τον δογματισμό των Βουλγαρικών και τουρκικών ισχυρισμών, οδήγησε στην υιοθέτηση της παραπάνω άποψης. Η αποτυχία της επιστημονικής έρευνας στη Βουλγαρία, στην Ελλάδα και στην Τουρκία να τους εντάξει πειστικά και με ισχυρά ιστορικά τεκμήρια σε ένα από τα τρία έθνη, υπαγορεύει την ανάγκη να αναγνωρισθούν ως ομάδα με ιδιαίτερα εθνολογικά χαρακτηριστικά, την οποία, για λόγους πολιτισμικούς ηθικούς και εθνικούς, να προστατεύσουμε (3).

Σημαντικοί σταθμοί, στις διμερείς ελληνοτουρκικές σχέσεις, υπήρξαν η υπογραφή του Συμφώνου Φιλίας του 1930 και τα Μορφωτικά Πρωτόκολλα του 1951 και 1968, με τα οποία αναγνωρίστηκε, για άλλη μία φορά, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, ως μοναδική μειονοτική γλώσσα η τουρκική - την οποία γνώριζε μόνον ένα 5% των Πομάκων - και επαναβεβαιώθηκε το νομικό πλαίσιο, που απέκλειε την επίσημη αναγνώριση της πομακικής. Ο διπολισμός της μεταπολεμικής περιόδου ευνοούσε μία ανάλογη εξέλιξη, καθώς η σλαβογενής πομακική γλώσσα ενεργoποιούσε τις ανησυχίες και τις επιφυλάξεις όσων διαμόρφωναν τις σχέσεις με την όμορη και κομμουνιστική -τότε- Βουλγαρία.

Με τα Μορφωτικά Πρωτόκολλα υποθηκεύτηκε το μέλλον της πομακικής, η προφορική παράδοση, ο λαϊκός πολιτισμός και οι ιστορικές παραδόσεις. Στα μέσα του 19ου αι. οι γέροι Πομάκοι εξέφραζαν τη λύπη τους, γιατί οι νεότερες γενιές εξαντλούσαν τη μνήμη τους στους στρατώνες της Κωνσταντινούπολης (4). Ανάλογο ρόλο διαδραματίζουν σήμερα μειονοτικά σχολεία της ελληνικής Θράκης, όπου η πομακική νεολαία, από τα θρανία του δημοτικού σχολείου ακόμη, διαποτίζεται από την ιδέα της τουρκικής καταγωγής. Η πομακική γλώσσα φτάνει ως το προαύλιο του σχολείου, χωρίς ποτέ να βρεθεί στην αίθουσα διδασκαλίας φθάνει ως την αίθουσα των δικαστηρίων χωρίς ποτέ να ακουστεί στην ακροαματική διαδικασία. Είναι εκπληκτικό το γεγονός, ότι το 1990, σε δικαστήριο της Κομοτηνής, αναβλήθηκε η δίκη μιας πομάκισσας, διότι αυτή δεν γνώριζε την τουρκική γλώσσα, όπως η παρουσία του διερμηνέα της τουρκικής υποδήλωνε (5). Σε πράξεις που συνετάγησαν σε συμβολαιογραφεία της Θράκης, έχει καταχωρηθεί κατά καιρούς η φράση: οι συμβαλλόμενοι δεν γνωρίζουν άλλη γλώσσα πλην της πομακικής Το 1981, τουρκόφωνος μουσουλμάνος δάσκαλος δήλωνε σε επιστολή του, ότι συναντούσε σοβαρά εμπόδια στις πομακικές περιοχές της Ξάνθης, διότι οι μικροί μαθητές του αγνοούσαν την τουρκική (6). Ανάλογες σκηνές επαναλαμβάνονται στη διαδικασία των εκλογών, όταν οι νομαρχίες της Θράκης διορίζουν στα εκλογικά τιμήματα με πομακόφωνους ψηφοφόρους διερμηνείς της τουρκικής!

Μία, λοιπόν, ξένη και εγκάθετη γλώσσα έχει επιβληθεί από το κράτος, ως φορέας επικοινωνίας με τον πομακικό πληθυσμό, παραγκωνίζοντας τη μητρική και ομιλούμενη από πολλές χιλιάδες άτομα. Γλώσσα ξένη με τις παραδόσεις και αυτήν ακόμη τη θρησκεία τους το ιερό βιβλίο, το Κοράνι, διδασκόταν για αιώνες, από το αραβικό κείμενο και με αραβική γραφή. Έτσι, η Ελλάδα, η οποία, δια των πολιτικών και διπλωματικών εκπροσώπων της, διακηρύσσει ότι (7) και κατηγορεί την Τουρκία για τις απόπειρες εκτουρκισμού της, η ίδια, με τον δικό της εκπαιδευτικό και κρατικό μηχανισμό, εκτουρκίζει γλωσσικά τη μουσουλμανική μειονότητα ή, ουσιαστικά ορθότερα, τις μουσουλμανικές μειονότητες (8). Οι Πομάκοι, μέσω της τουρκικής γλώσσας, εξοικειώνονται με τα τουρκικά πρότυπα ζωής και αποβάλλουν σταδιακά τα ιστορικά τoυς χαρακτηριστικά. Η κουλτούρα τους αλλοιώνεται και κατακερματίζεται. Η υποχρεωτική διδασκαλία της τουρκικής επέβαλε στη συλλογική τους μνήμη την πλαστή εικόνα για το τουρκικό παρελθόν και τη συσκότιση όλων των στοιχείων, που βοούσαν για το αντίθετο.

Αν ακόμη λειτουργούν εστίες πολιτισμικής αντίστασης στην τούρκικη παιδεία, οφείλεται κυρίως στα πλέον αμόρφωτα στρώματα. Όσοι ήρθαν σε επαφή με αυτού του είδους την εκπαίδευση, οδηγήθηκαν κατά κανόνα στην αποπομακοποίησή τους και σε αυτό που διακήρυσσε με μεγάλη υπερηφάνεια πολιτευτής πομακικής καταγωγής: Ανοίξτε την καρδιά μου και θα δείτε τον Τουρανισμό να βγαίνει από μέσα (9).


Το θέμα των πομακικών δεν περιορίζεται σε καθαρά τεχνική επικοινωνιακή διάσταση: ως γλώσσα αντανακλά τις αξίες και την κοσμοθεώρηση, που διαμορφώθηκαν στην ορεινή Ροδόπη από την εποχή του Βυζαντίου και ενεργοποιεί μία σειρά ψυχολογικών μηχανισμών, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Ο Πομάκος, που χάνει τη γλώσσα του, χάνει και τη συνείδηση της ιδιαιτερότητας του.


Τα δορυφορικά κάτοπτρα στα πομακοχώρια, για τη λήψη τουρκικών τηλεοπτικών προγραμμάτων, υπογραμμίζουν τον βαθμό διείσδυσης της τουρκικής, μετά από επτά δεκαετίες αδιάλειπτης παρουσίας. Εκδότης τουρκόφωνου εθνικιστικού εντύπου υπογράμμιζε, με συγκεκαλυμμένη έκπληξη, ότι άκουσε, το 1991, πεντακάθαρη τουρκική προφορά από Πομάκους μαθητές στην ορεινή Ξάνθη (10).

Οι Πομάκοι μαθητές είναι θύματα της ιστορικής συγκυρίας και της εκπαιδευτικής διαδικασίας (11), που τους επιβάλλει αναπόφευκτα την εκμάθηση της επίσημης ελληνικής, αλλά και της τουρκικής, σε βάναυση και αναιτιολόγητη αντικατάσταση της οικογενειακής. Η διαδικασία αυτή έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ψυχική και διανοητική ανάπτυξη των παιδιών, που δεν καθίστανται απλά δίγλωσσα, αλλά τρίγλωσσα, ακόμη και τετράγλωσσα (12), χωρίς, εν τούτοις, η βιωματική και φορτισμένη με όλο τον συναισθηματικό πλούτο γλώσσα, να αναγνωρίζεται και να διδάσκεται. Η μητρική απορρίπτεται στο δημοτικό σχολείο, οι μαθητές ντρέπονται γι’ αυτήν, τους εμπεδώνεται η άποψη ότι η γλώσσα τους δεν έχει καμμία αξία, γι’ αυτό και πρέπει να μάθουν άλλες και άρα να υφίστανται θεμελιακή προσβολή ως ανθρώπινα όντα (13). Η περίπτωση των Πομάκων είναι συγκρίσιμη με αυτή των μαύρων της Αφρικής, όπου σε πολλές χώρες δοκιμάζεται η ψυχική ισορροπία των νεαρών μαθητών, μιά και η πρόωρη επιβολή, στο σχολείο, γλωσσών των πρώην αποικιοκρατικών δυνάμεων, αντιμετωπίζεται από το παιδί ως επίθεση εναντίον της εικόνας, που έχει σχηματίσει για το οικείο περιβάλλον του και ειδικά για τον πατέρα του (14).

Την συγκεχυμένη κατάσταση της τριγλωσσίας θεραπεύει, μερικώς μόνο και σε επίπεδο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η λειτουργία γυμνασίων, με αποκλειστική χρήση της ελληνικής στην ορεινή Ξάνθη, στα χωριά Σμίνθη, Γλαύκη, Εχίνος, Θέρμες και στην Οργάνη του νομού Ροδόπης. Υπάρχουν ποικίλες μαρτυρίες, που θα μπορούσαν να αναφέρουν οι μαθητές, αλλά και οι χριστιανοί εκπαιδευτικοί, για τις πρακτικές και τις μεσαιωνικές μεθόδους, που χρησιμοποίησαν μουσουλμάνοι συνάδελφοί τους στα μειονοτικά σχολεία. Με ξυλοδαρμό και αφόρητη ψυχολογική πίεση, απαγόρευαν στα πομακόπουλα να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα, όχι μόνο στην αίθουσα, αλλά και στο προαύλιο και σε αυτό ακόμη το σπίτι, υποχρεώνοντας τους μαθητές να καταδίδει o ένας τον άλλον. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, αναφέρθηκαν περιπτώσεις μαθητών, οι οποίοι εκμυστηρεύτηκαν, ότι μουσουλμάνοι δάσκαλοι τους τιμωρούσαν βαθμολογικά, όταν μιλούσαν πομάκικα ή δήλωναν ότι είναι Πομάκοι. Η ελληνική πολιτεία εμπιστεύθηκε τη διαπαιδαγώγηση των πομακόπαιδων σε δασκάλους, οι οποίοι έδιναν βαρύτητα στην προπαγάνδα και τον προσηλυτισμό των μικρών και ανυπεράσπιστων παιδιών, παρά στο εκπαιδευτικό τους έργο.

Οι χριστιανοί συνάδελφοί τους ήταν απροετοίμαστοι και απληροφόρητοι για να αντιμετωπίσουν τις ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στα ορεινά και όχι σπάνια αδιάφοροι και ακατάλληλοι. Όταν, στη δεκαετία του 1960, προσέρχονταν στο μουσουλμανικό Γυμνάσιο - Λύκειο Κομοτηνής Πομάκοι, απόφοιτοι από το ορεινά σχολεία της Ξάνθης-πριν ακόμη ιδρυθεί εκεί δευτεροβάθμιο εκπαιδευτήριο - επρόκειτο να αντιμετωπίσουν στο χώρο αυτού και τα ειρωνικά σχόλια των Τουρκοφανών (15) μαθητών, για τα άσχημα τουρκικά που μιλούσαν, ως δείγμα κατώτερης φυλετικής καταγωγής! Οι νεαροί Πομάκοι βαθύτατα προσβεβλημένοι αποδύονταν σε μία πρωτοφανή προσπάθεια, για να μάθουν τουρκικά, πρoκειμένου να πάψουν να μειονεκτούν έναντι των πολυπληθέστερων Τουρκοφανών συμμαθητών τους. Το μειονοτικό σχολείο αποτέλεσε τελικά την πλατειά δίοδο, απ’ όπου πέρασε η τουρκική συνείδηση, για να ενσταλλαχθεί στις καρδιές των παιδιών. Λειτούργησε ως σύγχρονος θεσμός παιδομαζώματος, λεηλατώντας τις συνειδήσεις και την ταυτότητα των νέων γενεών του πομακικού πληθυσμού.

Η προσπάθεια αυτή δεν συνάντησε πολιτική αλλά ούτε, κυρίως, μορφωτική αντίδραση, μιά και για πρώτη φορά παρεχόταν μαζικής κλίμακας παιδεία σε έναν πληθυσμό, που ήταν στη συντριπτική του πλειοψηφία αγράμματος (16). Οι Πομάκοι ήταν ουσιαστικά ανυπεράσπιστοι και χωρίς συμμάχους, έναντι των επιτιθέμενων τουρκικών μηχανισμών. Στην αντιπομακική εκστρατεία χρησιμοποιήθηκαν τα πιο ευρηματικά όσο και δόλια μέσα: θεσπίστηκαν στοιχήματα, με μικρά χρηματικά έπαθλα (Εχίνος, δεκαετία 1960), για όσους θα κατάφερναν να μιλούν στους δημόσιους χώρους και ιδιαίτερα στα καφενεία, μόνο τουρκικά! Οι εσχάτως τουρκοφωνήσαντες επαίρονταν για τους παχυλούς μισθούς, που τους παρείχε το τουρκικό προξενείο Κομoτηνής, γεγονός που δημιουργούσε σχετικές προσδοκίες στους πάμπτωχους Πομάκους. Διαφωτιστικό, για τον βίαιο τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισαν οι φορείς της τουρκικής ιδεολογίας την πομακική, αποτελεί το περιστατικό που βεβαίωσε ότι έζησε στα νεανικά του χρόνια ο Μεχμέτ Εμίν Αγγά, γιος του αποθανόντος μουφτή Ξάνθης Μουσταφά Χιλμή. Το 1953, περπατώντας με έναν συμμαθητή του από το ιεροσπουδαστήριο στους δρόμους της Κομοτηνής, μιλούσε πομακικά. Ακούγοντας τους ο τότε βουλευτής Οσμάν Ουστούν, τους είπε, με αυστηρό ύφος: Δεν σέβεστε ούτε τη θρησκευτική σας περιβολή; Γιατί μιλάτε πομακικά; Ο Μεχμέτ Εμίν Αγγύ τους απάντησε τότε, ότι ανήκει σε αυτούς, που είναι περήφανοι για την πομακική τους καταγωγή! (17) Αλλά η χρήση της πομακικής ακόμη και στα ιερά κηρύγματα εξαγρίωνε τους πολέμιούς της (18).

Στο ίδιο κλίμα τρομοκρατίας και ψυχολογικής πίεσης για την εκρίζωση της πομακικής, εντάσσεται και το ακόλουθο δημοσίευμα της μειονοτικής εφημερίδας Trakyα, η οποία. το 1952, αποφεύγει και να την κατονομάσει ακόμη, αρκούμενη στον χαρακτηρισμό της, ως συγγενούς της βουλγαρικής. Έγραφε μεταξύ άλλων:
(19).

Αξιοποίησαν επιπλέον εναντίον της πομακικής τον ισχυρό φόβο που ένιωθαν οι Πομάκοι από ενδεχόμενη βουλγαρική κάθοδο, την οποία έζησαν δραματικά δύο φορές στο πρώτο μισό του αιώνα (1913-1918 και 1941-1944). Καλλιέργησαν την αντίληψη, ότι αιτία για τα δεινά που υπέστησαν ήταν η συγγένεια της γλώσσας τους με τη βουλγαρική και ότι, εάν συνέχιζαν να τη χρησιμοποιούν, θα είχαν την ίδια τύχη στο μέλλον, ενώ εάν υιοθετούσαν τα τουρκικά, η θέση τους θα ήταν ισχυρότερη και κοινή με των υπολοίπων μουσουλμάνων. Η ψυχολογική επίδραση της άποψης αυτής δεν ήταν αμελητέα και η στάση μερικών - στη δεκαετία 1945-1955 -έναντι της μητρικής γλώσσας έγινε αρνητική: (20).

Πάγιο αίτημα της Τουρκίας, στη δεκαετία του 1950, ήταν η τοποθέτηση μετακλητών (από την Τουρκία) δασκάλων στα ορεινά πομακικά χωριά της Ξάνθης και της Κομοτηνής (21), προκειμένου να επιτευχθεί ευχερέστερα ο γλωσσικός εκτουρκισμός. Οι μετακλητοί εμφορούνταν από ανθελληνικά αισθήματα, που μετέδιδαν στους μαθητές και αποτύπωσαν - πολλοί εξ αυτών -σε βιβλία και μελέτες, που εξέδωσαν μετά την επιστροφή τους στην Τουρκία (22).

Έχει σημαντική ιστορική αξία η μαρτυρία που αποθησαυρίστηκε τον Αύγουστο του 1987, κατά τη διάρκεια έρευνας στην ανατολική Μακεδονία - για τον εντοπισμό παλιών πομακικών οικήσεων - από την οποία διαπιστώνουμε, ότι ο διωγμός της γλώσσας έχει βαθύτατες καταβολές, που φθάνουν στην οθωμανική περίοδο. Όπως μου διηγήθηκαν Θρακιώτες πρόσφυγες - εγκατεστημένοι από το 1914 - στο Ελαιοχώρι του νομού Καβάλας, ο οικισμός ήταν αρχικά κτισμένος πάνω στο όρος Σύμβολο και ονομαζόταν Κουτσκάρ. Όταν οι Πομάκοι κάτοικοί του αποφάσισαν να κατεβούν χαμηλότερα, στη σημερινή θέση, όπου υπήρχε γόνιμο έδαφος και άφθονο νερό, έστειλαν επιτροπή στον διοικητή της Δράμας, για να ζητήσουν γραπτή άδεια μετεγκατάστασης. Ο Τούρκος διοικητής έδωσε την άδεια, αλλά υπό έναν απαράβατο όρο: στο νέο χωριό να μη ξαναμιλήσουν την πατρογονική τους γλώσσα! Υπό την πίεση της ανάγκης, ο όρος έγινε αποδεκτός, αλλά ποτέ δεν τηρήθηκε, αφού, όπως θυμούνται οι γεροντότεροι, μέχρι και την ημέρα αναχώρησης τους στην Τουρκία - στα πλαίσια της ανταλλαγής των πληθυσμών- όλοι μιλούσαν πομακικά (23).

Ο χρόνος και η επιμονή έφεραν αποτελέσματα ιδιαίτερα δυσμενή σε όσους μετανάστευσαν στα πεδινά, όπου εισήλθαν σε νέες πολιτισμικές και οικονομικές πραγματικότητες: συγκατοίκησαν σε μικτούς οικισμούς ή συνοικίες και συχνά διασταυρώθηκαν με τους Τουρκοφανείς. Εδώ, την αλλοτρίωση τους την προώθησαν οι συλλογικές παραστάσεις και η σημειολογία των αστικών και ημιαστικών κέντρων (τουρκόφωνα μέσα μαζικής ενημέρωσης, κοινωνική - θρησκευτική ζωή κ .α.). Τα παιδιά, που προήλθαν από μικτούς γάμους και μεγάλωσαν στα πεδινά, αγνοούν την πομακική, αλλά και δεν έχουν κάποιο ισχυρό κίνητρο για να τη μάθουν, καθώς δεν είναι επίσημα αναγνωρισμένη και δεν θα χρησιμεύσει πουθενά. Κυρίαρχη αποβαίνει η τουρκική, ως εξυπηρετούσα τις περισσότερες οικονομικο-κοινωνικές σχέσεις και με το γόητρο που της προσδίδει η διδασκαλία στα σχολεία. Ταυτόχρονα θεωρούν παρακινδυνευμένη τη χρήση της προγονικής γλώσσας, γιατί μπορεί να προκαλέσει την οργή των φανατικών (24), που δεν παύουν να επισημαίνουν, ότι αυτή αμφισβητεί από μόνη της την ενιαία και αδιαίρετη τουρκική ταυτότητα των μελών της μειονότητας (25).


΄Αλλη οδυνηρή συνέπεια, σε πρακτικό επίπεδο, είναι η δυσκολία επαφής και συνεννόησης των παιδιών από μικτό γάμο με τη σειρά των συγγενών που είναι πομακικής καταγωγής, οι οποίοι και υποχρεώνονται πλέον, εξ ανάγκης, να αποδεχθούν την τουρκική ως μέσο γλωσσικής επικοινωνίας με τους νεώτερους απογόνους τους.


Η μετανάστευση στα πεδινά συνοδεύεται από την προσδοκία της κοινωνικής και οικονομικής ανόδου και, σύμφωνα με τη σκέψη Πομάκου από την Κύμη, η κάθοδος είναι αναπόφευκτη: !


Στην ορεινή Ξάνθη, η κυριαρχία της πομακικής είναι απόλυτη και χρησιμοποιείται τόσο μέσα στο σπίτι όσο και έξω από αυτό. Προχωρώντας όμως ανατολικά, η κατάσταση παρουσιάζεται συγκεχυμένη. Η πομακική εμφανίζεται ισχυρότερη στην υψηλότερη ζώνη του νομού Ροδόπης και φθίνει με τη μείωση του υψομέτρου. Τα χωριά που βρίσκονται στις χαμηλότερες ζώνες της Ροδόπης έχουν τουρκοφωνήσει πριν από μια ή και περισσότερες γενιές. Η γειτνίασή τους με το συμπαγές τουρκόφωνο περιβάλλον της πεδιάδας ήταν ένας πρόσθετος παράγοντας, που επιτάχυνε την απώλεια της απροστάτευτης και μη αναγνωρισμένης μητρικής γλώσσας. Στη μικρή ομάδα των χωριών του νόμο Έβρου, η υποχώρηση της πομακικής, προς όφελος της τουρκικής, είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Η γνώση της τουρκικής γλώσσας λειτούργησε ως σύμβολο υπεροχής της κυρίαρχης τάξης των Πομάκων, η οποία και προσχώρησε στην αντίστοιχη των Τουρκοφανών, ενισχύοντας τη θέση της. Η τοπική πολιτική και θρησκευτική ηγεσία είναι σήμερα στενά εξαρτημένη από την τουρκική πολιτική, από την οποία αντλεί κύρος και δύναμη. Η αποποίηση της πομακικής ταυτότητας θα αποτελέσει πλέον βασική προϋπόθεση κοινωνικής και οικονομικής ανέλιξης. Από την άποψη αυτή, αποτελούν ήσσονος σημασίας τεκμήρια και μη ασφαλείς δείκτες διάγνωσης εθνικού φρονήματος, τα κείμενα που κατά καιρούς δημοσιεύθηκαν και στα οποία οι Πομάκοι συντάκτες τους υπερασπίζονται, σε δραματικούς τόνους, την τουρκική καταγωγή τους. Ο βαθμός εκτουρκισμού του στρώματος αυτού δεν είναι ολοκληρωτικός, όσο -εξωτερικά τουλάχιστον - εμφανίζεται, διότι ούτε ιστορικές ρίζες διαθέτει αλλά και συνδέεται με μία σειρά ατομικών επιδιώξεων, όπως οικονομικά συμφέροντα στην Τουρκία, προσδοκία εισαγωγής των παιδιών στα τουρκικά πανεπιστήμια, επιχορηγήσεις από τα κονδύλια που δαπανά η ΄Αγκυρα στη Θράκη κ.ά.


Η Τουρκία φαίνεται να γνωρίζει, ότι το φρόνημα, ως προϊόν καιροσκοπισμού και πειθαναγκασμού, είναι ευμετάβλητο και εφήμερο και, για το λόγο αυτό, διατηρεί, κατά περίπτωση, σοβαρές επιφυλάξεις έναντι των Πομάκων, μια και πολιτευτές, δημοσιογράφοι και θρησκευτικοί λειτουργοί, που ενίοτε ορθώνουν σοβαρά εμπόδια στην πολιτική της, έχουν στην πλειοψηφία τους πομακική καταγωγή. Τη στάση της αυτή ενισχύει η εμπειρία της από το πρόσφατο παρελθόν, αφού οι Πομάκοι ήταν στυλοβάτες του στην ελληνική Θράκη, αλλά και από τη σύγχρονη εποχή, από τον βουλγαρικό χώρο, όπου σημαντική μερίδα τους διάκειται εχθρικά απέναντι της. Οι επαναλαμβανόμενες προτροπές προς τους Πομάκους (26), (27) (28) (29) κ.ά., πιστοποιούν το άγχος και την αβεβαιότητα των καθοδηγητών, για τη σταθερότητα των αποτελεσμάτων τους. Το πολιτικοκοινωνικό κλίμα στα ορεινά της Θράκης χαρακτηρίζεται από τη διάχυτη και ασφυκτική καταπίεση του πληθυσμού από τους μηχανισμούς της Τουρκίας. Η ελευθερία έκφρασης τελεί υπό διωγμό και οι Πομάκοι μόνο κατ’ ιδίαν και υπό προϋποθέσεις εκμυστηρεύονται αυτά που ποτέ δε θα τολμούσαν να διατυπώσουν δημοσίως. Όσοι επιδιώξουν να εκφράσουν απόψεις αντίθετες με αυτές των αντιδραστικών κύκλων, κατηγορούνται ως προδότες και άπιστοι, περιθωριοποιούνται κοινωνικά και οικονομικά. Ειδικά οι Πομάκοι δάσκαλοι, που αντιστέκονται στις τουρκικές μεθοδεύσεις, έχουν δεχθεί αφάνταστα φορτία ψυχολογικής πίεσης ακόμη και σωματική βία, ώστε πολλοί να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τα σχολεία τους (30).

Αλλά αυτή είναι μία μόνο πτυχή της καταπίεσης, η πλέον ορατή. Η αποπομακοποίηση τους στερεί προοδευτικά τη δυνατότητα να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως διαφορετικό από τους άλλους και να αντιληφθούν ότι είναι ένας καταπιεσμένος πληθυσμός, που υφίσταται μία υποδειγματική εθνοκτονία και ένα αδιόρατο, αλλά καθόλα βίαια εκτουρκισμό. Είναι πρόδηλο, ότι και στην περίπτωση των Πομάκων ισχύει το αξίωμα, σύμφωνα με το οποίο η καταγωγή δεν προσδιορίζει και την εθνική συνείδηση. Ένα απροσδιόριστο και μεταβαλλόμενο, υπό την πίεση των συγκυριών ποσοστό, ταλαντεύεται μεταξύ της ελληνικής, της τουρκικής και της φθίνουσας πομακικής συνείδησης. Η αμηχανία, στην οποία περιπίπτουν πολλοί Πομάκοι όταν τους ζητηθεί να αυτοκαθοριστούν, αποδεικνύει ότι υπάρχει μία σημαντική μερίδα, η οποίο δεν εισήλθε σε προχωρημένο στάδιο αφομοίωσης, από άλλη περιβάλλουσα ομάδα. Ο φιλοτουρκισμός μιας μερίδας των Πομάκων, που δεν έχει ενταχθεί απόλυτα στις δομές των Τουρκοφανών, δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται πάντοτε ως μία απόλυτη στάση, αλλά ως μια κυμαινόμενη διάθεση επηρεαζόμενη από συσσωρευμένες δυσαρέσκειες και επιλογές της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής.

Πομακικής καταγωγής δημοσιογράφος διαβεβαίωνε ότι μέχρι τη δεκαετία του 1960 δεν είχε αναπτυχθεί εθνική συνείδηση μεταξύ των μουσουλμάνων της Θράκης (31). H απάντηση στο ερώτημα τί είσαι; ήταν δόξα τον Θεό, είμαι μουσουλμάνος (32). Την ίδια περίοδο, ο αυτοκαθορισμός με το εθνώνυμο Πομάκος αποτελούσε στοιχείο διαφοροποίησης από τους Τουρκοφανείς και τους Ρωμά, ενώ σήμερα χρησιμοποιείται από τη μειοψηφία που ενστερνίσθηκε την παντουρκιστική ιδεολογία, ως ταυτόσημος του είμαι Τούρκος, με θεωρητικό υπόβαθρο την ατεκμηρίωτη επιστημονικά άποψη, ότι οι Πομάκοι είναι απόγονοι των Κουμάνων και των Πετσενέγων!(33). Η αμοιβαία καχυποψία και αντιπάθεια που έτρεφαν οι Πομάκοι και οι Τουρκοφανείς λίγες δεκαετίες πριν, αντικατοπτριζόταν στην απουσία επιγαμιών μεταξύ των δύο ομάδων. Η σύγκρουση, αν και αμβλύνθηκε, εν τούτοις υπάρχουν θύλακες λειτουργίας της, εμφανείς και στο πολιτικό πεδίο. Είναι δυνατόν να διακρίνουμε στην προσέγγιση Τουρκοφανών και Πομάκων μία απόπειρα των τελευταίων να συνάψουν κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες, οι οποίες αφενός θα ενίσχυαν τη θέση τους απέναντι σε ένα ελάχιστα ευαίσθητο για την περίπτωσή τους κράτος και αφετέρου θα τους προστάτευαν από αυταρχικές πρακτικές τοπικών οργάνων.

Η οδυνηρή απόρριψη από το περιβάλλον και η χαμηλή κοινωνική τους θέση οδήγησαν στη μειωμένη αυτοεκτίμηση της προσωπικής και συλλογικής τους αξίας. Η εκούσια, σε ορισμένες περιπτώσεις, απόρριψη της ταυτότητάς τους δεν έγινε για λόγους εθνικούς, αλλά επειδή το σημαινόμενο της πομακικής (ταυτότητας) ήταν η πολιτισμική κατωτερότητα!(34). Το ελληνικό κράτος δεν παρέχει βοήθεια για τη διατήρηση της μνήμης των παραδόσεων και του παρελθόντος τους, που καλύπτεται ακόμη από μεγάλα κενά. Το έργο ανέλαβαν άτομα με καλές μεν προθέσεις, αλλά κινούμενα συχνά σε λανθασμένους δρόμους δημιούργησαν αποτελέσματα αντίθετα από αυτά που επεδίωκαν. Η έμμονη στη χονδροειδέστατη και προσβλητική, για τη σημερινή πίστη, προβολή της χριστιανικής τους προέλευσης, απομάκρυνε ψυχολογικά τη θρησκόληπτη μάζα. Η τακτική αυτή παραγνωρίζει το γεγονός, ότι οι Πομάκοι είναι αυστηρά προσηλωμένοι στο Ισλάμ, μέλη τους επανδρώνουν τις ιερατικές σχολές και η συντριπτική πλειοψηφία των θρησκευτικών λειτουργών στη Θράκη προέρχεται από αυτούς. Οι αναφορές στο χριστιανικό παρελθόν, στον βαθμό που ξεπερνούν τα πλαίσια μιας ισορροπημένης ιστορικής αναφοράς και εντάσσονται σε σκοπιμότητες, προκαλούν αρνητικούς συνειρμούς και επαναφέρουν επώδυνες αναμνήσεις από την ολοκληρωτικά βίαιη προσπάθεια των Βουλγάρων για εκχριστιανισμό.

Σε καθαρό θρησκευτικό επίπεδο, η απομόνωσή τους ανάμεσα σε δύο χριστιανικούς λαούς (Βούλγαρους και Έλληνες), τους ώθησε προς την πλησιέστερη ισλαμική χώρα την Τουρκία. Τη σφοδρή αντίθεση των πρώτων κεμαλικών δεκαετιών ακολούθησε η συμφιλίωση με τη νέα πραγματικότητα. Οι πηγές του Ισλάμ στις αραβικές χώρες βρίσκονταν αρκετά μακρυά και αδύναμες να στηρίξουν μία αραβόφιλη ισλαμική ομάδα στη Θράκη. Η ταύτιση με το ελληνικό κράτος, εξάλλου, αποδείχθηκε επισφαλής και χωρίς προοπτική επένδυση, όταν απελάθηκαν σωρηδόν οι παλαιομουσουλμάνοι, υπό τον Μουσταφά Σαμπρή (1931). Η Τουρκία εφάνταζε ως η ισχυρή δύναμη, που έχει τη δυνατότητα να επιβάλει τη θέληση της και εκτός των συνόρων της, με αποτέλεσμα να διευκολυνθεί ψυχολογικά η κλίση των Πομάκων προς αυτήν.

Η ασύνετη ελληνική τακτική εξομοίωσης, σε όλο το επίπεδο, των Πομάκων με τους υπόλοιπους μουσουλμάνους, συνέβαλε στη σφυρηλάτηση της συνοχής και της ανάπτυξης ισχυρών ψυχολογικών δεσμών μεταξύ των αλλογενών, αλλά ομόθρησκων τμημάτων της μειονότητας. Οι όποιες διαθέσεις Πομάκων, σε ατομικό ιδίως επίπεδο, για προσέγγιση με την αλλόθρησκη Ελλάδα προσέκρουαν στην αμηχανία - ή, καλύτερα, στην καχυποψία - των τοπικών αρχών, που αξιοποιούσαν πάντα χρησιμοθηρικά τέτοιες σχέσεις. Η έλλειψη κατανόησης και ευαισθησίας προλείαναν το έδαφος για το μειονοτικό επεκτατισμό των Τουρκοφανών. Η επίσημη τουρκική θέση, η οποία όμως δεν εξασφαλίζει τη σύμφωνη γνώμη όλων των Τούρκων επιστημόνων, τους Πομάκους, όπως άλλωστε και τους Κούρδους, τουρκικής καταγωγής. Οι πρώτοι αποκαλούνται και οι δεύτεροι . Πρόκειται ουσιαστικά για εφαρμογή της τουρκικής ιστορικής θέσης, η οποία (35).

Ό,τι δεν μπορεί να καταστραφεί από την ταυτότητά τους χαρακτηρίζεται ως τουρκικό (36). Σφετερισμό της κληρονομιάς και της ιστορίας τους αποτελούν οι εκθέσεις λαϊκών ενδυμασιών και εργοχείρων, που κατά καιρούς πραγματοποιήθηκαν στην Ξάνθη και προβάλλονταν ως έργο τουρκικού πολιτισμού (37), όπως και όλες οι λαϊκές και θρησκευτικές εκδηλώσεις, τα ήθη και έθιμα στα πομακοχώρια, που προσδιορίζονται ως εκδηλώσεις των Τούρκων! (38). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τα ψηφίσματα για την ανάγκη προστασίας της ευρωπαϊκής λαϊκής κληρονομιάς, και το Συμβούλιο της Ευρώπης, με τη διακήρυξη για τις τοπικές γλώσσες, εκφράζουν την ευαισθησία των λαών, για τη διατήρηση του ευρωπαϊκού πολιτιστικού και γλωσσικού πλούτου, του οποίου ένα μικρό αλλά ζωντανό κύτταρο αποτελούν και οι Πομάκοι(39). Μέσα, λοιπόν, στο διεθνές κλίμα και την ευαισθησία που διακρίνει τους ευρωπαϊκούς λαούς, προστίθεται η ελληνική παραφωνία, κατοχυρωμένη μάλιστα με δύο διμερή ελληνοτουρκικά Σύμφωνα, τα λεγόμενα, κατ’ οξύμωρο σχήμα, Μορφωτικά Πρωτόκολλα. Είναι δε τραγικό, να κατηγορείται η Ελλάδα, ότι καταστρέφει - σύμφωνα με τον τίτλο έκθεσης της οργάνωσης Helsinki Watch - την εθνική ιδιαιτερότητα των Τούρκων της Θράκης και μέσα σε αυτούς να συγκαταλέγονται οι Πομάκοι και οι Ρωμά (40).

Η πομακική είναι γλώσσα, που τελεί υπό ποικιλόμορφο διωγμό και οι φορείς της θύματα πολιτισμικής γενοκτονίας.
Η περιορισμένη γεωγραφική της έκταση ή η δημογραφική βαρύτητα του πληθυσμού που τη μιλά, δεν της στερεί το δικαίωμα στην ύπαρξη, όπως αντίστοιχα και της πλουσιότατης ινδοευρωπαϊκής γλώσσας των Ρωμά (41).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
(1) Avcioglu Dogan Turkleri tarihi, cilt Α', Istanbul 1989, s. 40 και Yavuz Ercan, Devsirme sorunu...Belleten, cilt L (sα. 198), Ankara 1987, s.679-725.
o    Σε τουρκικό σχολικό εγχειρίδιο της Β’ Λυκείου, οι Πομακοι καταχωρούνταν ως Βούλγαροι που εξισλαμίστηκαν (Dr Νurettin Sεckin cografyasi, cilt 2, Istanbul 1966, s.11 ).
o    Σλάβους τους θεωρεί και ο Κεμάλ Καρπάτ, στο έργο του Αn inquiry into the social foundations of nationalism in the Ottoman State. vol.Α, ρ.160, Princeton 1973, καθώς και στο Ottoman Population 1830-1914, 1985, p. 49 κ.ά.
o    Στην εγκυκλοπαίδεια της εφημ. Μilliyet (1991), στον Γ' τόμο. σελ.770, οι Πομάκοι προσδιορίζονται ως εξισλαμισμένοι Βούλγαροι.
o    Ο καθηγητής Μεχμέτ Γκιονλιούμπολ. στο έργο του Uluslararast Politika, ερμηνεύοντας τη διαμόρφωση των εθνοτήτων στη Χερσόνησο του Αίμου, χαρακτηρίζει τους Πομάκους ως Βούλγαρους (Ankara 1993, s.337).
(2) Πρώιμες αναφορές για την υποτιθέμενη αρχαιοθρακική τους καταγωγή, βρίσκουμε σε έργο του Β. Νικολαίδη (Les Turks et la Turquie contemporaine, Paris 1859, p.273-276), όπου μιλά για απόγονους της φυλής των Σατρών, οι οποίοι διατηρήθηκαν στη Ροδόπη για χιλιάδες χρονιά! O ρομαντισμός της εποχής και η αρχαιοδιφική διάθεση των ερευνητών, την οποία διήγειρε στο έπακρο η terra incognita Θράκη, οδηγούσαν σε ανάλογες θεωρήσεις. Εκείνος, όμως, που προέβαλε περισσότερο τη θεωρία, ήταν ο Σέρβος αρχαιολόγος Στ. Βέρκοβιτς, ο οποίος υποτίθεται ότι ανακάλυψε στην ορεινή Ροδόπη χιλιάδες στίχους από τη σλαβική ποιητική παράδοση με θέματα σχετικά με τον Ορφέα κ.α. (Veda Slovena, Βελιγράδι 1874). Η υποκρυπτόμενη πολιτική σκοπιμότητα της ανακάλυψης (!) ήταν ενταγμένη στη δυναμική των ιδεολογικών και εθνικών αντιπαραθέσεων του 19ου αι. Ο Θράκας λόγιος Βλάσιος Σκορδέλης, έναν χρόνο μετά τη δημοσίευση των ανακαλύψεων του Στ. Βέρκοβιτς, σημείωνε: Η Ροδόπη είναι χώρα μυστηριώδης και συνάμα κείται μεταξύ Θράκης και Μακεδονίας, δύο χωρών λίαν περιζητήτων τοίς Σλαβισταίς (περιοδ. Βύρων. Τομ. Α', Ιαν.1875,, Αθήνησιν, σ.885).
(3) Την ίδια άποψη εκφράζει ο Μίχ. Χαραλαμπίδης στο άρθρο του , δημοσιευμένο στο (βιβλίο του Εθνικά Ζητήματα, Αθήνα 1989. σ.52. Στοιχεία, που αποκλείουν τη συγγένεια Τούρκων και Πομάκων, περιλαμβάνονται στα πορίσματα των ανθρωπολογικών ερευνών του καθηγητή Νικ. Ι. Ξηροτύρη, βλ. σχ. Ίδιαι παρατηρήσεις επί της κατανομής των συχνοτήτων των ομάδων αίματος εις τους Πομάκους, Θεσσαλονίκη 1971 (διδακτορική διατριβή) και του ιδίου Αχριάνες και Πομάκοι: Θράκες ή Σλάβοι; Στα πρακτικά του Β’ Συμποσίου Λαογραφίας ΙΜΧΑ. Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 333-358. Η μη (καθολική) ελληνικότητά τους δεν αποκλείει την ύπαρξη ελληνικών πληθυσμιακών νησίδων, για τις οποίες υπάρχουν ήδη σοβαρές ενδείξεις. Επί του παρόντος και για λόγους επιστημονικής συνέπειας, κρίνεται σκόπιμο να προταθεί, μόνον ως υπόθεση, η καταλυτική παρουσία στην εθνογένεση τους, των πληθυσμών της ευρείας Θράκης, που προσχώρησαν στην κραταιά χριστιανική αίρεση των Βογομίλων.

(4) Geitler Leopold, Poeticke tradice Thraku i Bulharu. V Praze 1878, σ. 33.
(5) Περ. Ματιές, τεύχος 35, Μάρτιος 1990, Καβάλα (χωρίς σελιδαρίθμηση)
(6) Επιστολή του δασκάλου Καλίν Αχμέτ Σαλή, δημοσιευμένη στα Θρακικά, τόμ.8, σειρά Β, σε εργασία του Κ. Βουλουτιάδη, Αθηνά 1993, σ. 246.
(7) Μία σχολαστική εξέταση της διατύπωσης - η οποία παγίως επαναλαμβάνεται από ελληνικής πλευράς - θα αποδείκνυε ότι είναι σχεδόν στο σύνολο της λανθασμένης:
I.    Όσον αφορά τον όρο Τουρκογενείς, όπως εξηγείται στη σημείωση 15
II.    Όσον αφορά τον όρο Αθίγγανoι μια και ο ιστορικός και σύγχρονος αυτοπροσδιορισμός της ομάδας είναι Ρωμά, ο οποίος συνδυάζει διπλό πλεονέκτημα: α) είναι αποσυνδεμένος από το αρνητικό φορτίο των αντίστοιχων Αθίγγανος, Κατσίβελος, Γύφτος κ.ά. και β) τους συνδέει εθνολογικά με τους υπολοίπους ανά τον κόσμο Ρωμά, όπου και ανήκουν. Ο Ο.Η.Ε. τους αναγνώρισε διεθνώς με την ονομασία αυτή.
III.    Όσον αφορά τον όρο Δυτική Θράκη, βλ. τα ακόλουθα δημοσιεύματα, τα οποία τελικά προκάλεσαν και την επίσημη ανασκευή του όρου: 1) Αντώνη Λιάπη: Ελληνοτουρκική φιλία. Προβλήματα - Προοπτικές, στο συλλογικό έργο Η ειρήνη στις σχέσεις Ελλάδος - Τουρκίας, Χρ. Αμπατζιάνης κ.ά. Κομοτηνή 1986, σ.25, 2) Αντώνη Λιάπη: Θράκη ή Δυτική Θράκη; Οικονομικός Ταχυδρόμος (τεύχος 1917), 31.1.1991, Αθηνά, σ.34 και Ενδοχώρα (τεύχος 24). Ιάν.-Φεβρ. 1992, Αλεξανδρούπολη, σ.18 και 3) Αντώνη Λιάπη: Η εμφάνιση και διάδοση του πολιτικογεωγραφικού όρου Δυτική Θράκη, εφημ. Κομοτηνής Ο Παρατηρητής της Θράκης, φ. 416/27.2.1992
IV.    Ορισμένοι πρότειναν την αντικατάσταση του όρου Πομάκοι, αλλά οι όχι εύστοχοι λόγοι και η ελλειπής τεκμηρίωση των προτάσεων που υποβλήθηκαν, καθιστούν προσφορότερη τη διατήρηση του υφιστάμενου εθνωνύμου. Είναι ο μόνος ιστορικός αυτοπροσδιορισμός, που αναγνωρίζουν οι ίδιοι. Η τεχνητή ονοματοδοσία θα έπρεπε, πέραν της σύμφωνης γνώμης τους, να εξασφαλίζει αποδοχή, που ξεπέρνα τα ελληνικά γεωγραφικά και επιστημονικά όρια.
V.    Η χρήση του ενικού αριθμού στη λέξη μειονότητα βρίσκεται σε αναντιστοιχία με την εθνολογική πραγματικότητα και μόνο τη νομική εικόνα, στα πλαίσια της Συνθήκης της Λωζάνης, καταγράφει. Αλλά και στο πρόχειρο κείμενο της Συνθήκης, για ποικίλους λόγους, η λέξη ήταν διατυπωμένη στον πληθυντικό αριθμό μειονότητες.
Κατά συνέπεια, η τροποποίηση της τρέχουσας ορολογίας θα κατέληγε στην ακόλουθη διατύπωση: Οι μουσουλμανικές μειονότητες της (ελληνικής) Θράκης είναι: οι Πομάκοι, οι Τουρκοφανείς και οι Ρωμά.
(8) Ιδιαίτερη έμφαση στη χρήση ταυ πληθυντικού έδωσε ο Χρ. Κηπουρός στο άρθρο του: Οι μουσουλμανικές μειονότητες της Θράκης, δημοσιευμένο στο βιβλίο του Δεν θέλουμε η Θράκη να γίνει νέα Κύπρος, Αθήνα, σ.47 κ.εξ.
(9) Φράση του πολιτευτή και πρώην βουλευτή Ξάνθης Τζελύλ Ζεϊμπέκ. Εφημ. lleri, φύλλο 723/ 25.6.1994.
(10) Περιοδικό Yuvamiz, Haziran 1991, sayi 58, s. 5.
(11) Στη μελέτη του δασκάλου Θανάση Σαρβανάκη, όπου εξετάζονται συστηματικά οι παράγοντες που επιδρούν στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας από τους μουσουλμάνους μαθητές, αν και γίνεται η διάκριση σε Πομάκους, Αθιγγάνους και λοιπούς μουσουλμάνους, απ’ όπου προκύπτει και ελαφρώς καλύτερη επίδοση των Πομάκων μαθητών στα ελληνικά (σ.72 και 73), εν τούτοις, στις προτάσεις που ακολουθούν, δεν τίθεται το ζήτημα της διδασκαλίας της πομακικής και της ρωμανές. (Παράγοντες που επηρεάζουν τους μουσουλμανόπαιδες στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, Αλεξανδρούπολη 1987). Στη νεώτερη χρονικά έρευνα του Γ.Κ. Δημουλά, για τη γραπτή επικοινωνία και έκφραση των μαθητών του νομού Ροδόπης, δεν γίνεται ούτε η επιβεβλημένη από το αντικείμενο της μελέτης διάκριση των μαθητών στις τρείς προαναφερόμενες κατηγορίες και εξετάζονται όλοι ως ενιαίο και ομοιογενές γλωσσικά σύνολο, με μητρική γλώσσα την τουρκική (σ.107 κ.ά.) και με μόνο πρόβλημα τη διγλωσσία. (Η γραπτή επικοινωνία και η γραπτή έκφραση χριστιανών και μουσουλμάνων μαθητών των τριών ανώτερων τάξεων Δημοτικών Σχολείων του Ν. Ροδόπης, Κομοτηνή, Νοέμβριος 1991).
(12) Συχνή είναι και η τετραγλωσσία, αφού κοντά στα πομακικά, τα ελληνικά και τα τουρκικά, το παιδί διδάσκεται και την αραβική, στην εξωσχολική θρησκευτική κατήχηση από τους μουσουλμάνους θρησκευτικούς λειτουργούς.
(13) Ο γλωσσικός ευνουχισμός των Πομάκων άρθρο του Παναγιωτίδη Ναθαναήλ, στο περιοδικό Ελλοπία, σσ. 32-33, τεύχος 16.
(14) ΄Αρθρο του Mongo Beti: Αφρικανικές γλώσσες και ιδεολογία, στο συλλογικό έργο Πολιτιστικός Ιμπεριαλισμός, Αθηνά 1987, σ.112. .................................................................................................................................................................
(15) Επέλεξα τον όρο Τουρκοφανείς, ως επιστημονικά ορθότερο και σε αντικατάσταση του όρου Τουρκογενείς - που κατά παγία τακτική χρησιμοποιείται από την ελληνική πλευρά -, για να περιγράψω το μη πομακικό και μη ρώμικο (ή, γραμματολογικά, ορθότερο ρωμαϊκό) τμήμα της μουσουλμανικής μειονότητας. Το δεύτερο συνθετικό (-γενείς) παραπέμπει σε καταγωγή από το τουρκικό γένος, του οποίου ο ανθρωπολογικός προσδιορισμός παρουσιάζει αξεπέραστες μεθοδολογικές δυσκολίες. Πέραν αυτού, το κυριότερο στοιχείο, που αφορά στην περίπτωση, είναι ότι το τμήμα αυτό των μουσουλμάνων της ελληνικής Θράκης, είναι το εθνολογικό αποτέλεσμα μιας ιστορικής διαδικασίας επιμιξιών ποικίλων εθνικών ομάδων, από τον 14ο αι. και έξης. Η αντικατάσταση του β’ συνθετικού -γενείς με το -φανείς υποδηλώνει ακριβώς τη μη (απόλυτη) τουρκική καταγωγή και ταυτόχρονα επιδιώκει να περιγράφει, σε συνδυασμό με το α’ συνθετικό τουρκο-, τα επίκτητα πολιτισμικά στοιχεία, όπως η τουρκική γλώσσα η ακόμη και η τουρκική εθνική συνείδηση. ΄Αρα, ο όρος αναφέρεται στην καταγωγή και όχι στη συνείδηση της ομάδας που (η συνείδηση), ως υποκειμενικό στοιχείο, μεταλλάσσεται στην πορεία του χρόνου. Με ανάλογη σημασία και με έμφαση, χρησιμοποίησε τον όρο τουρκοφανείς ο Σκαλιέρης Γεώργιος στο έργο του Λαοί και φυλαί της Μικράς Ασίας, εν Αθήναις 1922, στην προσπάθεια του να περιγράψει το εθνολογικό μωσαϊκό της Μικράς Ασίας.
(16) Ανάλογη επιτυχία είχε και ο εκπαιδευτικός μηχανισμός της Τουρκίας, όπου η λεγομένη Τουρκική Ιστορική Θέση (Τurk Tarih Tezi) και η Ηλιακή Θεωρία της Γλώσσας (Gunes Dil Teorisi) -ως κεμαλικά/κρατικα δόγματα - διαδόθηκαν από τη δεκαετία του 1930 και μετά, στην τουρκική νεολαία και τον λαό βλ. σχ. Βρυώνη Σπύρου Το τουρκικό κράτος και η ιστορία, Θεσσαλονίκη 1993, σσ.83-109.
(17) Εφημ. Trakya’nin Sesi, αριθ. φ. 457 / 9.7.1994.
(18) Εφημ lleri, αριθ. φ. 697 / 4.12.1992.
(19) Εφημ. Trakya, αριθ. φ. 504 / 7.4.1952
(20) Dede Adburrahim Bati Trakya Tukleri, Istanbul 1975, ss 159-160. Οι Πομάκοι υπέφεραν και από τη δράση των ληστρικών ομάδων βλ. Αντώνη Λιάπη: Οι Πομάκοι μέσα στον χρόνο, Θρακική Επετηρίδα, τόμ. Δ’, Κομοτηνή, 1983, σσ. 27-28.
(21) Μελέτη του Αλέξη Αλεξανδρή: Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων 1923-1954, στο συλλογικό έργο Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις 1923-1987, Αθήνα 1991, σ.144.
(22) Ο Adil Ozguς χρημάτισε καθηγητής στα μειονοτικά Λύκεια Κομοτηνής από το 1967-1971. Το 1974 εξέδωσε βιβλίο με τίτλο Bati Trakya Turkleri, όπου διεκτραγωδεί την ελληνική βαρβαρότητα! Με το ίδιο πνεύμα είναι γραμμένο στο 1986 και το βιβλίο του Nadir Yaz Aglayan Βαtι Trakya, ο οποίος υπηρέτησε ως δάσκαλος σε μειονοτικά σχολεία από το 1980-1984.
(23) Τα πομάκικα μιλιούνται ακόμη σε διάφορα χωριά της ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας, από παλαιούς και νεώτερους πρόσφυγες από την ελληνική και τη βουλγαρική Θράκη. Είναι δε αξιοσημείωτο, ότι εκεί λειτουργούν ως στοιχείο της ταυτότητας τους, που οι ίδιοι σέβονται και επιθυμούν να προστατεύσουν. Σύμφωνα δε με μαρτυρίες Τούρκων πολιτικών προσφύγων, οι Πομάκοι καλλιεργούν την ενδογαμία και μάλιστα ανέφεραν περιστατικό στην ανατολική Θράκη, όπου στις αρχές της δεκαετίας του 1980 απειλήθηκε σύρραξη μεταξύ ενός πομακικού και ενός τουρκικού χωριού, επειδή εκλάπη μία πομάκισσα, με πρόθεση να κρατηθεί ως νύφη στο τουρκικό.
(24) Μέχρι τη δεκαετία του 1950 - πριν δηλαδή επιβληθεί το λατινικό αλφάβητο στα ορεινά - οι παλαιομουσουλμάνοι χρήστες της αραβικής γραφής και αντίθετοι στον κεμαλισμό, δεν είχαν πρόβλημα με την πομακική. Η προοδευτική επικράτηση των κεμαλικών, όμως, συμπαρέσυρε τμήμα των θρησκευόμενων, οι οποίοι και τη νέα γραφή ασπάσθηκαν και την πομακική αντιμάχονταν. Ο Παν. Φωτέας, που διετέλεσε νομάρχης στον νομό Ροδόπης, αναφέρει περιστατικά αιφνίδιας και ανέλπιστης μεταστροφής, σε σχέση με την υιοθέτηση της νέας γραφής βλ. Παν. Φωτέα Οι Πομάκοι της Δυτικής Θράκης, Κομοτηνή 1978, σσ. 24 25.
(25) Από το μήνυμα που απηύθυνε, με την ευκαιρία του Κουρμπάν Μπαϊράμ, στις 19-7-1988, ο πρώην μουφτής Ξάνθης - πομακικής καταγωγής Μουσταφά Χιλμή.
(26) Από μήνυμα του πρώην μουφτή Ξάνθης Μουσταφά Χιλμή. Εφημ Akin, αριθ. φ. 928 / 28.11.1987.
(27) Από δήλωση του πρώην βουλευτή νομού Ροδόπης Μεχμέτ Μουφτήογλου. Εφημ. Lleri, αριθ. φ. 448/26.10.1986.
(28) Από μήνυμα του πρώην μουφτή Ξάνθης Μουσταφά Χιλμη. Εφημ Gercek, αριθ. φ. 213 / 22.7.1988.
(29) Προτροπή μουσουλμάνου θεολόγου. Από τη μελέτη του Παύλου Χιδίρογλου: Η δυτική Θράκη υπό το φως της εθνικής ιδέας των Τούρκων, πρακτικά συμποσίου Η ιστορική, αρχαιολογική και λαογραφική έρευνα για τη Θράκη, έκδοση ΙΜΧΑ (αρ.217). Θεσσαλονίκη 1988, σελ.311.
(30) Σε επιστολή του ο υποδιευθυντής του μειονοτικού δημοτικού της Μύκης, ΄Αξιος Δημοσθένης, καταγγέλλει την τρομοκρατία και τις πιέσεις, που ασκούνται από οργανωμένες ομάδες σε βάρος των δασκάλων και της μεγάλης και αμέτοχης μάζας. Εφημ. Αδέσμευτη της Ξάνθης, αριθ. φ.3027/14-4-1993
(31) Ο εκδότης της εφημ, Τrakya’nin Sesi, Αμπντουλχαλίμ Δεδέ, στην εκπομπή Ώρες Ευθύνης, του ραδιοφωνικού σταθμού Δίαυλος Ροδόπης, 3-12-91.
(32) Εφημ. lleri, αριθ. φ. 649/4-9-1991, όπου ο εκδότης αγανακτεί, διότι σε σχολικά τετράδια μαθητών, στο ερώτημα, τί είσαι; συνάντησε γραμμένη την απάντηση: είμαι μουσουλμάνος! Για την εθνική συνείδηση στην Τουρκία. βλ. και Νεοκλή Σαρρή Εξωτερική πολιτική και πολιτικές εξελίξεις στην πρώτη τουρκική δημοκρατία. H άνοδος της Στρατογραφειοκρατίας (1923-1950), Αθήνα 1992, σ.32.
(33) Οι Πετσενέγοι και οι Κουμάνοι καταχωρούνται στον μακρύ κατάλογο των επιδρομέων -που προηγήθηκαν ή έπονται από αυτούς - στη Θράκη, σε όλη τη διάρκεια του Βυζαντίου. Η επιλεκτική και αυθαίρετη σύνδεση τους με τους Πομάκους, χωρίς τη στοιχειώδη τεκμηρίωση και η ταυτόχρονη παράκαμψη άλλων φυλετικών ή θρησκευτικών ομάδων (π.χ. σλαβικά φύλα, Παυλικιανοί, Βογόμιλοι) με μεγάλη δημογραφική και χρονική παρουσία στην περιοχή, καθιστά τη συγκεκριμένη θεωρία αντιεπιστημονική, με κραυγαλέες εθνικές σκοπιμότητες. Τα υπολείμματα των δύο φυλών εξαφανίσθηκαν από το προσκήνιο της τοπικής ιστορίας, ενώ σε καμμία γραπτή πηγή δεν υπάρχει άμεση ή έμμεση αναφορά για εγκατάσταση τους στην ορεινή Ροδόπη. Αρκετοί μελετητές εκφράζουν αμφιβολίες, ακόμη και για την υποτιθέμενη τουρανική καταγωγή των (τουρανόφωνων) Κουμάνων βλ. σχετ. Αλέξης Γ.Κ. Σαββίδης: οι Κομάνοι (Κουμάνοι) και το Βυζάντιο, Βυζαντινοτουρκικά Μελετήματα, Αθήνα 1991, σ. 156. Όμοια άποψη εκφράζει και ο καθηγητής Νικ. Ξηροτύρης (περ. Ενδοχώρα, τ.33, Οκτ.-Δεκ. 1993, σ.51, Αλεξανδρούπολη). Κριτική στις τουρκικές απόψεις βλ. σε Παύλου Χιδίρογλου: Οι Έλληνες Πομακοι και η σχέση τους με την Τουρκία, Αθήνα 1984, σσ. 44-45 και Αντ. Λιάπη: Οι Πομάκοι μέσα στον χρόνο, Θρακική Επετηρίδα, τομ. Δ’, Κομοτηνή 1983, σσ. 15-16. Επιπλέον, η καταγωγή και η γλώσσα των Πετσενέγων, όπως σε όλα τα νομαδικά κράτη, ήταν ανομοιογενείς. Το εκάστοτε ηγετικό στρώμα προσδιόριζε και την κοινή γλώσσα. Στην περίπτωση των Πετσενέγων, ήταν δύο παράλληλες: μια ανατολικο-ιρανική και μία ουννο-βουλγαρική (Ι.Α. Αλεξανδρόπουλος, Ιστορία των λαών της κεντρικής Ασίας, Πανεπιστημιακές παραδόσεις, χειμερινό εξάμηνο 1986/87 και 1987/88, Α.Π.Θ., πολυγραφημένο).
(34) Οι Σελτζούκοι, για παράδειγμα, απέρριπταν για τον ίδιο λόγο την τουρκική ιδιότητα και αυτοαποκαλούνταν Rum (Ρωμαίοι, Ρωμηοί), Νεοκλή Σαρρή Οσμανική Πραγματικότητα, τομ. Α', Αθήνα, σσ.46-47.
(35) Βρυώνης Σπύρος, όπ. πρ. σελ.103.
(36) Ο λαογραφικός θησαυρός του πομακικού πληθυσμού (δημοτικά τραγούδια, ενδυμασίες, υφαντά. λαϊκή τέχνη, παραδόσεις, παραμύθια, έθιμα, γιορτές κ.ά.) είναι ασύγκριτος με το φτωχό διάσπαρτο υλικό, που συναντιέται μεταξύ των Τουρκοφανών στα πεδινά. Η διαφορά αντικατοπτρίζει, πέραν των άλλων, την εθνολογική ανομοιογένεια των Τουρκοφανών και την έλλειψη κοινής ιστορικοπολιτισμικής κληρονομιάς. Αυτό έγινε αντιληπτό και ήδη καταβάλλονται προσπάθειες, ώστε, εκτός από την ιδιοποίηση της πομακικής παράδοσης, να προβληθούν και στοιχεία, που θα συνθέτουν ένα προσωπείο ενιαίου παραδοσιακού πολιτισμού. Την τάση αυτή εκφράζει πρόσφατη έκδοση με συλλογή δημοτικών τραγουδιών (Bati Trakya Turkuleri, Resit Salim, Osman H. Adra, Κομοτηνή 1994), η οποία, όμως, όπως αναφέρει ο Θράκος συγγραφέας και λογοτέχνης Θανάσης Μουσόπουλος, είναι πλαστή, μια και δεν περιέχει δημοτικά τραγούδια, αλλά μελοποιημένα κατασκευάσματα των τελευταίων δεκαετιών. Τονίζει δε την ανάγκη της επισήμανσης, μια και πράγματα που πέρασαν αψήφιστα στην εποχή τους, θα αποτελέσουν στο μέλλον γεγονότα αδιαμφισβήτητα. Το συνονθύλευμα των Τουρκοφανων της πεδιάδας δεν είχε κοινοτική ζωή, άρα και αντίστοιχο πολιτισμό (από το χειρόγραφο κείμενο της εισήγησης του, στο συνέδριο Εθνογενετικές Διαδικασίες
(37) Περ. Bati Trahya’nin Sesi, τεύχος 1, Kasιm - Αralik 1987, Istanbul, όπου στο οπισθόφυλλο δημοσιεύονται και οι σχετικές φωτογραφίες.
(38) Στο βιβλίο του Dede Abdurrahim, Bati Trahya folklorou 1978, όλα τα δημιουργήματα του πνευματικού και υλικού πολιτισμού των Πομάκων παρουσιάζονται ως τουρκικά!
(39) Σχετική είναι και η ερώτηση προς τη Βουλή των Ελλήνων, που υπέβαλε στις 16.11.1990 η βουλευτίς Αναστασία Ανδρεαδάκη, με αφορμή την έκθεση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, συντεταγμένη από τον Ισπανό καθηγητή Μιγκουέλ Σιγκουάν, κατά την οποία οι ελληνικές αρχές αδιαφορούν, μεταξύ άλλων, και για την καλλιέργεια της πομακικής γλώσσας. Η πομακική έχει καταγραφεί ως ευρωπαϊκή μειονοτική γλώσσα.
(40) Destroying ethnic identity: The Turks of Greece. A Helsinki Watch Report. U.S.Α., August 1990
(41) Η έλλειψη γραφής δεν είναι ανυπέρβλητο εμπόδιο. Θα μπορούσε να αξιοποιηθεί το ελληνικό αλφάβητο και, για να επιτευχθεί απόλυτη ταύτιση φωνητικών ήχων και γραπτών σημείων, να εισαχθούν στοιχεία από το λατινικό ή το κυριλλικό αλφάβητο.


Ευτέρπη Θεοκλίεβα Στόιτσεβα - Αρχαιολόγος (Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσημβρίας)
Μεσημβρία: Πόλη-Μουσείο


Στη δυτική ακτή του Ευξείνου Πόντου, που ανήκει στη Βουλγαρία, βρίσκονται σήμερα μεγάλες και μικρές, όμορφες και σύγχρονες πόλεις, όπως η Βάρνα, το Μπαλτζίκ, το Όμπζορ, η Νεσέμπαρ, το Πομόριε, το Μπουργκάς, η Σοζόπολ, το Μιτσούριν και η Αχτόπολ. Η ζωή στις πόλεις αυτές συνεχίζεται αδιάκοπα από χιλιάδες χρόνια μέχρι σήμερα. Ο πιο παλαιός πληθυσμός που κατοίκησε σ’ αυτά τα μέρη ήταν οι Θράκες. Όταν, κατά τη διάρκεια του 7ου και 6ου αιώνα προ Χριστού, οι Έλληνες άρχισαν τα ταξίδια τους προς τις κοντινές και τις μακρινές ακτές, κατευθύνθηκαν και προς τη δυτική ακτή του Ευξείνου Πόντου. Εκεί ίδρυσαν ελληνικές αποικίες. Τέτοιες είναι: η Οδησσός, ο Βύζων, η Ναύλοχος - η οποία ιδρύθηκε αργότερα από τη Μεσημβρία - η Μεσημβρία, η Αγχίαλος, ο Πύργος, η Απολλωνία, ο Βασιλικός, η Αγαθούπολις. Θα ήθελα να σας μιλήσω για μία από αυτές: τη Μεσημβρία (Νεσέμπαρ).

Η πόλη Νεσέμπαρ - η μεσαιωνική Μεσέμβρια, η αρχαία Μεσαμβρία - είναι μία από τις αρχαιότερες πόλεις της Ευρώπης. Σ’ αυτήν κατοίκησαν κατά καιρούς πολλοί διαφορετικοί λαοί: Θράκες, Έλληνες, Ρωμαίοι, Βούλγαροι και Τούρκοι. Σήμερα τα μνημειώδη τείχη της ελληνιστικής και της βυζαντινής εποχής, οι πλούσια διακοσμημένοι ναοί της Μεσημβρίας και οι οικίες του δεκάτου ογδόου και δεκάτου ενάτου αιώνα, που βρίσκονται στη μικρή αυτή χερσόνησο, μαρτυρούν τη μεγαλοπρέπεια και τη δόξα του παρελθόντος. Τα πιο παλιά σημεία ζωής στη χερσόνησο χρονολογούνται από τη δεύτερη χιλιετηρίδα προ Χριστού. Ο Έλληνας ιστορικός και γεωγράφος Στράβων αναφέρει ότι στη θέση αυτή υπήρχε θρακικός οικισμός με το όνομα , ο οποίος πήρε το όνομα του από τον ιδρυτή της πόλης Μέλσα και την θρακική λέξη μπρία, που σημαίνει πόλη.

Το 510 προ Χριστού αποικίζουν τη Μεσάμβρια Έλληνες από τις πόλεις Μέγαρο, Βυζάντιον και Χαλκηδών. Αυτοί επέκτειναν το μικρό Θρακικό οικισμό και τον μετέτρεψαν σε ελληνική πόλη που οχύρωσαν με τείχη, τα οποία εγγυώνταν την ασφάλεια και την ησυχία της. Ανέπτυξαν εκτεταμένες οικονομικές σχέσεις με την Αθήνα, την Κύζικο (Μικρά Aσία), τη Δήλο, τα Μέγαρα, την Ολβία, ακόμη και την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η πόλη έκοψε πολλούς διαφορετικούς τύπους νομισμάτων. Το πιο παλαιό είναι αυτό με την παράσταση περικεφαλαίας από τη μία πλευρά και τα πρώτα γράμματα του ονόματος της πόλης (ΜΕΣΑ) από την άλλη. Στη Μεσάμβρια κτίσθηκε θέατρο, στο oποίο συγκεντρώθηκε η πολιτιστική ζωή της πόλης και όπου διοργανώνονταν τελετές προς τιμήν του Διονύσου και άλλων θεοτήτων. Η πολιτιστική ζωή των Μεσημβρινών ήταν πολύ πλούσια. Εκτός από τις υλικές αποδείξεις για την ύπαρξη θεάτρου τις - τραγικές και κωμικές μάσκες που φυλάσσονται στο αρχαιολογικό μουσείο της Μεσήμβριας - μετά από αρχαιολογικές ανασκαφές ανακαλύφθηκαν και επιτύμβιες στήλες, πάνω στις οποίες είναι χαραγμένα τα μεγαλειώδη έργα του Ομήρου - η απαρχή της αρχαίας γραμματείας (παιδείας). Στους ναούς του Δία, της Ήρας, του Απόλλωνα, του Ασκληπιού, του Διονύσου, της Δήμητρας, του Σάραπι και της Ίσιδας πραγματοποιούνταν πλούσιες τελετές (προσφορές θυσιών). Για τις τελετές μαρτυρούν στους αιώνες κείμενα χαραγμένα σε μαρμάρινες στήλες, ενώ οι ναοί και τα αγάλματα των θεών παριστάνονται στα νομίσματα της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου. Η πόλη διοικούνταν από βουλή των πολιτών, είχε ενεργό πολιτική συμμετοχή σε γεγονότα που συνέβαιναν σε όλο τον ελληνικό κόσμο, έκλεινε συμφωνίες με γειτονικές και μακρινές πόλεις, διεξήγε πολέμους.

Το 71 προ Χριστού, η πόλη καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους, επικεφαλής των οποίων ήταν ο Μάρκος Λούκουλος. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, η Μεσημβρία παραχωρεί την κυριαρχική της θέση στη γειτονική Αγχίαλο, η οποία γίνεται το διοικητικό κέντρο όλης της περιοχής. Αργότερα όμως, με την ανακήρυξη του Βυζαντίου ως νέας πρωτεύουσας (330 μετά Χριστών) και μετά από τη διαίρεση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε ανατολική (Βυζάντιο) και δυτική, η Μεσήμβρια αποκτά και πάλι την πρωτεύουσα θέση της. Ακόμη μία φορά περιβλήθηκε με τείχη, κτίστηκαν μεγάλες Βασιλικές - η παλαιά μητρόπολη και ο ναός της Ελεούσας - και απέκτησε σύστημα ύδρευσης. Κατά τους έβδομο και όγδοο αιώνες, η Μεσήμβρια βρίσκεται μέσα στα όρια του βυζαντινού κράτους και αποτελεί ένα ισχυρό φρούριο έναντι του νεοιδρυμένου βουλγαρικού κράτους. Το 812, ο Βούλγαρος χάνος Κρούμος καταλαμβάνει το απόρθητο φρούριο. Για αρκετές δεκαετίες, η πόλη αλλάζει συχνά κυρίους. Από τον δωδέκατο μέχρι τον δέκατο τέταρτο αιώνα χτίζονται οι ναοί με τον πλούσιο διάκοσμο. Τον δέκατο τέταρτο αιώνα, η πόλη έζησε την περίοδο της μεγαλύτερης οικονομικής ανάπτυξης και πολιτιστικής άνθισης, κατά τη διακυβέρνηση του βουλγαρικού κράτους από τον τσάρο Ιωάννη Αλέξανδρο (1331-1371). Το 1366, κατέλαβαν τη Μεσήμβρια οι δυτικοί ιππότες του Αμαδαίου Στ’ της Σαβοϊας, ενώ αργότερα η πόλη πέρασε και πάλι στο Βυζάντιο.

Το 1453, η Μεσήμβρια πέφτει ταυτόχρονα με την Κωνσταντινούπολη κάτω από τον οθωμανικό ζυγό. Επέρχεται οικονομική και πολιτιστική παρακμή. Η νέα αναζωογόνηση της πόλης έρχεται μετά από τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878. Από αυτήν την εποχή προέρχονται οι διώροφες οικίες, που είναι κατασκευασμένες από πέτρα και ξύλο. Μία ενδιαφέρουσα χρονική στιγμή στη ζωή της Μεσήμβριας είναι η εκκλησιαστικοί αρχιτεκτονική, η οποία αρχίζει ήδη από τον 5ο-6ο αιώνα, με τους ναούς της Παλαιάς Μητρόπολης (Αγία Σοφία) και της Παναγίας Ελεούσας. Το χρονικό διάστημα από τον 10ο έως και τον 12ο αιώνα, χτίστηκαν οι ναοί του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και η Νέα Μητρόπολη (΄Αγιος Στέφανος), ενώ από τον 13ο έως και τον 15ο αιώνα οι ναοί του Παντοκράτορας, του Αγίου Θεόδωρου, της Αγίας Παρασκευής, των Aγίων Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, του Αγίου Ιωάννη του Αλειτούργητου. Μετά από αρχαιολογικές ανασκαφές, ανακαλύφθηκαν τα θεμέλια των ναών των Αγίων Αποστόλων, του Aγίου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου, του Αγίου Γεωργίου (μικρότερος), του Χριστού του Ακροπολίτη, της Παναγίας της Βλαχέρνας, του Αγίου Στεφάνου του πρωτομάρτυρα, του Aγίου Ελευθερίου, της Παναγίας της Πονολύτριας. Το 1609 αγιογραφήθηκε επίσης ένας ναός, κτισμένος την εποχή της Τουρκοκρατίας, ο ναός της Αναλήψεως. Ο πιο νέος ναός της Μεσήμβριας χρονολογείται το 1894, Όταν ολοκληρώθηκε η ανέγερση του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Παναγίας της Μεγαρινής η ανέγερση είχε αρχίσει το 1857.

Ευτυχώς, ο μακρύς αυτός κατάλογος ναών υποστηρίζεται και με έγγραφες μαρτυρίες των ονομάτων των επισκόπων, αρχιεπισκόπων και μητροπολιτών της Μεσήμβριας. Η θέση της Μεσήμβριας στη συνοδική ζωή -ως επισκοπή, αρχιεπισκοπή και μητρόπολη, καθώς και τα στοιχεία της πλούσιας βιβλιοθήκης της πόλης, το σχολείο, ο πολιτιστικός σύλλογος Ορφέας και άλλα, πιστοποιούν τις πνευματικές δυνάμεις και τις δυνατότητες των Μεσημβρινών, κατά την διάρκεια των βυζαντινών χρόνων και των ύστερων χρόνων της Τουρκοκρατίας. Εδώ θέλω να σημειώσω με μεγάλα γράμματα το όνομα ενός μεσημβρινού, του Κυριάκου Κουμπάρη. Ο Κουμπάρης, ένας από τους πρωτεργάτες της ελληνικής εθνικής αναγέννησης, γεννήθηκε στη Μεσήμβρια το 1760.
Η πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά της Μεσήμβριας συνετέλεσε, ώστε να ονομαστεί πόλη - μουσείο, ήδη από το 1956, ενώ το 1983 συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της OΥΝΕΣΚΟ.

Ακόμη και σήμερα ζουν στη Μεσήμβρια οι απόγονοι των κτητόρων των μεγαλοπρεπών αυτών μνημείων του ανθρωπίνου γένους. Μέρος από αυτούς είναι και ο ντόπιος πληθυσμός ελληνικής καταγωγής, ο οποίος ζούσε για αιώνες και εξακολουθεί να ζει στη γη αυτή. Σήμερα, η Μεσήμβρια είναι το μαργαριτάρι του βουλγαρικού Ευξείνου Πόντου. Όλοι οι τουρίστες δείχνουν ενδιαφέρον για τα αιωνόβια μνημεία της. Η θάλασσα, ο ρομαντισμός και η αρχαιότητα συνδυάζονται εκεί, σ’ ένα αρμονικό σύνολο.

 

Χάρης Δεληγιάννης - Πρόεδρος του συλλόγου Πενταλόφου Γερμανίας
Ελληνική μεταναστευτική πολιτική και η ερήμωση της υπαίθρου


Η ελληνική μετανάστευση είναι ένα για αρκετούς αιώνες γνωστό φαινόμενο στον ελλαδικό χώρο. Οι Έλληνες, λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας ή λόγω των πολιτικών εξελίξεων, που στα χρονικά διαστήματα διαδραματίστηκαν στον χώρο αυτόν, αναγκάζονται κατά καιρούς να μεταναστεύσουν. Αυτό το δραματικό φαινόμενο παρουσιάζεται και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Και ιδιαίτερα στην ακριτική περιοχή της Θράκης μας. Μετά από 600 χρόνια οθωμανικής σκλαβιάς, ο Θρακικός λαός δεν έχει ακόμη συνέλθει και χαρεί την ελευθερία του. Στο μικρό απελευθερωμένο κομμάτι της Θράκης, με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, βρίσκεται πάλι κάτω από διπλή κατοχή, των Γερμανών και των Βουλγάρων κατακτητών. Στον για αιώνες δεινοπαθή Θρακικό λαό έρχονται νέα δεινά, νέες εξοντώσεις, νέες φυγαδεύσεις για την αλλοίωση του πληθυσμού και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Παρ’ όλ’ αυτά, όμως, ο Θρακικός λαός άντεξε και παρέμεινε στις εστίες του μέχρι την δεκαετία του ‘60. Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στον χώρο της Ευρώπης διαδραματίζονται νέα γεγονότα, νέες ανακατατάξεις, δημιουργούνται νέα σύνορα, διαφορετικοί συνασπισμοί, διαφορετικά πολιτικά και οικονομικά συστήματα, καινούργιες αγορές εργασίας, οι ηττημένοι αναπτύσσονται, η Ελλάδα μας σπαράσσεται.

Η Ελλάδα, αντί να επιδοθεί στην ανασυγκρότηση των ερειπίων της από τον πόλεμο, σέρνεται στον εμφύλιο σπαραγμό. Και πάλι νέες εξοντώσεις, νέα δεινά και φυγαδεύσεις του πληθυσμού της. Με αποτέλεσμα την πλήρη καθυστέρηση στον οικονομικό, αναπτυξιακό και κοινωνικό πολιτιστικό της τομέα.


Η ελληνική πολιτεία δεν ασχολείται με την ανάπτυξη της οικονομίας της, αλλά με τα κοινωνικά και πολιτικά φρονήματα των πολιτών της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη καθυστέρηση της ανάπτυξης στη χώρα μας και την αρχή και προώθηση του μεγάλου ρεύματος της μετανάστευσης στη δεκαετία του ‘60, προς τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες και ειδικότερα από τη βόρεια Ελλάδα. Τη μεγαλύτερη μάζα του ελληνικού μεταναστευτικού ρεύματος απορροφά η εργατική αγορά της Δυτικής Γερμανίας. Με τον τρόπο αυτόν, η ελληνική πολιτεία επιδιώκει δύο σκοπούς της: τη μείωση της ανεργίας που πλήττει την ελληνική αγορά εργασίας και την εισροή του πολύτιμου εξωτερικού συναλλάγματος.

Δεν σκέφτηκαν όμως ποτέ, οι ασκούντες την εξουσία, ότι τα μέτρα αυτά είναι καταστροφικά για τη χώρα, είναι μία προσωρινή λύση και δεν θα έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα στην οικονομία της χώρας, διότι μία χώρα τότε μόνον μπορεί οικονομικά να αναπτυχθεί, όταν παράγει και εξάγει τα προϊόντα της και όχι όταν εξάγει το καλύτερο και υγιέστατο εργατικό της δυναμικό στις ξένες αγορές της Ευρώπης, όπως έπραξε και πράττει η χώρα μας μέχρι και σήμερα. Η πολιτική αυτή της Ελλάδας είχε ως συνέπεια την ερήμωση της υπαίθρου και ειδικότερα της ακριτικής μας Θράκης.

Όπως είπαμε, στα τέλη του ‘50 και αρχές του ‘60, ξεκινά η μαζική μετανάστευση, ιδιαίτερα από την βόρεια Ελλάδα, προς τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες (Δ. Γερμανία), για ανεύρεση μιας θέσης εργασίας. Η γερμανική αγορά υποδέχεται τους Έλληνες μετανάστες ως φιλοξενούμενους εργάτες (γκάσταμπάϊντερς) χωρίς κανένα πρόγραμμα, χωρίς καμμία μελέτη, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, που πιθανόν να προέκυπταν στο μέλλον. Οι Έλληνες μετανάστες γίνονται δύο φορές έρμαια εκμετάλλευσης, μια από τη χώρα υποδοχής, που τους εκμεταλλεύεται ως ανειδίκευτους εργάτες με χαμηλούς μισθούς και στις πιο δύσκολες εργασιακές συνθήκες (ευτυχώς με παρέμβαση των συνδικάτων, περιορίστηκε το κακό) και μία από την ίδια τους τη χώρα, που τους στέλνει στις ξένες αγορές χωρίς καμμία ενημέρωση για τα προβλήματα που θα πρέπει να αντιμετωπίσουν στην ξένη χώρα, όπως γλώσσα, στέγαση, σχολικό κ.λπ. Όλοι αυτοί που μετανάστευσαν είχαν έναν και μόνο σκοπό: να εργασθούν στην ξένη χώρα με το σκεπτικό της αποταμίευσης χρημάτων και τη βελτίωση της οικογενειακής οικονομικής τους κατάστασης και ότι γρήγορα θα επέστρεφαν στα σπίτια τους και κοντά στις οικογένειες τους. Συνήθως παραμένουν και μέχρι να πάρουν τη σύνταξη τους, σ’ αυτούς δε που επιστρέφουν πίσω στην πατρίδα, η ελληνική πολιτεία δείχνει την αδιαφορία της, τους αφήνει και πάλι απληροφόρητους για το πως να επενδύσουν σωστά τις οικονομίες τους και έτσι γίνονται ξανά θύματα των διάφορων επιτηδείων εργολάβων και μεσαζόντων, επενδύοντας τα χρήματά τους, που με τόσους κόπους και δυστυχίες απέκτησαν, σε μη παραγωγικούς τομείς.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο αισθητό στη Θράκη. Εδώ το κακό συνεχίζεται και σήμερα. Οι νέοι εγκαταλείπουν την περιοχή τους. Όσοι έχουν την τύχη και την οικονομική ευχέρεια να σπουδάσουν, τελειώνοντας φεύγουν στα αστικά κέντρα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ανειδίκευτους νέους. Ή θα γίνουν οικοδόμοι και σερβιτόροι στα αστικά κέντρα ή θα πάρουν τον δρόμο της ξενιτιάς, ως βοηθητικοί εργάτες. Και όλα αυτά μόνον, επειδή η ελληνική πολιτεία αδιαφόρησε παντελώς για την ανάπτυξη της περιοχής. Όλη αυτή την εξέλιξη της μεταναστευτικής πολιτικής κάποτε την ονομάσανε ευχή του Θεού. Εγώ θα πώ ότι είναι οργή και κατάρα για τον τόπο. Μπορεί από τη μετανάστευση να ωφελήθηκαν ως άτομα οικονομικά, αλλά πλήρωσαν και με την τιμή της απομόνωσης στον κοινωνικό τομέα. Και τα αποτελέσματα φαίνονται σήμερα, με τα χωριά που άδειασαν, τα σχολεία που κλείνουν το ένα μετά το άλλο, τις μικροεπιχειρήσεις που κλείνουν κατά εκατοντάδες λόγω έλλειψης καταναλωτικού κοινού.

Tι αποδείξεις χρειάζεται η ελληνική πολιτεία για να ευαισθητοποιηθεί και να λάβει το κατάλληλα μέτρα προς αντιμετώπιση του κακού; Για όλη αυτή την δραματική κατάσταση την ευθύνη φέρουν οι εξασκούντες την εξουσία, για την ανισότιμη πολιτική που εφάρμοσαν στα τελευταία 50 χρόνια. Σε ποια πολιτισμένη χώρα, όπως θέλει να κατατάσσεται και η χώρα μας, έχει συγκεντρωθεί, με την πολιτική που εξασκείται, το 50% του πληθυσμού της στην πρωτεύουσα και συμπρωτεύουσα; Ανάλογη ευθύνη φέρουν και οι τοπικοί και κοινωνικοί φορείς, όπως και η Εκκλησία μας. Αντί οι ιεράρχες μας να τρέχουν σε διαδηλώσεις και στα δικαστήρια, για το ποιος θα αναλάβει τη μεγαλύτερη μητρόπολη, θα έπρεπε, σε συνεργασία με την ελληνική πολιτεία, με τα κόμματα και με τα συνδικάτα, όπως πράττουν και άλλες εκκλησίες στον χώρο της Ευρώπης, να ενδιαφερθούν για τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα της χώρας και των πολιτών της. Και να σταματήσει έτσι αυτή η εγκληματική κατάσταση, που για χρόνια τώρα επικρατεί στην επαρχία, με αποτέλεσμα την ερήμωση της. Να ασκήσουν όλοι μαζί πανελληνική και όχι μόνον αθηναϊκή πολιτική. Γιατί δεν μπορεί η καρδιά ενός σώματος να αναπαύεται τη στιγμή που αιμορραγούν τα άκρα του (όπως αναπαύεται η Αθήνα). Το σώμα αυτό κάποτε θα πεθάνει. Αυτά θα συμβεί και στη Θράκη μας, εάν όλοι μαζί δεν λάβουμε τα ανάλογα αναπτυξιακά μέτρα. Ποτέ δεν είναι αργά.

Το μεγαλύτερο και ιερότερο όνειρο του κάθε μετανάστη είναι η πιο σύντομη επιστροφή του στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στο χωριό όπου γεννήθηκε, στην οικογένεια του. Γρήγορα όμως έρχεται η απογοήτευση, όταν μετά από διετείς και τριετείς εν συνεχεία παρατάσεις, αρχίζουν να γνωρίζουν το ένα μετά το άλλο τα ερχόμενα προβλήματα του μετανάστη, ο οποίος θέλει ναι μεν να επαναπατρισθεί, κωλύεται όμως, πρώτον από την ίδια του την οικογένεια, αν σκεφθεί κανείς ότι μετανάστευσαν ένα ή το πολύ δύο μέλη από την οικογένεια. για τον επαναπατρισμό όμως χρειάζεται η απόφαση τριών ή τεσσάρων ή και περισσοτέρων μελών της, από τα οποία τα δύο ή τρία γνωρίζουν την ιδιαίτερη πατρίδα τους μόνον από τις διακοπές του καλοκαιριού (μετά την κρίση στην Γιουγκοσλαβία, περιορίστηκε η επαφή με την πατρίδα) και τις παραδοσιακές ιστορίες των γονιών τους. Επίσης, άλλα προβλήματα δημιουργούνται από την έλλειψη της απασχόλησης του εργατικού δυναμικού στον βιομηχανικό τομέα, που είναι ανύπαρκτος στην επαρχία και ιδιαίτερα στην ακριτική μας περιοχή, λόγω αδιαφορίας των υπευθύνων κρατικών αρχών για επενδυτικά προγράμματα, εκτός των κεντρικών βιομηχανικών περιοχών της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. H προσφορά μη φορολόγησης του συναλλάγματος για το κτίσιμο ενός σπιτιού ή την αγορά ενός διαμερίσματος δεν λύνει τα προβλήματα της παλιννόστησης.

Έτσι, παραμένουν χρόνο με τον χρόνο οι ξενιτεμένοι στα βιομηχανικά κέντρα της Ευρώπης, ελπίζοντας ότι κάποτε θα αρχίσουν οι υπεύθυνοι να συνειδητοποιούν για τους όρκους και υποσχέσεις που κατά καιρούς έδωσαν απέναντι στο έμπειρο και παραγωγικό μέρος του ελληνικού μεταναστευτικού πληθυσμού, ότι η ευκαιρία της παλιννόστησης γρήγορα θα γίνει πραγματικότης. Τα αίτια της μη πραγματοποίησης του ονείρου της επιστροφής είναι πολλά. Θα αναφερθώ μόνον σε τρία:


•    Πάνω από το 75 % των μεταναστών προέρχονται από γεωργικές περιοχές. Μετά από μία διακοπή 25-30 χρόνων απασχόλησης στη γεωργία, δεν είναι εύκολο να ξαναρχίσουν την αγροτική ζωή και την επεξεργασία του εδάφους. Βιομηχανίες και βιοτεχνίες, στις οποίες θα μπορούσαν να απασχοληθούν, όπως έχουν συνηθίσει στα εργοστάσια της κεντρικής Ευρώπης, δεν υπάρχουν και ούτε προωθούνται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Αυτό ως προς τη γεωγραφική, δομική απασχόληση των επιθυμούντων την παλιννόστηση.
•    Η ελληνική εκπαίδευση και η επαγγελματική κατάρτιση, ειδικότερα στην επαρχία, από όπου προέρχεται και η μάζα των μεταναστών, είναι ανύπαρκτη, βάσει των ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Γι’ αυτό αναγκάζονται οι περισσότεροι να παραμείνουν στη χώρα υποδοχής μέχρι της επαγγελματικής αποκατάστασης των παιδιών τους, όπως είναι το όνειρο, ο πόθος και η αποστολή του κάθε γονέα. Ώσπου δε να εκπληρώσουν αυτήν την υποχρέωση, πλησιάζουν ήδη το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης, οπότε γίνεται αδιανόητο και άτοπο να εγκαταλείψουν τη χώρα υποδοχής, προτού εξασφαλίσουν κατά κάποιον τρόπο τη σύνταξη τους.
•    Όπως πολύ καλά γνωρίζετε εσείς, οι διαμένοντες στην Ελλάδα μόνιμα, η κατάσταση που επικρατεί στο Εθνικό Σύστημα Υγείας είναι καταστροφική. Έλλειψη προσωπικού στα Νοσοκομεία, έλλειψη κατάλληλων μηχανημάτων, φακελάκια, έλλειψη εμπιστοσύνης στην όλη κατάσταση, αναγκάζουν πολλούς Έλληνες να ξοδεύουν ολόκληρες περιουσίες για να φύγουν στο εξωτερικό για μία ιατρική εξέταση. Και με το δίκαιό τους, γιατί μέχρι σήμερα δεν ακούγαμε για κανέναν Καραμανλή, κανέναν Παπανδρέου, κανέναν επώνυμο και ανώνυμο πολιτικό μας να έρθει για θεραπεία στο Νοσοκομείο Διδυμοτείχου. Πόσο περισσότερο λοιπόν, οι διαμένοντες επί χρόνια στο εξωτερικό, συνηθισμένοι σε ένα καλύτερα οργανωμένο σύστημα υγείας, να εγκαταλείψουν την έδρα διαμονής τους, για να επιστρέψουν στο χωριό τους, όπου δεν υπάρχουν ούτε τα στοιχειώδη μέσα.
Δεν είναι τυχαίο σήμερα, που το 20% των Ελλήνων που διαμένουν στη Γερμανία είναι πάνω από 60 χρόνων. Έτσι σβήνονται, όπως ανέφερα προηγουμένως, τα όνειρα τους για την επιστροφή τους στην πατρίδα, λόγω οικονομικής ανεξασφάλισης, ανεπαρκών μέτρων υγείας, απόλυτης αδιαφορίας προς τα κοινωνικά τους προβλήματα από τις αρμόδιες κρατικές αρχές.

Τελειώνοντας, θέλω να επισημάνω τη διαφορά του Έλληνα όταν βρίσκεται στη χώρα του και του Έλληνα που αναγκάστηκε να μεταναστεύσει κι’ εδώ είναι το παράδοξο: Από παθητικός που είναι στη χώρα του, να γίνεται δημιουργικός στην ξένη χώρα. Παρόλο που η πρώτη γένια των μεταναστών προέρχεται από τις πιο υποανάπτυκτες περιοχές της Ελλάδας και, σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν ούτε καν τη στοιχειώδη εκπαίδευση δημοτικού σχολείου, εν τούτοις πολύ γρήγορα ενσωματώνονται στο κοινωνικοοικονομικό και πολιτιστικό σύστημα της χώρας υποδοχής και, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, αναπτύσσονται και ευημερούν οι Έλληνες αυτοί οικονομικά, πολιτιστικά και κοινωνικά. Αναφέρω μερικά στοιχεία από τον χώρο της Ομ. Δημ. Γερμανίας. Από τους 346.000 των Ελλήνων που ζουν στη Γερμανία, οι 102.500 είναι εργάτες, το 25% απασχολείται με επιχειρήσεις ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ειδικά σχετικές με τη γαστρονομία και τον τουρισμό.

Όσον αφορά το εκπαιδευτικό, και δω το ελληνικό δαιμόνιο θριαμβεύει για ανάπτυξη και μάθηση. Παρ' όλες τις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει η πρώτη γενιά των μεταναστών, ιδιαίτερα με τη γλώσσα, προόδεψαν τα παιδιά της σε πολύ μεγάλο ποσοστό και εγκατέλειψαν την εργατική τάξη, κάτω από σκληρές οικονομικοκοινωνικές θυσίες των γονέων. Το 28% των ελληνοπαίδων παρακολουθούν τα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. 6.500 φοιτούν στα γερμανικά πανεπιστήμια. Στα ποσοστά αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται τα παιδιά που επιστρέφουν για σπουδές στην Ελλάδα. Αυτό το μεταναστευτικό κίνημα, αγαπητοί πατριώτες, καλύπτει σήμερα όλο τον ευρύ Ελληνισμό. Από εργάτες και επιχειρηματίες, από συγγραφείς και επιστήμονες, μέχρι καθηγητές πανεπιστημίων. Γι’ αυτό αναμένουμε από την ελληνική πολιτεία, απαιτώντας και όχι παρακαλώντας, να συνειδητοποιήσει την αποστολή της και την υποχρέωση της προς αυτό το κομμάτι του Ελληνισμού και να του δώσει την ευκαιρία και τα μέσα για παλιννόστηση, να διευκολύνει δε ηθικά, οικονομικά και κοινωνικά τον επαναπατρισμό τους, αφού μια ολόκληρη ζωή στερήθηκαν την πατρίδα τους, που λέγεται ΕΛΛΑΔΑ...





Σεβαστή Ποιμενίδου Mathews - Εκπαιδευτικός - Μέλος Δ.Σ. της Πανθρακικής Ενώσεως Θρακών "Δημόκριτος" στο Τορόντο Καναδά
Να κρατήσουμε το Ελληνικό μας όνομα


Αγαπητοί Σύνεδροι, κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι πατριώτες, είναι για μένα μεγάλη τιμή και χαρά και αισθάνομαι αφάνταστα συγκινημένη, θεωρώ δε τυχερό τον εαυτό μου, αφού κατάφερα να συνδυάσω τις διακοπές μου στην Πατρίδα, ώστε να παραβρεθώ και παρακολουθήσω τις εργασίες του Α’ Παγκοσμίου Συνεδρίου Θρακών.

Η τιμή και τα συγχαρητήρια για την απόφαση και πραγματοποίηση του Συνεδρίου τούτου στη γενέτειρα, ανήκουν στους συλλόγους μας στην Ελλάδα, στους συλλόγους Θρακών ανά τον κόσμο, αλλά και σ’ ολόκληρη τη Θράκη μας και την Πατρίδα μας γενικά. Πιστεύω απόλυτα, πως οι Θράκες, όπου και αν βρεθούμε, σκοπό μας πάντα έχουμε τη διατήρηση της ελληνικής ορθόδοξης θρησκείας μας, της ελληνικής γλώσσας μας, τη διατήρηση εθίμων και της κουλτούρας μας γενικά.

Η γλώσσα είναι το ακαταμάχητο επιχείρημα για την ελληνική ιστορική συνέχεια. Με έμφαση τονίζει ο Παπαρηγόπουλος, πως η γλώσσα μαρτυρεί τη Δύναμη του Ελληνισμού. Η ελληνική γλώσσα είναι θησαυρός, που έχουμε χρέος να διατηρήσουμε. Πρέπει να κρατήσουμε το ελληνικό μας όνομα. Τα Ελληνόπουλα του εξωτερικού μεγαλώνουν και διαμορφώνονται ανάμεσα σε δύο κόσμους. Ανάμεσα στην Πατρίδα και τη χώρα υποδοχής. Έτσι γίνεται σύγκρουση δύο πολιτισμών.

Σήμερα φαίνεται πως η διγλωσσία είναι πλεονέκτημα. Τα παιδιά είναι διπλά εξοπλισμένα. Πάντα γίνονται προσπάθειες για την ενίσχυση της ελληνικής σχολικής εκπαίδευσης στο εξωτερικό. Τα παιδιά μας, τα Ελληνόπουλα του εξωτερικού, είναι άξια συγχαρητηρίων, για την προσπάθεια που καταβάλλουν. Διαθέτουν τον ελεύθερο χρόνο τους, για να παρακολουθήσουν το ελληνικό σχoλείο, δύο φορές την εβδομάδα ή το πρωινό του Σαββάτου, για να συνεχίσουν τα Ελληνικά τους και στο Πανεπιστήμιο. Πολλά παιδιά, φυσικά, έχουν ελλείψεις στον γραπτό, κυρίως, λόγο. Μεγαλύτερες είναι οι δυσκολίες, όταν δεύτερης και τρίτης γενιάς Ελληνόπουλα είναι παιδιά μικτού γάμου. Πάνω από 40% των γάμων είναι μικτοί..

Θα ήταν άδικο και ίσως παράλογο, να παραγνωρίσουμε τις προσπάθειες που καταβάλλονται από το ελληνικό κράτος. Είναι όμως απαραίτητο να πιστέψουμε, ότι χρειάζεται μεγαλύτερος αγώνας. Ο αγώνας αυτός πρέπει να δίνεται και από το ελληνικό κράτος και από τους απόδημους Έλληνες. Οι Κοινότητες, οι οργανώσεις των μεταναστών, πρέπει να καταβάλλουν συνεχή προσπάθεια και να δραστηριοποιηθούν, να κεντρίσουν το ενδιαφέρον για την ελληνική γλώσσα, θρησκεία και πολιτισμό, στα Ελληνόπουλα του εξωτερικού, δεύτερης και τρίτης γενιάς. Η ελληνική γλώσσα είναι ένα θαύμα μοναδικό μέσα στην ιστορία.

Ο απανταχού Ελληνισμός, η απανταχού Ελληνίδα μάνα, συσπειρώνει τη δύναμή της στην Ελληνικότητα. Υπερασπιζόμαστε έναν πολιτισμό, που έχει πανανθρώπινη εμβέλεια. Η γλώσσα είναι όργανο συνεννόησης, αλλά και έκφραση ψυχικότητας. Την ψυχικότητα αυτή χρειάζονται τα Ελληνόπουλα, τα παιδιά μας του εξωτερικού, αρκεί όλοι μας να βοηθήσουμε.



Σύλλογος Εβριτών Βρυξελλών
Η διατήρηση της πολιτιστικής μας ταυτότητας και συντονισμός δράσης


Αυτή τη στιγμή, σε όλον σχεδόν τον πλανήτη μας, εκατομμύρια άνθρωποι συμπεριφέρονται ομοιόμορφα. Φορούν την ίδια ενδυμασία, χορεύουν τους ίδιους χορούς, πίνουν τα ίδια ποτά, έχουν την ίδια νοοτροπία: τον άκρατο καταναλωτισμό. Γενικά, η τάση ομοιομορφίας και ισοπέδωσης των διαφορών μεταξύ των λαών, ακόμη και στο θέμα της γλώσσας, δημιουργεί την εντύπωση, ότι οι λαοί τής γης βαδίζουν προς την πραγματοποίηση του oνείρου των ρομαντικών, για έναν κόσμο απαλλαγμένο από διαφορές, έναν κόσμο ευτυχισμένο, χωρίς σύνορα και πολέμους. H ανάπτυξη της τεχνολογίας, τα σύγχρονα μέσα μαζικής επικοινωνίας, η αυξανόμενη επικοινωνία των λαών, η μαζική παραγωγή αγαθών και τα πολυεθνικά δίκτυα διανομής δίνουν την εντύπωση ότι έρχεται (επιτέλους) η εποχή της παγκόσμιας συμφιλίωσης.

Όμως, τα φαινόμενα απατούν. Πίσω από την ειδυλλιακή ψεύτικη αυτή εικόνα, κυοφορείται ένας θανάσιμος κίνδυνος για τους λαούς του γηραιού πλέον πλανήτη μας. H σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να προσφέρει πολλές δυνατότητες στο όραμα, όμως αποδιοργανώνει τις κοινωνίες. Σιγά - σιγά κερδίζει έδαφος η αναγνώριση, πως η πρόοδος δεν μπορεί να μετριέται πια μόνο με τεχνολογικούς όρους ή με το υλικό επίπεδο τής ζωής, πως μία κοινωνία, που είναι ηθικά, αισθητικά, πολιτικά ή περιβαλλοντικά εκφυλισμένη, δεν είναι προοδευμένη κοινωνία, άσχετα με το πόσο πλούσια ή τεχνικά εξοπλισμένη μπορεί να είναι.

Στη Γη, οι κοινωνιολόγοι προβλέπουν ότι, στο μέλλον, ως μέτρο προόδου θα θεωρούμε τον πολιτιστικό πλούτο. Kι’ αυτό το στηρίζουν στις διακριβώσεις, ότι εκατομμύρια άτομα αναζητούν απεγνωσμένα την ταυτότητά τους ή κάποια μαγική θεραπεία, που θα τους δώσει την προσωπικότητα τους, θα τους χαρίσει την έκσταση ή θα τους οδηγήσει σε ανώτερα επίπεδα συνειδητότητας. Γιατί υπάρχει μια φοβερή υποβάθμιση τής ποιότητας τής καθημερινής ζωής, που διαμορφώνεται σύμφωνα με τις επιταγές ξένων κέντρων αποφάσεων, τα οποία, με οδηγό την απόκτηση κέρδους και πολιτικής εξουσίας, κατευθύνουν τους λαούς σε αγελαίες καταστάσεις. Κινδυνεύουμε, λοιπόν, να τρώμε, να πίνουμε, να ντυνόμαστε, να χορεύουμε και, τελικά, να σκεφτόμαστε όχι σύμφωνα με τις προσωπικές μας επιλογές αλλά σύμφωνα με ό,τι επιτάσσουν τα μεγάλα συμφέροντα.

Σ’ αυτόν τον κίνδυνο εξαφάνισης της προσωπικότητας του ατόμου πρέπει να αντιδράσουμε συνειδητά. Πρέπει να διατηρήσουμε κάποιες περιοχές της ψυχής μας μακρυά από τις σειρήνες του καταναλωτικού ευδαιμονισμού που υπόσχεται η τεχνολογία, η οποία τελικά θα δημιουργήσει άτομο - ρομπότ, με κωδικό αριθμό το καθένα και έναν πλανήτη ετοιμοθάνατο από τα ραδιενεργά και χημικά απόβλητα. Συνειδητή αντίδραση, λοιπόν, για να διατηρήσουμε τον ανθρωπισμό μας, για να διατηρήσουμε το περιβάλλον μας, τόσο το φυσικό όσο και το πολιτιστικό, να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας. Ο οικουμενισμός είναι ένα όνειρο ωραίο, όταν το πραγματοποιούν οι κοινωνίες των λαών και όχι οι μανιακοί τής οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Και τούτο το Συνέδριο αυτό επιδιώκει. Να προσδιορίσει τα στοιχεία τής πολιτιστικής ταυτότητας τής Θράκης, του μεγάλου αυτού κομματιού του Ελληνισμού, όχι μόνον τής Δυτικής Θράκης, αλλά και τής Ανατολικής και της Βόρειας, τής Ανατολικής Ρωμυλίας. Είναι ανάγκη εθνική, πολιτιστική, ανθρωπιστική, να περισώσουμε όλο εκείνα τα στοιχεία, που διαμορφώθηκαν κατά τη διαχρονική πορεία και εξέλιξη τούΘρακιώτικου πολιτισμού. Επιβάλλεται, στα πλαίσια τής αντίστασης στην ισοπέδωση και την ομοιομορφία, να προβάλουμε την ιδιαιτερότητα και τον πλούτο τής πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Δυστυχώς για τον Ελληνισμό, δύο μεγάλα τμήματα τής Θράκης, η Ανατολική και η Βόρεια, ανήκουν σήμερα στις χαμένες μα αλησμόνητες πατρίδες. Οι ελληνικοί πληθυσμοί των περιοχών αυτών σκορπίστηκαν σε όλες τις γωνιές τής ελληνικής γης. Είναι καθήκον μας να περιμαζέψουμε ό,τι απέμεινε από έναν πολιτισμό αιώνων και ακόμη κάτι πέρα απ’ αυτό: . Ο κίνδυνος αφομοίωσης από τις νέες συνθήκες είναι φυσιολογικό επακόλουθο των καιρών μας. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να επιτύχουμε τη διατήρηση τής μνήμης. Το συνέδριο αυτό είναι μία ευκαιρία, για να επισημανθούν τα στοιχεία τής θρακιώτικης ταυτότητας και να χαραχθεί η μελλοντική πορεία τής Θράκης, στα πλαίσια τής ανάπτυξης και παρουσίας του Ελληνισμού στη σύγχρονη εποχή.

Προσωπικά πιστεύω, ότι για μία πιο μόνιμη και δημιουργική συντήρηση τής θρακιώτικης συνείδησης, είναι ανάγκη να σχεδιασθεί μία στρατηγική, που να αγκαλιάζει το θρακιώτικο στοιχείο, όπου γης. Ειδικά θέλω να επισημάνω την ανάγκη εντοπισμού και προσέγγισης όλων εκείνων των θρακιώτικων πληθυσμών, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές εστίες. Από τον κατάλογο των σωματείων που συμμετέχουν στην Ομοσπονδία Θρακιώτικων Σωματείων, διαπίστωσα ότι απουσιάζουν τα θρακιώτικα σωματεία που τα μέλη τους έλκουν την καταγωγή από την Ανατολική Ρωμυλία. Είναι βέβαιο, ότι οι καταγόμενοι από αυτήν δεν έχουν συνειδητοποιήσεί ότι είναι Θράκες στην καταγωγή, διότι κανένας δεν τους έχει τονίσει, ότι η ενιαία Θράκη, εκτός από τη Δυτική, περιλαμβάνει την Ανατολική και τη Βόρεια, δηλ. την Ανατολική Ρωμυλία. Στη Νέα Φιλιππούπολη, στις Νέες Καρυές, στον Δίλοφο, στο Νέο Μοναστήρι, στο Μεγάλο Μοναστήρι, στην Κοιλάδα (όλα αυτά στον νομό Λάρισας), αλλά και στο Αιγίνιο, τα Κουφάλια, τα Γιαννιτσά, το Πολύκαστρο και σε άλλα μέρη τής Μακεδονίας μας, υπάρχουν πληθυσμοί που ήλθαν από την Βόρεια Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία. Υπάρχουν σύλλογοι που αγωνίζονται να διατηρήσουν τις παραδόσεις και να τις μεταδώσουν στις νεώτερες γενιές, υπάρχουν άνθρωποι, που ενσυνείδητα αντιστέκονται στην ισοπέδωση και πιστεύουν ότι η επιστροφή στις ρίζες δεν είναι στείρος ρομαντισμός. αλλά εθνική, πολιτιστική, κοινωνική ανάγκη. Οι θρακικοί πληθυσμοί τής Ανατολικής Ρωμυλίας, που εγκαταστάθηκαν στον νομό Λάρισας από το 1906 και μετέπειτα, εκτός από τον αγώνα επιβίωσης, έδωσαν και τη μάχη για τη διατήρηση τής ιδιαίτερης ταυτότητάς τους. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία αύξηση τής δραστηριότητας τους. Έχω υπόψη μου τη δράση των πολιτιστικών συλλόγων που λειτουργούν στην περιοχή, γιατί συμμετείχα προσωπικά σ’ αυτήν την προσπάθεια. Η κίνηση εντοπισμού, καταγραφής, διάσωσης και διάδοσης του παραδοσιακού πολιτισμού των προσφύγων από την Ανατ. Ρωμυλία άρχισε από το χωριό Κοιλάδα του νομού Λάρισας. Έγινε εκστρατεία συγκέντρωσης των παραδοσιακών ενδυμασιών, η ίδρυση λαογραφικού μουσείου, η συγκέντρωση των δημοτικών τραγουδιών, η ίδρυση χορευτικού συγκροτήματος, οργανώθηκε ραδιοφωνική εκπομπή με Θρακιώτικα τραγούδια και παρουσίαση του χορευτικού συγκροτήματος στα Κουφάλια και στο Αιγίνιο. Το παράδειγμα τής Κοιλάδας ακολούθησε η Λάρισα, με την ίδρυση συλλόγου καταγομένων από την Ανατ. Ρωμυλία. Οργανώθηκαν δύο βαλκανικά φεστιβάλ χορού. Η κίνηση αυτή κράτησε δυστυχώς μόνον δύο χρόνια.

Το 1975 ιδρύθηκε η Εξωραϊστική - Μορφωτική Λέσχη Φιλιππουπόλεως. που επί 20 περίπου χρόνια διατηρεί και προβάλλει συνεχώς στον ευρύτερο χώρο τής Θεσσαλίας τη θρακιώτικη φορεσιά, το θρακιώτικα τραγούδια, τους χορούς, τα έθιμα και τις παραδόσεις της χαμένης πατρίδας, της πατρίδας των προγόνων μας. Είναι τόσο πλούσια η δράση της, που είναι αδύνατον να αναφερθούν έστω και επιγραμματικά οι δραστηριότητες της στην πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής. Αναφέρω όμως το λαϊκό πανηγύρι, που οργανώνει κάθε χρόνο, στην εορτή τής Αγίας Τριάδας (του Aγίου Πνεύματος).
Κάθε χρόνο, το βράδυ τής παραμονής των Χριστουγέννων, ομάδες από αγόρια και κορίτσια τριγυρνούν τραγουδώντας στους δρόμους τής συνοικίας, μπαίνουν στα σπίτια και ζωντανεύουν τα παλιά έθιμα με τον παπά, το κανίσκι, το τραγούδι του αφέντη, τον μεγάλο Χριστό και την προσευχή. Το παράδειγμα τής Λέσχης αυτής ακολουθούν σήμερα σύλλογοι των άλλων χωριών, όπου υπάρχουν απόγονοι προσφύγων από την Βόρεια Θράκη. Έτσι, στην περιοχή μας υπάρχει μια έντονη κίνηση, που κάνει αισθητή την παρουσία μας.

Σ’ αυτό το σημείο θέλω να σταθώ, για να επισημάνω τη σημασία του συντονισμού των δραστηριοτήτων όλων αυτών των φορέων, με στόχο τη διατήρηση τής Θρακιώτικης ταυτότητάς μας. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, προτείνω την ίδρυση ενός κεντρικού οργάνου, που ως κύριο έργο θα έχει:


•    την ανακάλυψη και καταγραφή όλων των καταγομένων από την ευρύτερη περιοχή τής Θράκης, όχι μόνο των ομαδικά εγκατεστημένων, αλλά και μεμονωμένων ατόμων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό
•    την έκδοση ένας ενημερωτικού εντύπου, που θα στέλνεται σε όλους τους Θρακιώτες (όπου γης) και που θα αποτελεί γέφυρα επικοινωνίας και επαφής ανάμεσα μας
•    την καταγραφή και προβολή όλων των δραστηριοτήτων των Θρακιώτικων σωματείων που υπάρχουν, λειτουργούν, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό
•    τον συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων αυτών των σωματείων (ή συλλόγων), για μία ολοκληρωμένη, από πάσης απόψεως, παρουσία, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο
•    την καταγραφή, συγκέντρωση και προβολή όλων των κειμηλίων και μνημείων τής ενιαίας Θράκης
•    την ανάληψη ή την ενίσχυση έκδοσης εργασιών, που αναφέρονται σε θέματα ιστορικά, κοινωνιολογικά και πολιτιστικά.

Βέβαια, υπάρχουν κι’ άλλες δραστηριότητες, τις οποίες θα μπορούσε να προγραμματίσει αυτό το κεντρικό συντονιστικό όργανο και οι οποίες θα βοηθούσαν την πολιτιστική ανάπτυξη τής Θράκης. Στους χαλεπούς καιρούς και στους κινδύνους που αντιμετωπίζει ο Ελληνισμός, είναι αυτονόητο ότι η ακριτική περιοχή τής Θράκης πρέπει να θωρακισθεί αμυντικά, για να αποθαρρύνει τους γείτονες στα ύπουλα σχέδια τους. Εξίσου σημαντική είναι και η οικονομική ανάπτυξη τής περιοχής, ώστε να μη συνεχισθεί η συρρίκνωση του πληθυσμού. Η οικονομική ευρωστία είναι εγγύηση και προϋπόθεση σταθερότητας και ομαλής κοινωνικής εξέλιξης. Εξ ίσου σπουδαία, όμως, πρέπει να θεωρήσουμε και την ανάληψη μιας συλλογικής πανθρακικής προσπάθειας, για τη διατήρηση και ανάπτυξη των πολιτιστικών στοιχείων μας, που θα βασίζεται στη λαϊκή μας κληρονομιά και τη σημερινή πολιτιστική πραγματικότητα.


Κυρίες και κύριοι,

διατηρώ με ευλάβεια δύο βραχιόλια της συχωρεμένης γιαγιάς μου, που είχε φέρει από το Καβακλί. Οι τσούκνες χάθηκαν μαζί της στο χώμα. Προσπαθώ να ανακαλύψω που βρίσκεται η φωτογραφία που είχα δει μικρός, τής άλλης γιαγιάς μου δασκάλας, από τη Στενήμαχο. Ήταν μία φωτογραφία με συσπουδάστριες της, στη Ζαρίφεια Ακαδημία Φιλιππούπολης. Ανακάλυψα τον Σύλλογο Εβριτών στις Βρυξέλλες και έγινα μέλος. Είμαι σήμερα ανάμεσά σας, ανάμεσα στ’ αδέλφια τους Θρακιώτες. Η συγκίνησή μου είναι μεγάλη, διότι γυρνώ πίσω στις ρίζες μου. Δεν θέλω ν’ αφομοιωθώ από τις σύγχρονες συνήθειες. Αντιστέκομαι, γιατί θέλω να διατηρήσω την ιδιαιτερότητά μου, να είμαι αυτό που ορίζει η καταγωγή μου, που με κάνει να νοιώθω Έλληνας τής Θράκης πρώτα κι’ ύστερα πολίτης τής ενωμένης Ευρώπης. Και αυτήν τη στάση ζωής έχουμε καθήκον να τη μεταδώσουμε στους μεταγενέστερους, για να μη κοπεί η συνέχεια, να μη σταματήσει, σε πείσμα των καιρών μας, να χορεύεται ο ζωναράδικος, ο συγκαθιστός, η μπαϊντούσκα. Για να μάθουν τα παιδιά μας να αγαπούν την καρβαβίτσα και τον καβουρμά, να διατηρούν με ευλάβεια τα πατρογονικά κειμήλια.

Τελειώνοντας, ας δραστηριοποιηθούμε όλοι, ο καθένας όπου και όπως μπορεί, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις και να μπουν οι βάσεις μιας διαρκούς επαφής των Θρακιωτών της Δ. Θράκης και των απογόνων των προσφύγων από την Ανατολική και τη Βόρεια Θράκη.





΄Ενωση Πολιτιστικών Φορέων Εβρου (Ε.ΠΟ.Φ.Ε.)
Οι πολιτιστικοί φορείς του Θρακικού χώρου - Η απάντησή τους στην πρόκληση των καιρών


Η νεοσύστατη Ένωση Πολιτιστικών Φορέων Έβρου (Ε.ΠΟ.Φ.Ε.) θεώρησε καθήκον της να κάνει αυτήν την παρέμβαση σ’ αυτό το παγκόσμιο των Θρακών συνέδριο, μετά τις εισηγήσεις των θρακικών συλλόγων του εξωτερικού και των θρακικών συλλόγων του έκτός της Θράκης ελλαδικού χώρου, για να αναφερθούν μερικοί προβληματισμοί από τη δραστηριότητα των πολιτιστικών φορέων που δρουν μέσα στον θρακικό χώρο και για την ανταπόκριση τους με τους άλλους θρακικούς συλλόγους.


Κρίνουμε ότι το Συνέδριο αυτό, για το οποίο μόνον επαινετικά λόγια μπορούμε να πούμε στους εμπνευστές και στους οργανωτές, γίνεται σε κρίσιμους καιρούς γενικά για τον Ελληνισμό και ειδικά για τον Ελληνισμό της Θράκης. Η ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση εγγυάται βέβαια την εθνική μας ασφάλεια και την υλική μας ευημερία, αλλά πέρα από την ανάγκη της οικονομικής επιβίωσης στον μεγάλο οικονομικό ανταγωνισμό, προκύπτει το πρόβλημα: αν μέσα σ’ αυτή την Ενωμένη Ευρώπη των λαών και των πολιτισμών, θα μπορέσει ο Ελληνισμός να επιβιώσει με τα ιδιαίτέρα φυλετικά του γνωρίσματα ή θα καταστεί μονοδιάστατος κόσμος υλιστικής ευημερίας τεχνοκρατουμένων προσώπων. Το πρόβλημα ήδη έχει απασχολήσει την ελληνική διανόηση και οι Σύλλογοι μας δέχονται την άποψη, σε αδρές γραμμές, να διαφυλάξουμε τα ουσιώδη γνωρίσματα της εθνικής μας κληρονομιάς, την ελληνική γλώσσα, την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση (πιο πνευματική και πιο κοινωνική και φιλοπρόοδο), την παράδοση της ελευθερίας και το ιδιαίτερο ψυχικό κλίμα, που βγαίνει από τις μορφές του τόπου και τα μνημεία της τέχνης και του λόγου. Όταν χαθούν αυτά, που μας σηματοδοτούν ως Έθνος, τότε οι άνθρωποι μπορούν μεν να επιζήσουν, χάνουν όμως την εθνική τους ταυτότητα.

Επιπλέον, για τον Ελληνισμό της Θράκης, οι καιροί είναι κρίσιμοι από την πληθώρα των κινδύνων που περιβάλλουν την απόμακρη από το εθνικό κέντρο περιοχή μας, τη σφηνωμένη ανάμεσα σε δύο ξένες επικράτειες, που η μία επιβουλεύεται φανερά την ακεραιότητά μας και η άλλη θέλει να μονοπωλήσει τη θρακική μας ονομασία και κληρονομιά. Ιδιαίτερα προβληματισμένοι, λοιπόν, από αυτές τις συγκυρίες, οι πολιτιστικοί φορείς του Έβρου, μέλη της ΕΠΟΦΕ, στην προσυνεδριακή τους ημερίδα της 29ης Μαΐου 1994, πήραν την απόφαση να προτείνουν τρόπους δουλειάς, προς 4 κατευθύνσεις:


•    Προς το εσωτερικό του Θρακικού χώρου.

1) Να μεριμνούμε για τη διάσωση και τη διατήρηση των στοιχείων εκείνων, που αναδείχνουν τη χαρακτηριστική θρακική φυσιογνωμία της περιοχής μας. Τοπίο, οικοσύστημα, περιβάλλον, ιστορικό κατάλοιπο, κάστρα, αρχαιολογικοί χώροι, μοναστήρια, διατηρητέοι οικισμοί, χώροι ιδιαίτερου φυσικού κάλλους κ.λπ.
2) Να διατηρούμε και να προβάλλουμε τα στοιχεία εκείνα της παράδοσής μας, που επιβεβαιώνουν την ελληνικότητά μας και τη συνεχή παρουσία μας ως Ελλήνων στον χώρο της Θράκης, από την προϊστορική ακόμη εποχή (γλώσσα, έθιμα τραγούδια, χοροί κ.ά.)
3) Να ενισχύουμε την αυτογνωσία του λαού μας προβάλλοντας χαρακτηριστικά γεγονότα της τοπικής μας ιστορίας και να διατηρούμε σε υψηλό βαθμό το εθνικό του φρόνημα.
4) Να ενισχύουμε και να προβάλλουμε όσο μπορούμε την εντόπια πολιτιστική παραγωγή, καθιερώνοντας ακόμη και ειδικά βραβεία.


•    Προς τους αδελφούς θρακικούς συλλόγους της εκτός της Θράκης Ελλάδας


1) Να βρισκόμαστε σε συνεχή επαφή με τους θρακικούς συλλόγους της Ελλάδας (εκτός της Θράκης), από τους οποίους ζητούμε να έρχονται και αυτοί σε επαφή με εμάς για κοινή δραστηριότητα, ιδιαίτερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
2) Να επιδιώξουμε τη δημιουργία θρακικού LΟΒΒΥ στην πρωτεύουσα, από θρακικές προσωπικότητες κύρους (πανεπιστημιακούς δασκάλους, δημοσιογράφους, οικονομολόγόυς, απόστρατους στρατηγούς κ.ά.), το οποίο να μπορεί να επηρεάζει την κρατική διοίκήση υπέρ της Θράκης και ιδιαίτερα στα εθνικά θέματα που την αφορούν.


•    Προς τους αδελφούc θρακικούς συλλόγους του εξωτερικού

Να βρισκόμαστε επίσης σε συνεχή επαφή μαζί τους και να τους εφοδιάζουμε με στοιχεία και κείμενα, που αφορούν την ιστορία της Θράκης και τη σύγχρονη ζωή της, ώστε να μπορούν και αυτοί με τη σειρά τους να επηρεάζουν την κοινή γνώμη στην περιοχή τους. (Κάνοντας πράξη την άποψη αυτή, η ΕΠΟΦΕ, σε συνεργασία με τον Δήμο Αλεξανδρούπολης και άλλους φορείς, προσφέρει σε κάθε σύλλογο του εξωτερικού, που παρίσταται σ’ αυτό το Συνέδριο, μία σειρά βιβλίων, που αναφέρονται στην ιστορία της Θράκης και τη σημερινή της κατάσταση).


•    Προς την κατεύθυνση των γειτονικών

1) Να ενημερωνόμαστε συνεχώς για τα δημοσιεύματα στις γειτονικές χώρες, που αφορούν τη Θράκη.
2) Να καταστούμε ικανοί να προβούμε σε πολιτιστική αντεπίθεση φιλίας και προς τις δύο γειτονικές μας χώρες, χωρίς να εγκαταλείψουμε τα εθνικά ακριτικά μας μετερίζια, ενεργώντας με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε εν γνώσει των αρμοδίων υπηρεσιακών φορέων της πολιτείας, αξιοποιώντας φωνές μετριοπάθειας από τις άλλες πλευρές.


Έπειτα από αυτά υποβάλλουμε τις εξής προτάσεις:
•    Το παρόν Συνέδριο να προτείνει την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος, με το οποίο θα καθιερώνεται η 14η Μαΐου ως εορτή απελευθερώσεως της Θράκης (πλην του νομού Ξάνθης) και θα εορτάζεται σε όλη την έκταση των νομών Ροδόπης και Έβρου και όχι μόνο στις έδρες τους Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη, όπως γίνεται μέχρι σήμερα, το δε Υπουργείο Παιδείας να μεριμνά για τον ανάλογο εορτασμό στις σχολικές μονάδες όλων των βαθμίδων. Το ίδιο να γίνει με τον νομό Ξάνθης για την 4η Οκτωβρίου, επέτειο απελευθερώσεως του νομού.
•    Να καθιερωθούν από την Περιφέρεια Θράκης - Αν. Μακεδονίας ή από το Πνευματικό Ίδρυμα της Παναγίας της Κοσμοσώτειρας ειδικά βραβεία ανά διετία, για την παρουσίαση των καλύτερων έργων ιστορικής μελέτης για τη Θράκη, ποιητικής συλλογής, λαογραφικής συλλογής, πεζογραφήματος, θεατρικού έργου, μουσικού και κάθε εικαστικού έργου;
•    Με τη βοήθεια της Γεν. Γραμματείας Αποδήμου Ελληνισμού του Υπ. Εξ., τη συνεργασία των αδελφών συλλόγων της αλλοδαπής και μέσα στο πρόγραμμα του Πνευματικού ιδρύματος της Παναγίας της Κοσμοσώτειρας, να φιλοξενούνται κάθε θερινή περίοδο στον χώρο της Θράκης Θρακόπουλα του εξωτερικού, για επανασύνδεσή τους με τη Θράκη.
•    Να επιδιωχθεί αδελφοποίηση Δήμων της Θράκης με ανάλογους της Ανατολικής Ρωμυλίας, όπου υπάρχει ακόμη ελληνικός πληθυσμός: Μεσημβρία του Ευξείνου Πόντου με Διδυμότειχο, Φέρες ή Μέγαρα (γιατί η Μεσημβρία ήταν αποικία των Μεγαρέων), Σωζόπολη με Φέρες ή Διδυμότειχο κ.ο.κ.

 


Ευφροσύνη Χαραλαμπίδου - Πρόεδρος Συλλόγου Θρακιωτών Φοιτητών
Νεολαία και Θράκη


Η νεολαία της Θράκης, έντονα προβληματισμένη πάνω στα μεγάλα και καυτά προβλήματα της περιοχής, παρουσιάζει την παρακάτω εισήγηση με σκοπό, όχι απλά να ακουστούν για ακόμη μία φορά τα ίδια πράγματα, αλλά για να τονίσει ότι αυτός ο τόπος, με τα τόσα του προβλήματα, έχει ανάγκη από δυναμικές και αποτελεσματικές παρεμβάσεις, που θα δίνουν λύσεις και θα ανοίγουν νέες προοπτικές για τους νέους και όχι από λύσεις που λαμβάνονται (όπως γίνεται μέχρι τώρα) μόνο για να δημιουργούν εντυπωσιασμούς και που καταφέρνουν να κλέβουν την ψήφο του απλού πολίτη.

Ξεκινώντας λοιπόν την εισήγηση αυτή, εμείς οι νέοι δεν μπορούμε παρά να θίξουμε το μεγαλύτερο πρόβλημα, που ταλαιπωρεί εδώ και χρόνια τον τόπο μας και που είναι η ανεργία. Πολλά λέγονται κατά καιρούς (κυρίως προεκλογικούς) και πολλά υπόσχονται υψηλά ιστάμενα πρόσωπα από όλα τα κόμματα, αυτό όμως που βλέπουμε εμείς είναι ότι, όχι μόνο δεν δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, αλλά σε πολλές περιπτώσεις στενεύουν και οι ήδη υπάρχουσες. Και αυτό βέβαια το αποδεικνύει καθημερινά ο συνεχώς και αυξανόμενος αριθμός των μεταναστών, το κλείσιμο των εμπορικών επιχειρήσεων, η υπολειτουργία πολλών βιοτεχνικών μονάδων, οι ελάχιστες θέσεις στις λιγοστές βιομηχανίες. Απόρροια όλης αυτής της δυσάρεστης κατάστασης είναι ότι αφενός μεν η σπουδάζουσα νεολαία αυτού του τόπου ψάχνει να βρει ένα καλύτερο μέλλον στις περιοχές όπου φοίτα και κυρίως στις μεγαλουπόλεις. Οι περισσότεροι από αυτούς σκέπτονται πολύ σοβαρά να μη επιστρέψουν πίσω και αυτό όχι γιατί δεν θέλουν να επιστρέψουν ή δεν αγαπούν τον τόπο τους, αλλά γιατί η επιβίωσή τους εδώ είναι πάρα πολύ δύσκολη και αφετέρου η πλειοψηφία των νέων που δεν σπουδάζουν, ζουν με το όνειρο και την προσδοκία να φύγουν από τη Θράκη, αναζητώντας πολλοί από αυτούς δουλειά στο εξωτερικό και ειδικά στη Γερμανία. Για τη σημερινή αυτή τάση των νέων, συνέπεια της σημερινής κατάστασης της περιοχής μας, θα πρέπει όλοι μαζί και με γρήγορους ρυθμούς. να κινηθούμε πιο δραστικά προς τη δημιουργία βιώσιμων παραγωγικών θέσεων εργασίας, εάν δε θέλετε να βλέπετε εμάς τους νέους να ζούμε μακρυά σας. μακρυά από τον χώρο που μας γέννησε και μας μεγάλωσε.

Λιγοστές, λοιπόν, οι θέσεις στον ιδιωτικό τομέα και οι περισσότερες από αυτές διακατέχονται από ανασφάλεια. Ανασφάλεια, λόγω μεγάλης απόστασης από το κέντρο και λόγω άμεσης γειτνίασης με την Τουρκία, αλλά κυρίως γιατί έτσι θέλει να μας βλέπει η πολιτική της Αθήνας, όσο για το δημόσιο τομέα, δεν μας φτάνει το γνωστό του χάλι, όσον αφορά τον τρόπο που λειτουργεί και τον τρόπο που προσλαμβάνει τους πλεονάζοντες υπαλλήλους του σε πανελλαδική κλίμακα, έχουμε επιπλέον να αντιμετωπίσουμε και το γεγονός, ότι στους 300 προσληφθέντες οι 100 είναι Κρητικοί, οι 100 Πελοποννήσιοι και οι 100 από την υπόλοιπη Ελλάδα, για να μη μιλήσουμε για ποσοστά από τη Θράκη.

Όλη αυτή η κατάσταση, όπως αναφέραμε και προηγουμένως, οδηγεί στην εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση. Ένα πρόβλημα, που άμεσα επιτείνει και ένα άλλο επίσης μεγάλο θέμα της περιοχής, το μουσουλμανικό πρόβλημα, που ως πρόβλημα θέλησαν να μας κάνουν να το βλέπουμε άλλοι, που οι προθέσεις τους είναι λίγο ως πολύ γνωστές. Κανένα άλλο κράτος στον κόσμο δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα μειονότητας μόνο με 120.000 κατοίκους, που απλά πιστεύουν σε μία άλλη θρησκεία. H αποδυνάμωση του χριστιανικού πληθυσμού της Θράκης, έναντι των μουσουλμάνων, είναι βέβαια ό,τι χειρότερο, γιατί έτσι κινδυνεύουμε να αναδειχθούν σε καίριες πολιτικές θέσεις και σε τοπικά κέντρα αποφάσεων μουσουλμάνοι. Πράγμα που, φυσικά, εμάς δεν θα μας ενοχλούσε, εάν πραγματικά αυτοί υποστήριζαν ότι θα προασπίσουν τα συμφέροντα της Ελλάδας και όχι να υποθάλπουν τα συμφέροντα της Τουρκίας. Και δεν είναι μόνο αυτό, είναι κυρίως το γεγονός, ότι για να λύσουμε τα μεγάλα προβλήματα του τόπου μας, θα πρέπει να είμαστε εδώ, δίπλα σ’ αυτά, να τα γνωρίζουμε και να αγωνιζόμαστε γι’ αυτά από πρώτο χέρι και όχι να αποφασίζουν άλλοι για μας χωρίς εμάς.

Οι πελατειακές σχέσεις, δυστυχώς, είναι πολύ αρνητικές για την Ελλάδα και ακόμη περισσότερο επιζήμιες για τη Θράκη. Όλα τα μεγάλα έργα γίνονται μακρυά από τη Θράκη, νέες βιομηχανίες και βιοτεχνίες ανοίγουν στη νότια Ελλάδα, όλες οι πολιτικές αποφάσεις παίρνονται για να εξυπηρετήσουν γνωστά συμφέροντα κάποιων και όλα αυτά γιατί δεν υπάρχουν Θρακιώτες -πατριώτες, που να παίζουν ρόλο διευθυντικών στελεχών στις δημόσιες υπηρεσίες, δεν υπάρχουν Θρακιώτες που να συμβάλλουν στη λήψη μεγάλων αποφάσεων που λαμβάνονται στα κέντρα αποφάσεων, όσο για τη συμμετοχή Θρακιωτών στην κυβέρνηση ας μη μιλούμε καθόλου, γιατί είναι από μηδενική ως ανύπαρκτη. Έτσι λοιπόν που λειτουργούν οι πελατειακές σχέσεις στην Ελλάδα σήμερα, είναι σίγουρα αρνητικές γι’ αυτήν, μήπως όμως θα πρέπει η Θράκη να αναπτύξει και να εκμεταλλευθεί τις πελατειακές σχέσεις για να αναπτυχθεί;


Ένα άλλο επίσης πολύ μεγάλο πρόβλημα, που απασχολεί τους κατοίκους της Θράκης και ειδικότερα τους νέους, είναι η γεωργία της, καθώς υπήρξε και εξακολουθεί να είναι μία κατ’ εξοχήν αγροτική περιοχή, Δυστυχώς όμως, η αγροτική ανάπτυξη της Θράκης ποτέ δεν ακολούθησε την αντίστοιχη ανάπτυξη άλλων αγροτικών περιοχών. Ενώ στην τελευταία δεκαετία δεν έχει παραμείνει απλώς στάσιμη, όπως πολλοί υποστηρίζουν, αλλά άρχισε να γίνεται και επιζήμια, οι αγροτικές επιδοτήσεις και δάνεια δίνονται πλέον με αρκετή δυσκολία, σε αρκετές περιπτώσεις πολλά αγροτικά μας προϊόντα κινδυνεύουν να μη απορροφηθούν στην αγορά, ενώ, τέλος, οι νέοι βλέποντας τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει μία αγροτική οικογένεια σήμερα, στρέφονται προς τον δρόμο της μετανάστευσης. Πρέπει οπωσδήποτε να αναβαθμίσουμε τη γεωργία μας και να κρατήσουμε τους νέους μας στον τόπο μας εάν θέλουμε έτσι να ενδυναμώσουμε πληθυσμιακά τη Θράκη. Και, επιτέλους, αξίζουμε μία καλύτερη μεταχείριση από την εκάστοτε πολιτική της Αθήνας, όταν εμείς καλύπτουμε ένα αρκετά μεγάλο μέρος της αγοράς της Αθήνας. Γι’ αυτό και ζητούμε το Υπουργείο Γεωργίας να βρίσκεται πάντοτε υπό τη διοίκηση Θρακιώτη.

Οι βαλκανικές χώρες γύρω μας αναπτύσσονται με ολοένα και γοργότερο ρυθμό. Αυτό αποτελεί για την Ελλάδα μία πρόκληση, να στηρίζει σε σωστά θεμέλια τις σχέσεις της μ’ αυτές τις χώρες. Δυστυχώς όμως, η περιοχή μας, που άμεσα γειτνιάζει με δύο από αυτές, τη Βουλγαρία και την Τουρκία, αδυνατεί να αναπτύξει την κατάλληλη υποδομή, που θα της επιτρέψει να συνεργαστεί με αυτές, σε τομείς που αυτο δύναται να καταστεί εφικτό. Πρέπει παράλληλα να δημιουργήσει και αμυντικούς μηχανισμούς σε κείνους τους κλάδους και σε βαθμούς που απαιτούνται, ώστε να μη παρατηρείται το θλιβερό φαινόμενο, που εμφανίζεται τα τελευταία 3-4 χρόνια, εισαγωγής αγροτικών και άλλων προϊόντων από τις χώρες αυτές, την ώρα που η Θράκη παράγει πιο ανταγωνιστικά όμοια προϊόντα.

Ο τουρισμός στην περιοχή της Θράκης είναι ανύπαρκτος και το πιο άσχημο είναι ότι κανείς δεν κάνει τίποτε για να τον καταστήσει υπαρκτό. Οι περισσότεροι από εμάς επικαλούμαστε την απόσταση που μας χωρίζει από τις περισσότερο τουριστικές περιοχές, ξεχνώντας βέβαια ότι και η Κρήτη είναι μακρυά, αλλά φυσικά δεν τυχαίνει της ίδιας μοίρας, γιατί ποτέ δεν είχε την ίδια μεταχείριση με τη Θράκη. ΄Αλλοι πάλι λένε και τι έχουμε να επιδείξουμε εμείς εδώ; και εδώ βέβαια μπαίνει το μεγάλο θέμα, ότι οι περισσότεροι από εμάς δεν γνωρίζουμε την ιστορία μας, γιατί κάποιοι θέλησαν να μη μας τη γνωστοποιήσουν, αλλά και γιατί οι αρκετοί αρχαιολογικοί και ιστορικοί χώροι είναι αναξιοποίητοι και θαμμένοι. Για να μη αναφερθούμε στην παρθένα θάλασσα του Θρακικού πελάγους, που θα μπορούσε, με τις κατάλληλα διαμορφωμένες παραλίες, να τραβήξει κάθε ταξιδιώτη. Για μια μέρα να καταφέρναμε να κρατήσουμε στον τόπο μας τον κάθε περαστικό, θα ήταν κέρδος για την ανάπτυξη της Θράκης αλλά, βλέπετε, μία τέτοια κίνηση θεωρείται αποφευκτέα. Ολοκληρώνοντας το θέμα αυτό, δεν μπορούμε να μη επισημάνουμε τη δυνατότητα που έχουμε, για ανάπτυξη οικολογικού τουρισμού, καθώς o υγροβιότοπος του Δέλτα του Έβρου είναι ένας από τους μεγαλύτερους υγροβιότοπους της Ευρώπης. Με την κατάλληλη υποδομή και με τη σωστή δημιουργία και διαμόρφωση των εγκαταστάσεων εκεί, θα μπορούσε να προσελκύει πολλούς λάτρεις της φύσης και έτσι να συνεισφέρει και οικονομικά στον τόπο.

Η πανεπιστημιακή ανάπτυξη της Θράκης πρέπει επιτέλους να προχωρήσει με πιο γοργούς ρυθμούς, απαγκιστρωμένη από τα προσωπικά συμφέροντα κάποιων. Πρέπει το Πανεπιστήμιο εδώ να εξελιχθεί στο μεγαλύτερο των Βαλκανίων, εάν θέλουμε έτσι να ανταγωνισθούμε το αντίστοιχο, ήδη αναβαθμισμένο πανεπιστήμιο της Αδριανούπολης. Αλλά και γιατί, μ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσουμε να αυξήσουμε την οικονομική κίνηση της περιοχής και κυρίως να πετύχουμε άνοδο του πνευματικού μας επιπέδου. Γι' αυτό απαιτούμε να επιτευχθεί αναβάθμιση των σπουδών που παρέχουν τα τμήματα του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου, τη λειτουργία, επιτέλους, του κτιρίου του τμήματος της Ιατρικής, την αύξηση των εισακτέων στα τμήματα εδώ και την αντίστοιχη μείωση αυτών στα αντίστοιχα τμήματα σ’ όλη την υπόλοιπη Ελλάδα, τη μη ύπαρξη ιπταμένων καθηγητών και την ίδρυση τμήματος Γεωπονίας - Δασοπονίας, που θα είναι σε άμεση σχέση με την αγροτική μας καλλιέργεια. Τέλος, προτείνουμε, το τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του ΔΠΘ, σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας, να εντάξουν τη Θρακική Ιστορία μέσα στην ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία, ώστε να μάθουν οι νέες γενιές την ιστορία μας.

Παρατηρώντας λοιπόν κανείς, για λίγο, τη σημερινή κατάσταση της Θράκης, μπορεί εύκολα να διαπιστώσει, ότι δυστυχώς η ανάπτυξη της δεν έχει αρχίσει ακόμη. Και όποια μικρά σημάδια ανάκαμψης εμφανίστηκαν κατά καιρούς στο παρελθόν, ήταν μηδενικά, για να αντιμετωπίσουν για να αντιμετωπίσουν τα παρατεταγμένα και οξυμένα προβλήματά της. Υποσχέσεις δίνονται από τα κόμματα κάθε φορά που θέλουν να μας ζητήσουν την ψήφο μας. Μόνον τότε θυμούνται ότι υπάρχει κάπου στον χάρτη της Ελλάδος και η Θράκη! Εξαγγελίες, αναπτυξιακά προγράμματα και πολιτικές αναβάθμισης παίρνονται και δημοσιεύονται μέσο σε χρόνο ρεκόρ, όχι φυσικά για να λύσουν κανένα πρόβλημα, αλλά για να μας πείσουν απλά ότι ενδιαφέρονται για μας.
Διακομματική επιτροπή συστήθηκε πριν από 3 χρόνια, κατέληξε σε κάποια έργα που πρέπει να γίνουν για τη Θράκη, από κει και πέρα όμως ξεχάστηκαν. Η προηγούμενη κυβέρνηση αγνόησε τα αποτελέσματα της επιτροπής, ενώ η σημερινή, όχι μόνο δεν προχώρησε σε κάποια εφαρμογή, αλλά κάνει ακριβώς τα αντίθετα, μειώνοντας τα αναπτυξιακά κονδύλια. Επιτέλους, αυτός ο τόπος, για να αναπτυχθεί, έχει ανάγκη όχι από μεγάλα λόγια, αλλά από πραγματικά έργα υποδομής, από άνοιγμα βιομηχανικών μονάδων και στήριξη των υπαρχουσών, με λήψη πραγματικών κινήτρων για τη Θράκη και μείωση αντίστοιχα αυτών για όλη την υπόλοιπη Ελλάδα, με προστασία του εμπορίου μας και με σωστό μακροχρόνιο προγραμματισμό. Η ουσιαστική αναβάθμιση της περιοχής μας, πρέπει να γίνει σ’ όλους μας αντιληπτό ότι, είναι δική μας υπόθεση. Εμείς όλοι εδώ, από το υψηλά ιστάμενο στέλεχος μέχρι τον απλό πολίτη, πρέπει να καταλάβουμε ότι ήρθε η ώρα να ασκήσουμε πίεση προς κάθε κατεύθυνση και με όποιον τρόπο μπορούμε. Οι βουλευτές μας, οι νομάρχες μας και όλα τα τοπικά όργανα θα πρέπει επιτέλους να πάψουν να βλέπουν το πρόβλημα της Θράκης ο καθένας από τη δική του μεριά, αλλά πρέπει να συσταθούν σ’ ένα πανθρακικό όργανο, που από κοινού θα βλέπουν τα όποια προβλήματα και θα προτείνουν λύσεις, πιέζοντας πραγματικά την πολιτική της Αθήνας να ξυπνήσει και να μας βοηθήσει ουσιαστικά.

Κλείνοντας, πρέπει να τονίσουμε ότι η νεολαία της Θράκης πρέπει να βοηθηθεί στον μέγιστο βαθμό, ώστε να βρει το όραμα της, μέσα από την πορεία αυτού του τόπου. Πρέπει να της δίνετε τον λόγο σε αποφάσεις που αφορούν το μέλλον της. Αυτή βασικά οφείλει να έχει τον πρώτο λόγο. Πρέπει όμως να βοηθηθεί, για να μπορεί να βοηθήσει κι’ αυτή με τη σειρά της. Μπροστά λοιπόν σ’ όλες τις εξελίξεις που διαδραματίζονται εδώ και διακατεχόμενη από τόλμη και αγωνιστικότητα, αλλά κυρίως από αγάπη και μεράκι, να βοηθήσει με όποιον τρόπο μπορεί στην επίλυση των προβλημάτων της Θράκης, ψάχνει να βρει και να χαράξει την πορεία που της αξίζει, μέσα από διάφορες παρεμβάσεις. Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα, ένα τμήμα της νεολαίας, η σπουδάζουσα νεολαία, ίδρυσε τον Σύλλογο Θρακιωτών Φοιτητών, με σκοπό να παρέμβει δυναμικά στα τεκταινόμενα εδώ, αξιοποιώντας τις γνώσεις της και τη μαχητική της διάθεση. Προσδοκούμε να μας ανοιχτούν οι πόρτες των μεγάλων αποφάσεων για το μέλλον της Θράκης. Είναι χρέος όλων να μας στηρίζετε. Οφείλετε να το κάνετε.


Σοφία-Κλήμη Παναγιωτοπούλου - Συγγραφέας
Αβρότονον, Θρήισα Γυνή Γένος


Η Θράκη. Σταυροδρόμι πού συναντιούνται η δύση και η ανατολή, φαρδιά στράτα όπου συχνοδιάβηκαν οι στρατιές του Ξέρξη, του Μεγαλέξανδρου οι γενναίοι κι’ οι Ρωμαϊκές λεγεώνες κι’ αντιπάλεψαν οι δυνατοί των καιρών πάνω στή γη.
•    Εδώ έτρεξαν τ’ ανθρωποφάγο άλογο του Διομήδη κι’ έπεσε ναυαγός o Οδυσσέας ο πολύτροπος.
•    Εδώ αδειάζει την ορμή του το μεγάλο ποτάμι, ο Έβρος, το σύνορο της βορειοανατολικής Ελλάδας.
•    Εδώ περπάτησε ο Ορφέας, έπαιξε τη λύρα του και πρωτοκήρυξε το πρωτάκουστο μήνυμα για την αέναη - τη χωρίς τέλος - ζωή!
Οι πόλεμοι, οι καταστροφές, οI κίνδυνοι μεγάλοι και απειλητικοί - κρέμονται πάνω στο κεφάλι του θρακικού λαού και τον αντρειώνουν, σφυρηλατούν τη θέλησή του, γεμίζουν την ψυχή του δύναμη για αγώνα, για συνέχεια, για επέκταση της ελληνικής ιστορίας του. Οι ήρωες δεν γεννιούνται μόνο μέσα στις μάχες του πολέμου. Αναδεικνύονται κυρίως στή μάχη της ζωής. Kι’ οι Θρακιώτες παλεύουν με τη ζωή και την κερδίζουν και γίνονται καθημερινά ήρωες. Κι’ αν, γενικά, πίσω από κάθε επιτυχημένο άνδρα ανακαλύπτουμε μια θεληματική γυναίκα, αυτό ισχύει πιότερο εδώ στη Θράκη. Στον καθημερινό βίο, στον μόχθο, στο επιστημονικό πεδίο, στη διανόηση. Είναι ένας πειρασμός ν' ανακαλέσουμε στη μνήμη την ιστορία και τη μυθολογία και ν’ αντλήσουμε παραδείγματα απ’ αυτήν.

Ο αρχαίος κόσμος μιλούσε συγκεχυμένα, συγκαλύπτοντας τα λόγια του με την αχλύ της προϊστορίας και του μύθου, για τις Αμαζόνες. . Οι αρχαίοι θεωρούσαν αναμφισβήτητο γεγονός την επιδρομή των Αμαζόνων στην Αττική. Δεν είναι απίθανο λένε οι ερευνητές - ότι οι μύθοι γι’ αυτή την επιδρομή μιλούν για επέλαση κάποιου Θρακικού φύλου κατά τους προϊστορικούς χρόνους, μια και τέτοιες επελάσεις είχαν γίνει και αναφέρονται πολλές. Μάλιστα, στην Αθήνα, υπήρχε το , αφιερωμένο στη λατρεία των Αμαζόνων και βρισκόταν μάλλον στον λόφο του Αρείου Πάγου, όπου - κατά την παράδοση - στρατοπέδευσαν οι Αμαζόνες. Πολλοί αναφέρουν διάφορα για τις Αμαζόνες, όπως ο Όμηρος, ο Πλούταρχος, ο Πίνδαρος, ο Καλλίμαχος, μη κατονομάζοντας όμως την πατρίδα τους.

Εμένα μου αρέσει να κρατήσω την εκδοχή του Αρκτίνου, του Μιλήσιου ποιητή και - γιατί όχι - να πιστεύω μαζί του ότι οι Αμαζόνες ήταν Θρακιώτισσες. Γιατί διάβασα πώς ο Αρκτίνος, στο επικό του ποίημα , πού είναι το αρχαιότερο μετά τα έργα του Ομήρου και του Ησιόδου, γραμμένο τον 8ο αιώνα π.Χ., και πού πολλοί το προσαρτούν σαν συνέχεια στην τελευταία ραψωδία της Ιλιάδας, ο Αρκτίνος λοιπόν, γράφει (σύμφωνα με τον Πρόκλο):
. Περηφανεύομαι πραγματικά πού αυτός ο περιβόητος γυναικείος στρατός, ο περήφανος, πού μετεωρίζεται ανάμεσα στον Θρύλο και την πραγματικότητα, με τις τόσες νικηφόρες μάχες, απ’ τον οποίο oι τέχνες (ποίηση, ζωγραφική, γλυπτική) εμπνεύσθηκαν και δημιούργησαν αριστουργήματα, αποτελούνταν, λένε, από ακαταμάχητες Θρακιώτισσες γυναίκες.

Μα, ας έρθουμε πιο κοντά, στην περιοχή της ιστορίας. Στον Σεπτέμβριο του 480 π.Χ. Ο Μέγας Βασιλεύς, ο Ξέρξης, βρίσκέται με τον στόλο του στα νερά του Σαρωνικού. Η Ελλάδα ολόκληρη είναι στο πόδι - τρομαγμένη - ν’ αντιμετωπίσει την κρίσιμη κατάσταση. Oι Αθηναίοι εγκαταλείπουν την πόλη τους - την πόλη της Παλλάδας Αθηνάς - μπαίνουν στα πλοία να πλεύσουν στην Τροιζήνα, να βρουν πατρίδα άλλου, παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς!
Αρχηγός - στρατηγός τών Αθηναίων είναι ο Θεμιστοκλής. Αρχηγός - ναύαρχος τών Σπαρτιατών είναι ο Ευρυβιάδης. Oι συσκέψεις πολλές. Ευθυνοφοβία. Κάποιος πανικός. Αντιδικίες για τη γενική αρχηγία, άλλά και - κυρίως - για τον τρόπο και τον τόπο της άμυνας. Ο Ευρυβιάδης, πάνω στη συζήτηση χάνει τον έλεγχό του. Σηκώνει το μπαστούνι να χτυπήσει τον Θεμιστοκλή πού επιμένει στις σωστές του απόψεις. Κι’ ο Θεμιστοκλής αντιδρά με τρόπο άξιο μεγάλου ηγέτη. Ήρεμος κι’ ατάραχος, απαντά στη βιαιότητα του Ευρυβιάδη:

- Πάταξον μέν, άκουσον δε...

Είναι ο γιος της Θρακιώτισσας.
.
Το επίγραμμα πάνω στον τάφο της, το φωνάζει:
<<Είμαι γυναίκα γέννημα θρέμμα της Θράκης, είμαι το αβρότονον (όπως θα λέγαμε υποκοριστικά: το Λενάκι, το Μαράκι, μα καμαρώνω (πού εγώ το Μαράκι) γέννησα τον μέγα Έλληνα, τον Θεμιστοκλή.
Και είναι ο Θεμιστοκλής, πού θα οδηγήσει στον θρίαμβο τον ελληνικό στόλο, θα σηκώσει στα ουράνια την Ελλάδα με τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Είναι ο Θεμιστοκλής, ο γιος της Θρακιώτισσας. Tο αγόρι πού βύζαξε θρακιώτικο γάλα, από το αβρότονον, πού τον άνδρωσε και τον οδήγησε στην ευγενικιά άμιλλα, την ήρεμη φιλοδοξία και τη δόξα, ο άνθρωπος πού παραπονιόταν: .
Ο Μιλτιάδης. Ο Μαραθωνομάχος. Ο ένδοξος στρατηγός τών Αθηναίων, πού άφησε το όνομά του έμβλημα στην ιστορία.
Δέκα χρόνια πριν έχει εγείρει το μέγα τρόπαιο. Έχει κατατροπώσει τους Πέρσες. Kι’ έχει κι' αυτός, ταίρι του ακριβό, την Ηγησιπύλη. Επώνυμη Θρακιώτισσα, κόρη του βασιλιά τών Θρακών, του Ολόρου. Η Ηγησιπύλη, στάθηκε δίπλα του επάξια και του γέννησε (510 π.Χ.) και του ανάστησε γιο αντάξιο του και αντάξιο της, τον Κίμωνα.
Ο Κίμωνας, ο ναύμαχος, αυτός πού και νεκρός νικούσε τους εχθρούς του σύμφωνα με το επιτύμβιο επίγραμμα, ήταν θρεμμένος με θρακιώτικο γάλα και περηφάνεια ελληνική, από την Ηγησιπύλη.

Πολλοί oι επώνυμοι στρατηγοί και πολιτικοί, πού έχουν δίπλα τους Θρακιώτισσες μάνες, Θρακιώτισσες γυναίκες.
Kι’ είναι ο Ιφικράτης, πού όχι μόνο είχε Θρακιώτισσα μητέρα, άλλα πήρε και γυναίκα Θρακιώτισσα, την κόρη του βασιλιά Κότυος.
Αλλά Θρακιώτισσα επίσης, αδελφή του βασιλιά Κερσοβλέπτη, είναι και η γυναίκα του Αθηναίου στρατηγού Χαρίδημου. Kι’ η γυναίκα του Κόνωνα ήταν το ίδιο Θρακιώτισσα και γέννησε τον Τιμόθεο. Μα έκτος από το αρχηγικό - στρατιωτικό πεδίο, ας ερευνήσουμε και το φιλοσοφικό. Μια Θρακιώτισσα βέβαια γέννησε κι' ανάθρεψε τον Δημόκριτο, αυτόν τον οραματιστή και θεμελιωτή της ατομικής θεωρίας, τον άνθρωπο με την διεισδυτική, σαν φακό μικροσκοπίου, σκέψη. Μια άλλη μεγάλωσε τον Πρωταγόρα, ή τον Λεύκιππο, τον Θάμυρι ή τον Εύμολπο και τον Παιόνιο και τους έδωσε τον σπόρο της σκέψης τους, την αγάπη για την τέχνη τους... Και μια άλλη, επίσης ξεχωριστή Θρακιώτισσα (Μούσα τη θέλει η μυθολογία), ξαγρύπνησε δίπλα στον Ορφέα και τον νανούρισε δίνοντάς του με το νανούρισμά της τη δύναμη να γητεύει o ίδιος τη φύση και να νανουρίζει τα θηρία με τους μουσικούς του ψαλμούς. Αυτόν τον Ορφέα, πού δίδαξε τους ανθρώπους να θρησκεύονται!



.
Η απόδοση τιμών στον Θεό λέγεται , γιατί τη μορφή αποδόσεως τιμής στον Θεό την εφεύραν και την εφήρμοσαν Θρακιώτες. Γι’ αυτό και οι λέξεις και , ετυμολογούνται από το .

(βροντοφωνάζει ο Βιζυηνός)

<<από την Πιερία, εβγήκεν η Θρησκεία. Από τήν Θράκη, βρέ παιδιά,
απ’ τον Ορφέα εγίνη η πρώτη ψαλμοσύνη.
Γι’ αυτό, το μέτωπο ψηλά, Θρακόπουλα καημένα
και ψάλλετε μ’ έμένα!>>


Μέσα στην αλληλοδιαδοχή τών αιώνων, μέσα στις κοσμοχαλασιές τών πολέμων, πού περνούσαν τον κόσμο από αφέντη σε καινούργιο αφέντη, η Θράκη έζησε τις αλλαγές, πορεύτηκε κι’ αυτή μαζί με την ιστορία κι’ έκανε τις περιπέτειές της παραμύθι και θρύλο και τραγούδι. Μετέτρεψε την απόγνωση της σε ελπίδα και προσμονή. Και μια γιαγιά, μια Θρακιώτισσα σοφή γιαγιά, διηγιέται, με την γραφίδα του Βιζυηνού, τον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά, το παραμύθι για τον τελευταίο Παλαιολόγο:
-Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά, τον Βασιλέα, ή μήπως και σε φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε, σαν παραμύθι τάχα;
- Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα, πα να γενώ ‘κατό χρονώ, κι’ ακόμα το θυμούμαι, σαν ναταν χθες μονάχα. .. βαστούμενη στο πατρικό μου χέρι επήγα και προσκύνησα. Και έδ’ αυτού μ’ εφάνη Όχι μ’ εφάνη! Είδα: Μέσ’ στο σκοτάδι το βαθύ έν άστρο, σαν λυχνάρι, σαν μία φλόγα μυστική απ’ τον Θεό αναμμένη, γαλάζια λάμψη χύνει. Και φέγγει τη λευκόχλωμη του βασιλέως χάρη, πού με κλεισμένα βλέφαρα εξαπλωμένος μένει στην αργυρή του κλίνη.

-Απέθανε γιαγιά; - Ποτέ παιδάκι μου! Κοιμάται.
- Και τώρα πια δεν ημπορεί, γιαγιάκα, να ξυπνήσει;
- Ω, βέβαια! Καιρούς καιρούς, σηκώ-νει το κεφάλι στον ύπνο τον βαθύ του, και βλέπει αν ήρθ’ ο άγγελος για να του φέρει πάλι το κοφτερό σπαθί του.
- Και θάρθη ναι, γιαγιάκα μου; Θάρθη, παιδί μου, θάρθη κι’ η Πόλη κι’ η Αγιά Σοφιά δική μας θέ να γένη.
- Πότε, γιαγιά μου, πότε:
-Όταν τρανέψης, γιόκα μου, κι’ αρματωθής, και κάμης τον όρκο στην Ελευθεριά...

Η Θρακιώτισσα μπολιάζει την ελπίδα, δεν παραιτείται απ’ τη μεγάλη ιδέα, τη μεταλαμπαδεύει στις κατοπινές γενιές και προσδοκά το πλήρωμα του χρόνου. Το πλήρωμα του χρόνου, πού αρπάζει στα χέρια της η Θρακιώτισσα ηρωίδα, η Δόμνα η Βιζβίζαινα, για να διαγράψει τη θαυματουργική τροχιά της και να προκαλέσει τον θαυμασμό του ιστορικού Φιλήμονα και του Κάρπου Παπαδόπουλου.


Άνδρας της, ο Χατζηαντώνης Βιζβίζης, ο καπετάνιος από την Αίνο της Θράκης, ο Φιλικός εταίρος.
Τον ακολούθησε - παρατώντας πατρίδα και περιουσία - στο ιδιόκτητο του καράβι, την , ένα βρίκι χτισμένο στην Οδησσό, πλωτό κομμάτι της Θρακιώτικης γης, οπλισμένο με 16 κανόνια και 140 ναύτες. Μπήκε κι’ αυτή στη δούλεψη του Γένους. Τού συμπαραστάθηκε σ’ όλες τις ναυμαχίες του, συμπορεύτηκε μαζί του στη Θάλασσα, γνήσια Ελληνίδα, ακραιφνής Θρακιώτισσα, ως τη μοιραία ώρα (21 Ιουλίου 1822) πού ο Βιζβίζης υποστηρίζοντας απ’ τη θάλασσα τις επιχειρήσεις των οπλαρχηγών στα Βρυσάκια της Εύβοιας - πέφτει νεκρός σε ώρα μάχης.
Τούτη την κρίσιμη στιγμή, η Δόμνα πετιέται δίπλα απ’ τον νεκρό, στέκεται ορθή στο δοιάκι της Καλομοίρας, παίρνει στα χέρια της τη μοίρα του καραβιού και τών ναυτών, διατάζει να κρατηθεί κρυφός ο θάνατος του Βιζβίζη για να μη μειωθεί το φρόνημα των μαχητών και πνίγοντας τον οδυρμό της, συνεχίζει τον αγώνα ως την άλλη μέρα. Kι’ όταν η ένταση της μάχης κοπάζει, αποσύρεται στο Λιβάδι της Εύβοιας, να θάψει τον άντρα της. Κι’ αφήνει τότε να ξεσπάσει η κραυγή της οδύνης της.

Είναι μια ελάχιστη ανάπαυλα. Ύστερα από την ταφή, η Δόμνα ξαναγυρίζει στο ελληνικό της καθήκον. Ξαναπιάνει και συνεχίζει το μπλόκο του Ευρίπου. Εξακολουθεί ν’ αγωνίζεται ώσπου της τελειώνουν τα τάλληρα, ώσπου η ασυντήρητη παραδίνεται στο Κράτος, για να γίνει πυρπολικό στα χέρια του Πιπίνου, πού μ’ αυτό ανατινάζει την τουρκική φρεγάτα , το χρηματοφυλάκιο του στόλου.
Kι αντιπαλεύει πια η Δόμνα μόνο με τη φτώχεια, με την έσχατη ένδεια.
Η ηρωικιά στάση της, η αντρίκια παλλικαριά της, η μαχητική αντιμετώπιση της μοίρας, την αναδεικνύουν πρόσωπο πρωταγωνιστικό αρχαίας τραγωδίας. Την υψώνουν σε δυσθεώρητα μεγέθη και την κατατάσσουν τουλάχιστον στην ίδια θέση με τη Μπουμπουλίνα και τη Μαντώ Μαυρογένους και την Τζαβέλλαινα.
Ο λαϊκός στιχουργός έκανε τραγούδι τον θρύλο της Βιζβίζαινας:
- Πουλάκι πόθεν έρχεσαι; Πουλάκι αποκρίσου. Μην είδες και μην άκουσες για την κυρά Δομνίτσα την όμορφη, τη δυνατή, την αρχικαπετάνα, πούχει καράβι ατίμητο, το πρώτο μες στα πρώτα; καράβι πού πολέμησε στης Ίμβρος το μπουγάζι;
- Την είδα, την απάντησα, σιμά στο ΄Αγιον όρος...
Το παράδειγμα της παλιάς Θρακιώτισσας ακολούθησαν και ακολουθούν οι σημερινές.
Αντιμετωπίζουν τη βιοπάλη περήφανα. Άρπαξαν, για παράδειγμα, το τρακτέρ κι’ αναμόχλεψαν τον κάμπο. Δεν δίστασαν ν’ ακολουθήσουν τον σύζυγο στη Γερμανία και να μπουν μαζί του στο εργοστάσιο, ακόμη και της βαριάς βιομηχανίας, συγκρότησαν συνεταιρισμούς οικοτεχνίας, δουλεύουν στον αργαλειό τα καραμελωτά, θρέφουν το πατροπαράδοτο κουκούλι, σπουδάζουν, διορίζονται, αναλαμβάνουν υπεύθυνες θέσεις, πρωτοπορούν.


Μάλιστα, στον εκπαιδευτικό τομέα, έχουμε Σουφλιώτισσες, πού πρωτοπορούν και σε αριθμό διδασκαλισσών πανελληνίως.

Όμως, ποια είναι αυτή η γυναίκα στον καθημερινό βίο της, ο χαρακτήρας της, οι συνήθειες, η συμπεριφορά της!
Γενικεύω, παίρνοντας πάλι για παραδείγματα τις ηρωίδες του Βιζυηνού, πού ζωγραφίζει πίνακες πραγματικής ακρίβειας - φωτογραφικούς θα έλεγες - πού όμως εξακολουθούν ν’ αποτελούν επίκαιρες αναφορές, δείχνουν και τη σημερινή πραγματικότητα.
Ο δυναμισμός είναι ένα από τα πρωτεύοντα χαρακτηριστικά της και το δείχνει αυτό με τη γιαγιά του τη Χατζήδαινα, της οποίας .
Η γιαγιά, πού όταν άρχιζε το μάλωμα ή τις συστάσεις .
Αλλά, στολίδι της Θρακιώτισσας παραμένει η ευπρέπεια. Η σεμνότητα, το μέτρο σ’ όλες τις εκδηλώσεις, ακόμη μπροστά και στις μεγαλύτερες συμφορές, είναι ο κώδικας της αξιοπρεπούς συμπεριφοράς της γυναίκας της Θράκης, όπως αυτό συνάγεται πάλι από τις σελίδες του Βιζυηνού:

Όταν όμως χρειασθεί, όταν οι συνθήκες το επιβάλλουν, ρίχνεται στον αγώνα, κάνει τα μεγάλα , πού λένε οι ναυτικοί, ν’ αντιπαλέψει με τη δυσκολία.
Kι’ είναι πάλι η Μιχαλιέσσα, η μάνα του Βιζυηνού, πού μετά τον θάνατο του άντρα της κι' όταν οι πόροι της έλειψαν .

Αυτή είναι, κυρίες και κύριοι, αγαπητοί σύνεδροι του πρώτου παγκοσμίου συνεδρίου τών Θρακών, η ταυτότητα της γυναίκας της Θράκης, αυτό το σκίτσο της, δοσμένο με αδρές πινελιές, κι αυτή η μοίρα της.
Η μοίρα της, πού τη δέχεται με παρρησία θαυμαστή και πού τη θέλει να είναι ακρίτας, αυτή και η οικογένεια της, και να γεννά παιδιά άκρίτες, φυλακάτορες τών συνόρων. Αυτών τών ασφυκτικών συνόρων, πού συμπιέζουν τη Θράκη, ιδίως στον Έβρο, ανάμεσα σε εχθρικές και επίβουλες ξένες πατρίδες, τών συνόρων πού πρέπει να παραμείνουν τουλάχιστον εδώ, για να περιφρουρηθούν και να διατηρηθούν αλώβητα τα υπόλοιπα διαμερίσματα της Ελλάδας μας.

Μες απ' τα κείμενα του 'Ηρόδοτου, τις σελίδες του Πλούταρχου και του Αρκτίνου, μες απ’ τα γραπτά του Φιλήμονα και του Κάρπου Παπαδόπουλου, από τις διηγήσεις του Βιζυηνού, απ’ το δημοτικό τραγούδι και τα παραμύθια της Θράκης, ξεπετιέται λεβέντισσα, δυνατή και αποφασιστική η μορφή της Θρακιώτισσας γυναίκας. Για να μάς διδάξει με την υπομονή της, να μας δασκαλέψει με τους αγώνες της, να μάς εμψυχώσει με το παράδειγμα της και να μας βεβαιώσει, με την ελπίδα και τη δραστηριότητά της, ότι το μέλλον της Θράκης είναι μια προσδοκία και μια βεβαιότητα για το καλύτερο.





Γεώργιος Ντόλιος - Δήμαρχος Φερών
Η οργανωτική ανασυγκρότηση και οι νέες αντιπροσωπεύσεις του Θρακικού Ελληνισμού


Πολύ πριν αποφασίσουμε τη διενέργεια αυτού του συνεδρίου και πολύ πριν το ζήτημα της Θράκης τεθεί από τα ίδια τα πράγματα είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ένας προβληματισμός για τη Θράκη, εδώ στην περιοχή μας, στους Θρακιώτες αλλά και σ’ άλλους Έλληνες πατριώτες σ’ όλη την Ελλάδα. Ένας προβληματισμός που προσέγγισε το θέμα της Θράκης με διαφορετικό τρόπο από τις μέχρι τώρα περισπούδαστες τεχνοκρατικές αλλά αναποτελεσματικές, όπως αποδείχθηκε, αναλύσεις, τις κινητρολατρικές προσεγγίσεις και τις ρηχές πολιτικές απλουστεύσεις που τελικά μετέθεταν το πρόβλημα μεγεθύνοντάς το. Ένας προβληματισμός που με όρους ιστορίας και πολιτικής ερευνά τις αιτίες της υπανάπτυξης και της καθυστέρησης της ιδιαίτερης πατρίδας μας και προτείνει τρόπους άρσης αυτών των αιτιών.

Θα ήταν κοινοτυπία να αναφέρουμε ως κύρια αιτία της σημερινής μας κατάστασης το μοντέλο ανάπτυξης που επικράτησε στη χώρα μας και που πολύ σωστά από πάρα πολλούς ομιλητές χαρακτηρίστηκε ως αθηνοκεντρικό μοντέλο. Δεν είναι στο θέμα μου να αναφερθώ στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του μοντέλου, ούτε στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής άρχουσας τάξης σε σχέση με την ευρωπαϊκή αλλά και τη βαλκανική. Θέλω μόνο να επισημάνω ότι αυτή η μεταπρακτική τάξη σώρευσε πλούτο με τρόπο παρασιτικό και, οφείλουμε να ομολογήσουμε, ευρηματικό πολλές φορές και τελικά δημιούργησε ιδεολογία, που χαρακτηρίστηκε ως αθηναϊσμός, όχι πολύ εύστοχα κατά τη γνώμη μου, αφού δεν σεβάστηκε την ίδια την Αθήνα, την οποία κυριολεκτικά κατέστρεψε ερημώνοντας παράλληλα την ελληνική ύπαιθρο.

Ο αθηναϊσμός διαπερνά και διακατέχει όλους τους θεσμούς στην χώρα μας, κόμματα, πανεπιστήμια, τύπο. Διακατέχει νομίζω αυτή η ιδεολογία όλες τις κεντρικές ελλαδικές εκπροσωπήσεις. Κυριολεκτικά έχει μπλοκάρει την ελληνική σκέψη, οι εκφάνσεις του αθηναϊσμού είναι ορατές στην ελληνική πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Το μετρό π.χ., τα Σπάτα, αλλά και άλλα μεγάλα έργα της πρωτεύουσας, ότι μια θέση για πάρκινγκ ενός αυτοκινήτου κοστίζει όσο μισό σπίτι στην επαρχία είναι επιλογές που προέκυψαν από αυτή την ιδεολογία. Το Μέγαρο της Μουσικής είναι επίσης ένα φαινόμενο της ίδιας αντίληψης, αφού η προσφορά του στον ελληνικό πολιτισμό περιορίζεται στους γνωστούς κύκλους της νεοελληνικής πρωτεύουσας. Οι ιπτάμενοι καθηγητές του πανεπιστημίου μας, του πανεπιστημίου της Θράκης, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πως σκέφτεται ένα τμήμα του ελληνικού λαού, που φιλοδοξεί να αποτελέσει την πνευματική ηγεσία αυτού του τόπου.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πάμπολλα παραδείγματα. Ήθελα να δείξω όμως μ’ αυτά τα λίγα ότι δεν μπορεί τελικά να μιλήσει καvείς στη χώρα μας για την ανάπτυξη της περιφέρειας, για τη σωτηρία της Θράκης, χωρίς να μιλήσει για την Αθήνα. Ήδη έχουμε στα χέρια μας αρκετές διατυπωμένες προτάσεις για το τι πρέπει να γίνει στη Θράκη. Υπάρχει το πόρισμα της διακομματικής επιτροπής, έχουμε το πόρισμα της ακαδημίας Αθηνών, δύο πορίσματα τα οποία πήραν μεγάλη δημοσιότητα και τα οποία δεν κατάφεραν να αλλάξουν ούτε καν το ψυχολογικό κλίμα σ’ αυτή την περιοχή. Η μετανάστευση και η ερήμωση συνεχίζεται, το δημογραφικό πρόβλημα μεγεθύνεται, η εγκατάσταση των Ποντίων προσφύγων δεν πείθει για την αποφασιστικότητα κι αποτελεσματικότητα του κράτους. Γιατί, λοιπόν, αφού όλοι αναγνωρίζουν ότι το μείζον εθνικό θέμα είναι η Θράκη δεν υλοποιούνται τελικά οι όποιες προτάσεις διατυπώνονται;
Εξήγησα προηγουμένως από ποια ιδεολογία προκύπτουν αυτές οι επιλογές και πως καθορίζονται οι προτεραιότητες. Πρέπει επομένως εμείς οι Θρακιώτες να αντιπαρατεθούμε σ’ αυτή την αντίληψη και τις επιλογές της.

Έχει αρχίσει πιστεύω, να δημιουργείται εδώ και αρκετά χρόνια μια νέα συνείδηση σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του θρακικού Ελληνισμού. Μια συνείδηση που εκφράζεται με την άποψη ότι εμείς πρέπει να παίξουμε πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπόθεση της σωτηρίας της ιδιαίτερης πατρίδας μας. Μια συνείδηση που, ας μη γελιόμαστε, γέννησε αυτό το συνέδριο, γεννά και τροφοδοτεί τους νέους πολιτικούς της Θράκης, τους νέους ανθρώπους του πνεύματος, τους νέους Θρακιώτες, τη γενιά της ελπίδας και της αναγέννησης αυτής της περιοχής.
Αποτέλεσμα αυτής της συνείδησης, είπαμε προηγουμένως ότι, είναι η διεξαγωγή του συνεδρίου, ενός νέου θεσμού για τον θρακιώτικο Ελληνισμό, που θα συμβάλλει στην επανένωση των Θρακών, στη συσπείρωσή τους, στην ενιαιοποίηση θέσεων κι απόψεων, ενός νέου θεσμού, που μπορεί να αποτελέσει τη συνείδηση του απανταχού θρακιώτικου Ελληνισμού.

Θέλω να προτείνω στο συνέδριο να επαναλαμβάνεται κάθε 3 χρόνια και προτείνω το επόμενο να γίνει στην Κομοτηνή, γιατί έτσι φάνηκε στη σύσκεψη που έγινε από όλους τους φορείς της Θράκης στις 23 Mαϊου του 1992 στις Φέρες, όπου αποφασίστηκε η διεξαγωγή και ο τόπος αυτού του συνεδρίου. Για να μπορούμε να έχουμε επιτυχίες, για να είμαστε παρόντες στο καθημερινό πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι αυτής της χώρας. Χρειαζόμαστε και ένα οργανωτικό σχήμα. Ένα σχήμα που θα μπορεί να λειτουργεί και να αγκαλιάζει ταυτόχρονα όλον τον θρακικό Ελληνισμό. Προτείνω λοιπόν τη δημιουργία του Παγκόσμιου Εθνικού Συμβουλίου Θρακών, στο οποίο θα συμμετέχουν οι δήμαρχοι της Θράκης και οι αιρετοί νομάρχες από το β' βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης, οι αγρότες με έναν εκπρόσωπο από τις ενώσεις αγροτικών συνεταιρισμών των τριών νομών, τα 4 εργατικά κέντρα της Θράκης, οι Ομοσπονδίες Συλλόγων εκτός Θράκης, της Αθήνας η Πανεβρίτικη, της ΠΟΘΣ με έδρα τη Θεσ/νικη, και οι Ομοσπονδίες Συλλόγων του Εξωτερικού (Αμερική, Καναδάς, Γερμανία, Αυστραλίας κλπ), ένας εκπρόσωπος από τα Εμποροβιομηχανικά Επιμελητήρια του κάθε νομού και βεβαίως οι τέσσερις μητροπόλεις της Θράκης. Εάν έχω κάνει καλά το λογαριασμό είμαστε 33.

Το Συμβούλιο θα συνεδριάσει για 1η φορά το Γενάρη του 1995 για να συμμετέχουν σ’ αυτό οι καινούργιοι δήμαρχοι. Πρέπει ακόμη σήμερα να θέσουμε κάποιους στόχους, τους οποίους θα παρακολουθήσουμε. Πρώτ’ απ' όλα, αφού όλοι συμφωνούν ότι η Θράκη αποτελεί προνομιακό χώρο παρέμβασης, σύνδεσης της εθνικής μας οικονομίας με τις Παρευξείνιες χώρες, προτείνω να παρακολουθήσουμε την δημιουργία των υποδομών, για να πετύχουμε αυτόν το στόχο που όλοι επικαλούνται και εξαγγέλλουν. Δηλαδή, λιμάνι Αλεξ/πολης, οδική σύνδεση του λιμανιού μέχρι το Δούναβη στον Εύξεινο Πόντο, Εγνατία οδός.

Ένα δεύτερο ζήτημα: αφού όλοι συμφωνούν ότι το δημογραφικό πρόβλημα στην περιοχή επιδεινώνεται ραγδαία, πρέπει να ληφθούν ορισμένα μέτρα άμεσης αποτελεσματικότητας. Η πλήρης ανάπτυξη του Παν/μίου, π.χ., χωρίς όρια κόστους, η άμεση δημιουργία ενός οικονομικού περιβάλλοντος για την προσέλκυση επενδύσεων, η άμεση μεταφορά κάποιων κρατικών βιομηχανιών, η άρδευση όλων των εκτάσεων που μπορούν να αρδευτούν, η δημιουργία υποδομών για την τουριστική αξιοποίηση όλης της Θράκης, για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε μέσα σε ελάχιστα χρόνια στο κύμα επισκεπτών που θα μας έρθει απ’ τα Βαλκάνια. Αφού όλοι αναγνωρίζουν ότι μέσα από τη νέα τραγωδία του Ελληνισμού, την προσφυγιά των Ποντίων από τις τέως Σοβιετικές Δημοκρατίες, θα μπορούσαμε να λύσουμε σχεδόν αμέσως το δημογραφικό πρόβλημα της Θράκης, χρειάζεται αυτόματη ενεργοποίηση για την εγκατάστασή τους στη Θράκη, τον πιο φιλικό ιστορικά γι’ αυτούς χώρο και τον πιο γειτονικό στην κοιτίδα τους. .

Στο επόμενο συνέδριο, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Θρακών πρέπει να είναι σε θέση να κάνει έναν θετικό απολογισμό. Εάν χρειαστεί θα μας καλέσει και ενδιάμεσα για να κινητοποιηθούμε. Έχω τυπώσει τη φράση του Θουκυδίδη, που επικαλέστηκε ο κ. Ζουράρις, ότι πρέπει να γίνουμε έθνος φονικότατον. Δεν παίρνει άλλη αναβολή η υπόθεσή μας.



ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ - ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Χρήστος Κηπουρός - Βουλευτής Εβρου
Η Θράκη, το νέο Ελληνικό κέντρο

 

Όπως συνέβη με πολλούς ιστορικούς χώρους - κρατικές οντότητες της Ανατολικής Μεσογείου, λόγω παρενεργειών που προκάλεσε κατά την απελευθέρωση τους η ανώμαλη μεν, πλην όμως ανολοκλήρωτη μέχρι σήμερα λύση του Ανατολικού ζητήματος, έτσι και στη, δική μας χώρα, μπορεί μεν η Αθήνα να έγινε η πρωτεύουσα του Ελλαδικού Κράτους με την Πελοπόννησο πρωτεύουσα της γραφειοκρατίας του, όμως, τόσο ο Αθηναϊσμός, όσο και o Πελοποννησϊασμός, έχουν πλέον κλείσει τον κύκλο τους.

Στον νέο ιστορικό κύκλο η Θράκη μπορεί να εξαρτάται από όλους εμάς, αν θα αποτελέσει ένα νέο μεγάλο και πολύμορφα ελληνικό κέντρο ιστορικό, ιδεολογικό, εθνικό, πολιτικό, πολιτισμικό ηθικό και οικoνομικό. Ιστορικό, γιατί όχι μόνο η Κωνσταντινούπολη αποτελεί θρακική πόλη, αλλά, πλήθος θρακικών πόλεων σύμφωνα με την αληθινή Βυζαντινή ιστορία ανανεώθηκαν κατά την διάρκεια της εν μέσω Αθηναϊκού και όχι πάντως ελληνικού όπως κακώς λέγεται μεσαίωνος.

Ιδεολογικό, γιατί εμείς δεν χρειάστηκε να γίνουμε σαραντάρηδες, ή πενηντάρηδες αρχηγοί κομμάτων, Πανεπιστημιακοί ή Πρυτάνεις για να ανακαλύψουμε τη Θράκη, τον Αθηναϊσμό και τον Τουρκικό επεκτατισμό.

Εδώ και πολλά χρόνια ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης ερμήνευσε όχι μόνο το εθνικό μας γίγνεσθαι αλλά ολόκληρο το Ανατολικομεσογειακό, διατυπώνοντας τους νόμους συνέχειας και αναπαραγωγής. Από αυτή τη μεγάλη διανοητική και ηθική προσπάθεια της περιοχής προέκυψε ότι η ασφάλεια και η ειρήνη στην Κύπρο και στην Ελλαδική ανατολή του Αιγαίου και της Θράκης συναντάται στο δίκαιο και ειρηνιστικό Κουρδικό απελευθερωτικό Αγώνα. Και ότι ιστορικό σχέδιο για τη Θράκη δεν σημαίνει αποσπασματισμοί, ιστοριογραφίες, κείμενα σειράς όπως ήταν το πόρισμα της διακομματικής που σήμερα πού και πού μόνο του γίνεται τρισάγιο, ένα εφάπαξ συνταξιοδότησης, πυροτεχνήματα παροξυσμοί, στερεοτυπίες ή υπεξαιρέσεις ιδεών, αλλά πρωτοβουλίες και προτάσεις ιστορικών διαστάσεων, όπως Χερσαία Δαρδανέλια, Ηλεκτροσιδηροδρομική Εγνατία, Ρωμανία, εθνική γραμμή για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ποντίων, επιστροφή στις θρακικές Σποράδες 'Ίμβρο και Τένεδο, (η γραμμή Αλεξανδρούπολη-Σαμοθράκη-Ίμβρος-Λήμνος-΄Αγιος Κωνσταντίνος αποτελεί μια αρχή), αλληλεγγύη στον Κουρδικό αγώνα και άρνηση των ιδεών του Γκάλι ή των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, αφού μια τέτοια εξέλιξη πολιτικά κυπροποιεί τη Θράκη.

Εθνικό και πολιτικό κέντρο, γιατί όλοι εμείς οι μέσα και έξω Θρακιώτες, ολόκληρη η θρακική διασπορά, εξ όλων των σημείων του ορίζοντα, οφείλουμε μέσα από ένα νέο θρακικό αγώνα να πείσουμε τους ομοεθνείς για τη θρακική προτεραιότητα.

Πολιτισμικό κέντρο: Επιστροφή της Νίκης της Σαμοθράκης στον φυσικό της χώρο που, όταν διεκδικήσουμε την επιστροφή της, δεν θα δεχθούμε τη συμπαράσταση του Τουρκικού υπουργείου πολιτισμού, όπως συνέβη με το μάρμαρα του Παρθενώνα γιατί, όπως εύκολα κανείς μπορεί να διαπιστώσεί, τόσο η Νίκη όσο και τα λεγόμενα Ελγίνεια υπήρξαν αντικείμενα φανερής ή μυστικής συναλλαγής μεταξύ Τούρκων και Σταυροφόρων πλιατσικολόγων.


'Ένα πανεπιστημιακού επιπέδου ινστιτούτο θρακολογίας (μελέτης εθνογένεσης, εθνολογίας, θρακολογίας, πομακολογίας), που θα αναλάβει ένα πρόγραμμα επαναπομακοποίησης των Πομάκων θεμελιώνει τη Θράκη ως πολιτισμικό κέντρο.

Ηθικό κέντρο, αφού όλα τα μεγάλα από τα υπαρκτά αδικήματα ασκήθηκαν εις βάρος αυτού του ιστορικού χώρου. Και ο νέος Αιώνας δεν μπορεί να μοιάσει προς τον απερχόμενο. Τον αιώνα των Ελβετικών πόλεων της Λωζάνης, της Ζυρίχης ή των Νταβός. Τον μαύρο Αιώνα της Θράκης αλλά και τον Χρυσούν αιώνα του Αθηναϊσμού, κατά τη διάρκεια του οποίου μείναμε η σκιά της Θράκης, τόσο εκτατικά και αναπτυξιακά όσο και δημογραφικά. Μόνοι μας. Σαν τη Σωτηρία Μπέλλου. Και γω δεν ξέρω αν η μεγάλη μας αυτή τραγουδίστρια έπαιξε την περιουσία της στα ζάρια, αλλά εμάς τη Θράκη σίγουρα.
Γιατί δεν είναι μόνο η Κύπρος μεγαλομάρτυρας είναι και η Θράκη. Μάλιστα προηγείται. Γιατί η Θράκη έγινε Κύπρος πριν από την Κύπρο. Ήδη από το ‘22, ο λεηλατημένος από υδάτινο πλούτο πλωτός άλλοτε ποταμός Έβρος αποτελεί μια ακόμη γραμμή Αττίλα με μόνη τη διαφορά που ο καθημάς Αττίλας αρχιτεκτονήθηκε μεταξύ Λονδίνου - Παρισίων, Νταβός και Αθηνών.

Η προδοσία της Θράκης προηγήθηκε δηλαδή της προδοσίας της Κύπρου κατά μισόν Αιώνα. Πριν δε από καθένα στρατιωτικό Αττίλα υπάρχει ένας ιδεολογικοπολιτικός. Ο ιδεολογικοπολιτικός Αττίλας της Κύπρου υπήρξε η συμφωνία της Ζυρίχης. Της Θράκης το σχέδιο ανατροπής του Ελευθερίου Βενιζέλου, που το επεξεργάσθηκε ο βασιλεύς Κωνσταντίνος στο Νταβός. Ήταν τεράστια αυτή η διαταραχή του περί δικαίου αισθήματος, που μας οδήγησε σε θεσμούς σαν τον σημερινό του παγκοσμίου συνεδρίου, στο να αφήσουμε δηλαδή το κράτος και να πάμε στο Έθνος, στην Θράκη δια της Θράκης, στην Παναγία των Θρακών. Στην επανενοποίηση και επαναθρακοποίησή μας. Στην απόκτηση του ιστορικού αιτήματος των χερσαίων Δαρδανελίων βλέποντας το ως ελαχίστη πράξη απόδοσης δικαίου και αποκατάστασης. Από το μετρό της Θράκης μέχρι το τηλεπικοινωνιακό καλώδιο σύνδεσης της Γηραιάς με την μαύρη Ήπειρο και την Ασία διαμέσου της γραμμής: Θράκη - Αιγαίο - Κρήτη - Κύπρος.

Στην παράκαμψη των θαλασσίων Δαρδανελίων εξασφαλίζοντας ασφαλή ταχύτερη και γι’ αυτό οικονομικότερη επικοινωνία της Μαύρης με την Ασπρη Θάλασσα του Αιγαίου, με παράλληλη θεμελίωση της Θράκης ως νέου οικονομικού κέντρου και ασύλληπτων διαστάσεων γεωστρατηγική και γεωοικονομική αναβάθμιση και μετεξέλιξη του Ελληνοθρακικού χώρου, σε ωραία πύλη της χώρας. Γιατί, τέλος πάντων, άλλο ωραία πύλη και άλλο υψηλή πύλη. Ιδιαίτερα σήμερα, που η κλιμακούμενη πλέον αποδιαρθρωτική αποσταθεροποιητική και ανασφαλής Τουρκική πραγματικότητα και η προηγηθείσα κατάρρευση ταυ Ανατολικού Μπλοκ πρόσφεραν μια νέα μεγάλη ευκαιρία στη Θράκη αλλά και σε ολόκληρο τον ελληνισμό.

Γι αυτό τόσο οι Θράκες όσο και οι Κύπριοι αδελφοί μας, αλλά και ολόκληρο το έθνος, οφείλει να εκφράσει την ευγνωμοσύνη και αλληλεγγύη προς τον Κουρδικό αγώνα, αντί να τρομοκρατείται και να σιωπά. Ειδικότερα οι Θράκες, που ο ιστορικός μας χώρος διαμελίστηκε, όπως ο ιστορικός χώρος του κουρδικού λαού, τον ίδιο χρόνο για τον ίδιο λόγο. Πάντως εμάς η δολοφονία του Θεόφιλου Γεωργιάδη δεν μας τρομοκρατεί, μας αναγεννά. Και για να συμβούν όλα αυτά, χρειάζεται να ανατραπούν οι υπαρκτές παρακμιακές Αθηναϊκές προτεραιότητες. Αναπτυξιακές, κοινωνικές, πολιτικές, τηλεοπτικές.

Ειδικότερα για την χρόνια περιφρόνηση της Θράκης, η Αθήνα οφείλει να ζητήσει μια έντιμη ειλικρινή και μεγάλη συγγνώμη από τον θρακικό Ελληνισμό και για να μη έχουμε μεταμορφισμούς, έμπρακτα αυτό σημαίνει να μη υποθηκευθεί άλλο το ήδη βεβαρημένο μέλλον της Θράκης με νέα ένοχα φιλιά, νέα Αθηναϊκά ή περιαθηναϊκά μεγάλα έργα, νέα ανεργία, νέα μετανάστευση, νέα παρακμή. Σημαίνει να αρχίσουν τα χερσαία Δαρδανέλια. Γι’ αυτό η Θράκη θέλει αγώνα.


Κωνσταντίνος Α. Τσιούμης - Διδάκτορας Ιστορίας
Ηγεσία και προσωπικότητα στη Μουσουλμανική Μειονότητα της Δυτικής Θράκης την περίοδο του Μεσοπολέμου (1923-1940)


Μετά από την ένταξη της Δυτικής Θράκης στον ελληνικό χώρο (1920) και μετά από την ανταλλαγή των πληθυσμών (1923), το μουσουλμανικό στοιχείο, που παρέμεινε στην περιοχή αυτή, πέρασε αναγκαστικά από τον ρόλο της ιθύνουσας τάξης στον ρόλο μίας θρησκευτικής μειονότητας σ’ ένα χριστιανικό κράτος. H μουσουλμανική μειονότητα της Δ. Θράκης αναγνωρίστηκε ως θρησκευτική μειονότητα από τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης, μετά από αίτημα της ίδιας της Τουρκίας (1) και ως τέτοια μειονότητα προστατεύθηκε από το καθεστώς των άρθρων 37-44 της ίδιας συνθήκης, στη βάση της αρχής της αμοιβαιότητας προς την ελληνορθόδοξη μειονότητα της Κωνσταντινούπολης.

Αίτημα των καιρών, με βάση τις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν, ήταν η ανάδειξη μιας ηγεσίας η οποία να μη βασίζεται πια μόνο στην πολιτική ή την οικονομική εξουσία, αλλά θα μπορούσε να λειτουργεί βασικά ως θεματοφύλακας των δικαιωμάτων της μειονότητας. Οι ιστορικές συνθήκες, που διαμορφώθηκαν τη δεκαπενταετία πριν από τη Συνθήκη της Λωζάνης, αλλά και μετά από αυτήν, οδήγησαν στην ανάδειξη κάποιων ηγετικών προσωπικοτήτων, που έπαιξαν έναν λιγότερο ή περισσότερο σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις αυτής της εποχής.

Η ανάδειξη προσωπικοτήτων έγινε σταδιακά. Η οργάνωση της οθωμανικής κοινωνίας. Έως και τις αρχές του 20ού αιώνα, δεν είχε επιτρέψει την ανάπτυξη κοινωνικών διεργασιών, που θα βοηθούσαν στην ανάδειξη πολλών προσωπικοτήτων με ισχυρό κοινωνικό έρεισμα. Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη ομοιογένειας της μειονότητας ήταν ανασταλτικός παράγοντας προς την κατεύθυνση αυτή.(2). Η μουσουλμανική μειονότητα της Δ. Θράκης αποτελούταν από τρεις διαφορετικές φυλετικές ομάδες: τους χαρακτηριζόμενους ως τουρκογενείς, τους Πομάκους και τους Αθίγγανους, ομάδες με διαφορετικά φυλετικά, γλωσσικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Ο παραδοσιακός θρησκευτικός χαρακτήρας της μειονότητας τη διαφοροποιούσε από τη νέα τουρκική εθνικιστική αντίληψη. H Τουρκία, όμως, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στοιχεία, είχε εντάξει ήδη από το 1920 στα σχέδια της τη Δ. Θράκη (3). Η εμφάνιση μάλιστα στους κόλπους της μειονότητας της πρώτης δυναμικής ομάδας των εθνικιστών, που, με τη βοήθεια του τουρκικού προξενείου και του συνόλου της τουρκικής διπλωματίας, επιζητούσε να προσεταιριστεί τα μέλη της μειονότητας στον νέο τουρκικό εθνικισμό, περιέπλεξε την κατάσταση. Η προσπάθεια της τουρκικής εθνικιστικής ηγεσίας να προσεταιριστεί τη μειονότητα, δημιούργησε τη διαμάχη νεωτεριστών και παλαιομουσουλμάνων, για την επικράτηση των ιδεών τους στον χώρο της μειονότητας. Η αντιπαράθεση των δύο μερίδων, για τον έλεγχο της μειονότητας, διαπότισε τη ζωή της μειονότητας για τις επόμενες δεκαετίες και έγινε αιτία μεγάλης οξύτητας (4).

Στην πρώτη φάση, που ακολούθησε τη Συνθήκη της Λωζάνης, οι ηγετικές προσωπικότητες, οι οποίες αναδείχθηκαν, στήριζαν την επιρροή τους στη θρησκευτική τους ιδιότητα και στη συμμετοχή τους στις ζυμώσεις που προηγήθηκαν από τη Συνθήκη της Λωζάνης. Οι πιο προσβεβλημένες προσωπικότητες ήταν ο Hafiz Sali Memetoglu και ο Hafiz Ali Galip Osman Οglu. Ο Ηafιz Sali Memetoglu, παλαιομουσουλμάνος ηγέτης, μετριοπαθής στη συμπεριφορά του, είχε διατελέσει πρόεδρος της (5), η οποία λειτούργησε για 55 μέρες μετά από την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, το 1913. Υπήρξε επίσης μέλος του Ανώτατου Διοικητικού Συμβουλίου, κατά την περίοδο της Διασυμμαχικής κατοχής της Δ. Θράκης (1919-1920) (6). ΄Ανθρωπος που έτρεφε συμπάθεια προς την ελληνική διοίκηση, ήταν αυτός που είχε στηρίξει με τη λευκή ψήφο του την εκλογή του Εμμ. Δουλά ως Προέδρου του Ανωτάτου διοικητικού Συμβουλίου. Διετέλεσε πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής Μουσουλμανικών Περιουσίων Κομοτηνής, στη δεκαετία του ‘20 και γερουσιαστής του Κόμματος των Φιλελευθέρων, από το 1929 ως τον θάνατό του, το 1934 (7). Η μετριοπάθεια και η διαλλακτικότητα του συνέβαλαν στο να χαίρει της εμπιστοσύνης όλης της τοπικής κοινωνίας, Χριστιανών και Μουσουλμάνων, και να είναι ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες της παλαιομουσουλμανικής πτέρυγας. Η επιρροή του ήταν αυτή που, όπως προκύπτει από την αρχειακή ερευνά, τον έθεσε από πολύ νωρίς στο στόχαστρο των εθνικιστών Μουσουλμάνων της Δ. Θράκης (8). Υπήρξε σταθερά υποστηρικτής των θρησκευτικών μουσουλμανικών αξίων, ιδρυτικό μέλος και Πρόεδρος της Ένωσης Μουσουλμάνων Ελλάδος, η οποία ιδρύθηκε το 1932 (9).

Ο Hafiz Ali Galip Osman Oglu, Πομάκος στην καταγωγή, μεγαλοκτηματίας και δάσκαλος στο ιεροσπουδαστήριο της Κομοτηνής, υπήρξε μέλος και από τα ηγετικά στελέχη της , Δήμαρχος της Κομοτηνής την περίοδο της Διασυμμαχικής κατοχής, μέλος της επαναστατικής κυβέρνησης της Θράκης, την περίοδο 1920-1923, και ακόμη μέλος της . Ο Hafiz Αli Galip υπήρξε αναμφίβολα η κορυφαία προσωπικότητα της μειονότητας στον χώρο της πολιτικής. Εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής με τους φιλελεύθερους το 1920 και στη συνέχεια, το 1928, το 1932, το 1933 κι το 1936. Προσωπικότητα με μεγάλη επιρροή στην κοινωνία της μειονότητας, εκλεγόταν πάντα στην πρώτη θέση του συνδυασμού στον οποίο συμμετείχε. Οι επίσημες τοποθετήσεις του δείχνουν σαφή παλαιομουσουλμανική θέση, όμως ο Hafiz Ali Galip, αν και ήταν φεσοφόρος, δεν φαίνεται να αντιμετώπιζε αρνητικά τις κεμαλικές νεωτεριστικές μεταρρυθμίσεις (11). 'Έγγραφο παλαιού παράγοντα της Γενικής Διοίκησης Θράκης προς τον Βενιζέλο, το 1928 (12), παρουσιάζει τον Μουσουλμάνο πολιτικό, ως άνθρωπο που εξελέγη το 1926 με τη βοήθεια του τουρκικού προξενείου, ως το πρόσωπο εκείνο που κατήγγειλε την ελληνική κυβέρνηση για καταπίεση της μειονότητας κατά την έρευνα της Κοινωνίας των Εθνών στη Δυτική Θράκη, το 1925, υπαινίσσεται μάλιστα και τη συγγένεια του Galip με τον Mehmet Hilmi. Αν και κάποια υποκειμενικότητα στην περίπτωση αυτή δεν αποκλείεται, η ύπαρξη σχέσεων του Galip με το τουρκικό προξενείο πρέπει να θεωρηθεί αρκετά πιθανή. Στην κατεύθυνση αυτή συνηγορούν κυρίως η συμμετοχή του στην επαναστατική κυβέρνηση της Οργάνης, για την οποία άλλωστε καταδικάστηκε (13), η συμμετοχή του στην και η συγγενική σχέση του με τον Osman Nuri. Αξιοσημείωτο είναι, ότι ο Haliz Ali Galip εξορίστηκε κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Βουλγαρικής Κατοχής (1941-1944) στη Βουλγαρία, ως κεμαλιστής, συνεργάστηκε μετά τον πόλεμο φανερά με τους νεωτεριστές (14) και οι γιοι του Selahaddin και Sebahaddin υπήρξαν αργότερα από τους γνωστότερους εθνικιστές της Δ. Θράκης (15).

Μία δεύτερη ομάδα προσωπικοτήτων αναδείχθηκε μέσα από την αντιπαράθεση της παλαιομουσουλμανικής μερίδας, που αποτελούσε την πλειοψηφία της μειονότητας, με τους νεωτεριστές - κεμαλιστές. Οι γνωστότεροι ηγέτες αυτής της διαμάχης είναι ο Mustafa Sabri κι o Mehmet Hilmi. Ο Μ. Sabri υπήρξε ο τελευταίος θρησκευτικός ηγέτης (Seih - ul - Islam) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κυνηγημένος και ανεπιθύμητος από την Τουρκία εγκαταστάθηκε στη Δ. Θράκη. Εκεί, λόγω του αξιώματος του και της προσωπικότητάς του, αναδείχθηκε σε ηγετική προσωπικότητα, χωρίς να κατέχει κάποιο δημόσιο αξίωμα πέρα από αυτό του ιερέα. Μαζί με τον γιο του και τον γαμπρό του Ali Basri, Πρόεδρο της Δ.Ε.Μ.Π. Ξάνθης, ίδρυσαν την εφημερίδα Yarin (Αύριο) και αργότερα την Peyam-i-Islam (Τα νέα του Ισλάμ), με στόχο την υπεράσπιση των παραδοσιακών μουσουλμανικών άξιων και την καταπολέμηση του Κεμαλισμού. Οι σχέσεις του με τους αξιωματούχους της μειονότητας βοήθησαν το έργο του. Εξαιτίας της απήχησης των ιδεών που εξέφραζε ο Sabri, του δυναμικού τρόπου με τον οποίο τις υπερασπιζόταν μέσα από τις εφημερίδες στις οποίες αρθρογραφούσε και της γενικότερης αντικεμαλικής δράσης του, το Τουρκικό Προξενείο και η Τουρκική Πρεσβεία της Αθήνας είχαν αρχίσει, από το 1926, να ζητούν την απέλαση του (16). Μετά μάλιστα από έντονες τουρκικές πιέσεις, αποφασίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση, στα τέλη του 1927, ο εκτοπισμός του Mustafa Sabri στη Λαμία ή σε άλλο μέρος της Ελλάδας. Η απόφαση όμως αυτή δεν υλοποιήθηκε ( 17). Η απέλασή του πραγματοποιήθηκε τελικά τον Απρίλιο του 1931, μετά από τη σύναψη του Ελληνοτουρκικού Σύμφωνου Φιλίας και ύστερα από σχετικό αίτημα της Τουρκίας και η αποχώρηση του δημιούργησε σημαντικό κενό στους κόλπους της παλαιομουσουλμανικής μερίδας της μειονότητας (18).

Ο Mehmet Hίlmi, δάσκαλος στο επάγγελμα, υπήρξε, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, ο άνθρωπος που έβαλε τις βάσεις για την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού στη Δ. Θράκη. Ο δυναμικός εθνικιστής δάσκαλος ίδρυσε το 1924 την εφημερίδα Yeni Ziya (Νέο Φως), μέσα από την οποία προσπαθούσε να μεταδώσει στον πληθυσμό τις τουρκικές εθνικιστικές αρχές, εξαπολύοντας μύδρους κατά της ελληνικής διοίκησης. Φυλακίστηκε και εξορίστηκε για δράση υπονομευτική της εθνικής ασφάλειας. Μετά την επιστροφή του από την εξορία, κυκλοφόρησε την εφημερίδα Yeni Υοl (Νέος Δρόμoς), η οποία απαγορεύθηκε για τους ίδιους λόγους. Στα τέλη του 1926, κυκλοφόρησε την εφημερίδα Yeni Αdim (= Το νέο μου όνομα), η οποία έγινε η εφημερίδα - σύμβολο του τουρκικού εθνικισμού, με απήχηση στον χώρο της μειονότητας (19). Η Yeni Αdim ακολούθησε την ίδια γραμμή οξύτητας με τις προηγούμενες εφημερίδες του Hilmi, με καταγγελίες κατά της ελληνικής διοίκησης και της παλαιομουσουλμανικής ηγεσίας, για υποβάθμιση των όρων ζωής της μειονότητας (20).

Η σύνδεση του Mehmet Hilmi με το τουρκικό προξενείο και την τουρκική πρεσβεία της Αθήνας, η συνεργασία του και η στήριξη του από αυτούς, αποδεικνύεται από τη μελέτη του αρχειακού υλικού (21). Πέρα από την προσωπική του δράση στα χώρια της περιοχής της Ξάνθης, ο Ηilmi ίδρυσε το 1927 και το 1928 στην Ξάνθη και την Κομοτηνή τις , οργανώσεις που προσέφεραν με την πολιτιστική τους δράση σημαντικό έργο στην κατεύθυνση της αφομοίωσης των κεμαλικων μεταρρυθμίσεων και άσκησαν παράλληλα σημαντικό προπαγανδιστικό έργο (22). Από τον στενό κύκλο του Hilmi και τις Ενώσεις Τούρκων Νέων, αναδείχθηκαν προσωπικότητες των επομένων δεκαετιών, όπως ο Osman Nuri, εκδότης της εφημερίδας Trakya (Θράκη) και αργότερα βουλευτής και Πρόεδρος της Δ.Ε.Μ.Π. μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ο Ibrahim Demir Serdarzade, Πρόεδρος της Ένωσης Τούρκων Νέων της Ξάνθης, εκδότης της Yeni Yol και της Cumhuriyet και βουλευτής το 1933, ο οποίος, αμέσως μετά την εκλογή του, μεταπήδησε στο Λαϊκό Κόμμα (23).

Με αυτόν τον κύκλο σχετίζεται και o Ismail Sadιk Sehap (Ustuη), ο οποίος αναδείχθηκε μέσα από τον χώρο της εκπαίδευσης και του τύπου. Εξέδωσε το 1933 την εφημερίδα Ulku (Ιδανικό), την αυθεντικότερη διάδοχο του πνεύματος της Yeni Adim (24). Η εφημερίδα αυτή ακολούθησε τη σκληρή στάση απέναντι στις ελληνικές αρχές, την οποία είχε υιοθετήσει και η Υeni Adim και φαίνεται πως είχε σημαντική απήχηση στη μειονότητα, αφού ήταν αυτή που στήριξε την εκλογή του Hatip Yusuf Sali Oglu στη Γερουσία, το 1934 (25). Ο Ismail Sadιk, ο οποίος είχε σημαντική παρέμβαση και στον χώρο της εκπαίδευσης είναι, κατά μία εκδοχή (26), ο ιδρυτής του πρώτου οργανωμένου νεωτεριστικού σχολείου στη Χρύσα.

Αμεση σχέση με τη διαδικασία της διαμάχης στο εσωτερικό της μειονότητας έχει και η τρίτη ομάδα προσωπικοτήτων, που αναδείχθηκαν μέσα από την ανάμιξη τους στον πολιτικό στίβο. Σε αυτήν την ομάδα συγκαταλέγονται προσωπικότητες, όπως ο Hasan Aga Zade Mustafa, ο Ηatip Yusuf Sali Oglu, o Hamdi Huseyin Fehmi και ο Mumci Niazi. Ο Hasan Aga Zade Mustafa εκλέχθηκε βουλευτής το 1926, το 1932 και το 1933, πάντα με το Κόμμα Φιλελευθέρων, συγκεντρώνοντας υψηλό ποσοστό προτιμήσεων. Η επίσημη στάση του έδειχνε παλαιομουσουλμανική τοποθέτηση, γι’ αυτό και έχει χαρακτηριστεί, από πρόσφατη μελέτη, ως μετριοπαθής παλαιομουσουλμάνος (27). Από την έρευνα του αρχειακού υλικού, ωστόσο, προκύπτει ότι ήταν φίλα προσκείμενος προς τους κεμαλιστές και τους στήριζε στη δράση τους (28). Είναι πιθανό, ότι γι’ αυτόν τον λόγο δεν συμμετείχε στις εκλογές του 1926, οι οποίες, όπως προκύπτει από το αρχειακό υλικό, έλαβαν χαρακτήρα αντιπαράθεσης νεωτεριστών και παλαιομουσουλμάνων (29). Το 1929 συμμετείχε στις γερουσιαστικές εκλογές ως ανεξάρτητος και επανήλθε το 1932, όταν οι όροι του παιχνιδιού είχαν αλλάξει.

Ο Hatip Yusuf Sali Oglu ήταν από τα σημαίνοντα στελέχη του νεωτεριστικού χώρου. Υπήρξε υποψήφιος το 1928, με τον συνδυασμό των Ανεξάρτητων Αγροτικών, ο οποίος, όπως φαίνεται από τις ενδείξεις που έχουμε, αποτέλεσε τον συνδυασμό των νεωτεριστών (30). Εκλέχθηκε βουλευτής το 1932 με το Κόμμα Φιλελευθέρων, αποχώρησε από τον φιλελεύθερο χώρο και εντάχθηκε στο Λαϊκό Κόμμα, με το οποίο εκλέχθηκε γερουσιαστής το 1934 και βουλευτής το 1935. Η εκλογή του Sali Oglu το 1934, με την υποστήριξη της εφημερίδας Ulku (31), θεωρείται η πρώτη καθαρή νίκη των νεωτεριστών. Ο Hatip Υusul Sali Oglu θεωρείται ο ηγέτης της νεωτεριστικής πτέρυγας στον χώρο της πολιτικής κατά την δεκαετία του ‘30 (32). Δεν αποκλείεται η ένταξη του Sali Oglu και του Serdarzade να ήταν ένας από τους παράγοντες που επηρέασε στη στήριξη του Λαϊκού Κόμματος προς τους νεωτεριστές για λόγους εξασφάλισης κυρίως εκλογικής πελατείας (33). Αξίζει να σημειωθεί ότι o Sali Oglu είναι ο πατέρας του Hassan Hatiρog1u, μετέπειτα βουλευτή και εκδότη επί σειρά ετών της εφημερίδος Akin (34). Ο Hatipoglu υπήρξε από τους κορυφαίους εκπροσώπους του τουρκικού εθνικισμού μετά τον πόλεμο και στήριξε για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα τον Ahmet Sadik.

Ο καπνέμπορος Hamdi Fehmi, Πομάκος στην καταγωγή, ήταν από τα σημαίνοντα στελέχη της νεωτεριστικής πτέρυγας. Το 1931 εξέδωσε μαζί με τον Osman Nuri την εφημερίδα Milliyet (Έθνος), την έκδοση της οποίας συνέχισε μόνος του μετά από την αποχώρηση του Nuri (35). Πολιτεύθηκε για πρώτη φορά το 1932 επικεφαλής αμιγούς πομακικού συνδυασμού. Εκλέχθηκε βουλευτής το 1935 και το 1936 με το Λαϊκό Κόμμα και υπήρξε Πρόεδρος της Δ.Ε.Μ.Π. από το 1935 ως το 1942. Θεωρείται το πρόσωπο, από το οποίο ξεκίνησε η προσχώρηση των Πομάκων της Ξάνθης στον κεμαλικό εθνικισμό (36). Υπήρξε αντιφατική προσωπικότητα. Ήταν βουλγαρόφιλος κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής, αμέσως μετά τον πόλεμο στήριξε τις ελληνικές διεκδικήσεις σε βάρος της Βουλγαρίας, την περίοδο 1953-1955 προέβαινε διαρκώς σε καταγγελίες για καταπίεση της μειονότητας και υπήρξε από τους υποκινητές της αρθρογραφίας του τουρκικού τύπου για τη Δ. Θράκη, για να καταλήξει ηγέτης της φιλελληνικής πτέρυγας της μειονότητας (37). Ο γιος του Sefkez διετέλεσε μετά το 1967 Πρόεδρος της Δ.Ε.Μ.Π.

Ο Mumci Niazi, Πομάκος στην καταγωγή, εκλέχθηκε βουλευτής με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, το 1928. Πολιτεύθηκε το 1932 και το 1933 χωρίς να εκλεγεί και, αλλάζοντας τοποθέτηση, εκλέχθηκε το 1935 με το Λαϊκό Κόμμα. Ήταν φανατικός παλαιομουσουλμάνος και υπερασπιστής των συμφερόντων της μειονότητας, ιδιαίτερα των Πομάκων, στους οποίους είχε μεγάλη επιρροή (38). Η τοποθέτησή του, πάντως, αυτή δεν τον εμπόδισε να συνεργαστεί το 1936 με τον νεωτεριστή Hamdi Huseyin Fehmi, με στόχο την ευρύτερη δυνατή νίκη της αντιβενιζελικής παράταξης. Αργότερα έγινε πρόεδρος της Δ.ΕΜ.Π. Ξάνθης (1948-1950) και υπήρξε επικεφαλής του παλαιομουσουλμανικού ψηφοδελτίου για τη Δ.Ε.Μ.Π. το 1950, χωρίς όμως να εκλεγεί (39).

Με βάση όσα πολύ σύντομα εκτέθηκαν παραπάνω, μπορεί να εξαχθεί μία σειρά συμπερασμάτων. Παράγοντες όπως η καταγωγή, το ιερατικό σχήμα, το ιστορικό παρελθόν, η κοινωνική δράση, η δράση για τα δικαιώματα του μουσουλμανικού πληθυσμού, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάδειξη των προσωπικοτήτων στον χώρο της μειονότητας. O Τύπος, σημαντικότερο μέσο για τη διάδοση των ιδεών, ήταν ο μηχανισμός που είχε την πρωτοκαθεδρία στη διαδικασία αυτή. Η οικονομική ισχύς ήταν επίσης από τους σημαντικότερους παράγοντες στην ανάδειξη προσώπων, ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους τοποθέτηση (40). Το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος των κοινωνικά προσβεβλημένων προσώπων ανήκε στην τάξη των μεγαλοκτηματιών και των εμπόρων, δείχνει τον ρόλο της οικονομικής δύναμης στην κοινωνική καταξίωση και την πολιτική επιρροή. Η κατοχή των ανωτέρων διοικητικών αξιωμάτων από την ισχυρή, αριθμητικά, παλαιομουσουλμανική μερίδα, περιόριζε το ενδιαφέρον της μόνο στη διαχείριση, και με αυταρχικό πολλές φορές τρόπο, της εξουσίας και όχι στη διατήρηση του λαϊκού ερείσματός της (41). Οι νεωτεριστές, από την άλλη πλευρά, οι οποίοι ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την αύξηση της επιρροής τους, χρησιμοποίησαν τη θέση της σκληρής αντιπολίτευσης αλλά και κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, για να επιτύχουν τους στόχους τους (42).

Οι παλαιομουσουλμανοι ηγέτες, όπως ο Memetoglou και ο Galip, αλλά και ορισμένοι μουφτήδες και μουσουλμάνοι προύχοντες ήταν ή μετριοπαθείς στη συμπεριφορά τους ή ανεκτικοί έως φιλικοί προς τους νεωτεριστές, για λόγους προσωπικούς, οικογενειακούς, αλλά και πελατειακών σχέσεων. Η σαφής και πολύπλευρη στήριξη του τουρκικού προξενείου προς τους νεωτεριστές βοήθησε την ανάπτυξή τους, αλλά επηρέασε και μετριοπαθείς παλαιομουσουλμάνους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να αγνοήσουν τους ιστορικούς δεσμούς, αλλά και τις πολύπλευρες εξαρτήσεις, οικονομικές και μη, που τους συνέδεαν με τον πόλο εξουσίας, που ονομαζόταν τουρκικό προξενείο.

Η ελληνική πολιτική ηγεσία δεν αντιμετώπισε το ζήτημα της μουσουλμανικής μειονότητας με έναν σαφώς σχεδιασμένο τρόπο και τους ηγήτορές της με ενιαία λογική. Έτσι, είχε συνεργασία με τους παλαιομουσουλμάνους πολιτικούς Memetoglu, Galip και Niazi Mumci αλλά και τoυς νεωτεριστές Hasan Aga Zade Mustafa, Ibrahim Demir Serdarzade, Hatip Yusul Sali Oglu και Hamdi Huseyin Fehmi, για κομματικούς και για γενικότερους εκλογικούς λόγους, χωρίς να λαμβάνει, όπως φαίνεται, σοβαρά υπόψη, ποιοί ήταν και ποιούς σκοπούς εξυπηρετούσαν. Η στάση αυτή ευνόησε τις μετακινήσεις βουλευτών από κόμμα σε κόμμα, για λόγους προσωπικού, παραταξιακού ή γενικότερου οφέλους, τακτική που έγινε θεσμός στον χώρο της μειονότητας (43).

Οι κυβερνήσεις του βενιζελικού χώρου, της περιόδου 1924-1932, παρά την επίσημη γραμμή της ουδετερότητας που είχαν χαράξει, δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν το θέμα με ενιαίο τρόπο. Έτσι, εξόρισαν σε κάποια φάση τον Mehmet Hilmi, γεγονός που τον ανέβασε στα μάτια του κόσμου, ενώ στη συνέχεια υπήρξαν υπερβολικά ανεκτικές απέναντι στις οργανώσεις του. Παρά το γεγονός ότι στηρίζονταν εκλογικά στους παλαιομουσουλμάνους, τους οποίους τοποθετούσαν στα ανώτερα διοικητικά αξιώματα της μειονότητας, απέλασαν το 1931 την ηγεσία τους, χωρίς ουσιαστική αντιπαροχή (44). Ο φόβος των αντιδράσεων της Τουρκίας οδήγησε τις ελληνικές κυβερνήσεις στην αποχή από την ανάληψη πρωτοβουλιών, οι οποίες θα μπορούσαν να περιφρουρήσουν και τα συμφέροντα της μειονότητας, αλλά και του ελληνικού κράτους. Έτσι, η πραγματικότητα που διαμορφώθηκε κατά τη δεκαετία του ‘30, με την απέλαση των παλαιομουσουλμάνων φυγάδων και την υποστήριξη αργότερα των νεωτεριστών από το Λαϊκό Κόμμα, διαμόρφωσε ένα ευνοϊκό πλαίσιο για την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού. Οι δυνατότητες, οι οποίες υπήρξαν, αξιοποιήθηκαν από τους νεωτεριστές, ενώ οι παλαιομουσουλμάνοι έκαναν καιρό να ανασυνταχθούν.

Οι ηγήτορες της νεωτερίστικης πτέρυγας συνέχισαν το έργο τους και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στηριγμένοι, μεταξύ των άλλων, τόσο στις ευνοϊκές συνθήκες που διαμορφώθηκαν όσο και στις οικογενειακές τους σχέσεις με κορυφαίους παράγοντες της μεσοπολεμικής περιόδου. Το στοιχείο της οικογενειακής προέλευσης φαίνεται μάλιστα ότι αποτελεί και παράγοντα ανάδειξης, αλλά και μοχλό συνέχειας της πολιτικής στον χώρο της μειονότητας.
Το ζήτημα της ανάδειξης προσωπικοτήτων, αλλά και του πραγματικού τους ρόλου στα πλαίσια της μειονότητας, πρέπει να αναλυθεί ευρύτερα, στα πλαίσια της προσπάθειας κατανόησης, αλλά και μελλοντικής αντιμετώπισης του μειονοτικού ζητήματος.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Ν. Σαρρής: Η Μουσουλμανική Μειονότητα της Δ. Θράκης και η πολιτική της Τουρκίας, Ελλοπία, 2, Καλοκαίρι 1990, σελ.26-.
(2) Η ανάδειξη προσωπικοτήτων με επιρροή στο σύνολο της μειονότητας ήταν δυσχερής, εξαιτίας των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των ομάδων που την συναποτελούσαν. Είναι π.χ. χαρακτηριστικό, ότι κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, οι Πομάκοι στήριζαν εκλογικά σχεδόν αποκλειστικά τους δικούς τους υποφηφίους. Σχετικά με την ψήφο των Πομάκων, Ν. Mavrogordatos , Un. of California Press, Berkeley 1983, σελ 246.
(3) Βλ. άρθρο 5 του Εθνικού Συμφώνου του Μustafa Kemal σε Αλ. Αλεξανδρή , σέ >>ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ 1923-1987>>, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1968,σελ.94.
(4) Σχετικά βλ. Κωνσταντίνος Τσιούμης . Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη 1994, σελ.127-129.
(5) Για τη , βλ. ενδεικτικά Cegiz Orhollu , μεταφρ. σέ Βαλκανική Βιβλιογραφία, τ. 6, , σελ.24-27. Ahmet Aydinli , μτφρ. σε Βαλκανική Βιβλιογραφία, 1, 1973, σελ.365, Π. Γεωργαντζή , Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Ξάνθης, Ξάνθη 1993, σελ.119-136, Κ. Βακαλόπουλος , εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1990, σελ.280, Σ. Μηναίδης , Θρακική Επετηρίδα, τ. Ε΄, Κομοτηνή 1964, σελ.113-114.
(6) Για τα γεγονότα αυτής της περιόδου και για τη στάση του Memetog1υ, σημαντικά στοιχεία υπάρχουν σε Κ. Παπαθανάση - Μουσιοπούλου , Αθήνα 1975.
(7) Α.Υ.E./B37/1929, Μουφτήδες και Πρόεδροι Μουσουλμανικών Κοινοτήτων προς Γεν της Εθνικής Ιδέας των Τούρκων 1985-1991. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Αθήνα 1992, σελ.51.
(10) Για την ιστορική πορεία του Gαlip βλ Κ. Τσιούμης, ό.π., σελ. 188.
(11) Ηλ. Νικολακόπουλος , Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, Τόμος Η΄, Αθήνα 1990-1991, σελ.200.
(12) ΜΜΑΕΒ/173/224, Δημητριάδης προς Βενιζέλο, Κομοτηνή 12.7.1928.
(13) Στο θέμα αυτό αναφέρεται και η επιστολή Δημητριάδη, ό.π., αλλά και ο Ηλ. Νικολακόπουλος, ό.π., σελ 200.
(14) Για τη δράση του Galip κατά την περίοδο αυτή Ηλ. Νικολακόπουλος, ό.π., σελ. 165-192.
(15) Αλ. Αλεξανδρής, , σε , Εκδ. Γνώση, Αθήνα 1986, σελ.525.
(16) Κ. Τσιούμης, ό.π., σελ.125-126, Ν. Σαρρης . εκδ. Γόρδιος, Αθήνα 1992, σελ. 493-496.
(17) A.Υ.E./A2ΙΙ/1928. Σημείωμα 20.7.1928
(18) Σχετικά με την περίοδο μετά την απέλαση της παλαιομουσουλμανικής ηγεσίας των φυγάδων ΜΜΑΕΒ/173/251. Έκθεση Στυλιανόπουλου προς Βενιζέλο, Αθήναι 1.7.1931.
(19) S. Υildiz (Ο Μεχμέτ Χιλμί, που άναψε τη φλόγα του τουρκικού εθνικισμού στη Δυτική Θράκη και ο τουρκικός τύπος στη Δυτική Θράκη). Turk ΚυΙtυιιι, 14, 1976, s. 147-152 μεταφρ. σε ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ , V, 1976, σελ. 375.
(20) Κ. Τσιούμης, ό.π., σελ 139-141.
(21) Α.Υ.Ε/Β28/1927-1928, Γενικός Διοικητής Θράκης προς ΥΠ. ΕΞ. τμήμα διοικητικόν αρ. πρ. 7563. Κομοτηνή, 22.5.1927 και ΜΜΑΕΒ/173/53, έκθεση Στυλιανόπουλου προς Βενιζέλο, Αθήναι 11.10.1929.
(22) ΜΜΑΕΒ/173/153, έκθεση Στυλιανόπουλου προς Βενιζέλο, Αθήναι 11.10.1929.
(23) Ν. Βούρος, , Αθήνα 1948, σελ.300.
(24) S. Yildiz. ό.π., σ. 147-152 μετάφρ. σέ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, V, 1976, ΣΕΛ 377.
(25) S. YILDIΖ. ό.π, σελ. 377.
(26) Αλ. Αλεξανδρής , σελ 95.
(27) Ηλ. Νικολακόπουλος, ό.π., σελ 200.
(28) Α.Υ.Ε./Β37/1929. Μουφτεία Κομοτηνής προς Πρόεδρον της Βουλής, αρ. πρ.4565, Κομοτηνή 14.3.1928.
(29) Κ. Τσιούμης, ό.π., σελ. 185.
(30) ΜΜΑΕΒ/173/225, Σημείωμα Μουσουλμάνων Βουλευτών προς Βενιζέλο, Αθήναι 25.10.1928
(31) S. Yildiz, ό.π., σ. 147-152 μεταφρ. σέ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, V, 1976. Σελ.377.
(32) ΗΛ. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., Σελ. 180-184
(33) ΜΜΑΕΒ/173/402, Μουσουλμάνοι κάτοικοι προς Βενιζέλο κ.α., Κομοτηνή 17.3.1934.
(34) Ηλ. Νικολακόπουλος, ό.π, σελ 202.
(35) Αναστάσιος Ιορδάνογλου , Βαλκανικά Σύμμεικτα, τεύχ. 3, 1989, σελ.223.
(36) G. Mavrogordatos , Univ. of California Press, Berkeley 1983, σελ.245-246.
(37) Hλ Νικoλακόπoυλος, ό.π., σελ. 203
(38) Κ Τσιούμης. ό.π., σελ.193
(39) Για την πορεία του Mumci Niazi μετά τον πόλεμο βλ. Ηλ. Νικολακόπουλος, ό.π., σελ 202.
(40) Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι στις προσωπικότητες αυτής της περιόδου συγκαταλέγονται, τόσο ο παλαιομουσουλμάνος μεγαλοκτηματίας Hafiz Ali Galip όσο και ο μεγαλέμπορος καπνού Hamdi Huseyin Fehmi, στέλεχος της νεωτερίστικης πτέρυγας.
(41) Σχετικά με τη στάση της παλαιομουσουλμανικής ηγεσίας βλ. Κ. Τσιούμης, ό.π., σελ. 127-129.
(42) Για τη στάση της νεωτερίστικης πτέρυγας, βλ. Κ. Τσιούμης, ό.π., σελ. 130-132
(43) Τέτοια είναι η περίπτωση του Osman Nuri, αλλά και του Hasan Hatipoglu, ο οποίος το 1965 στήριξε την κυβέρνηση Στεφανόπουλου, έναντι ανταλλαγμάτων για τη μειονότητα. Αλ. Αλεξανδρής, ό.π., σελ.525.
(44) Για το ζήτημα της απέλασης των παλαιομουσουλμάνων βλ. Κ. Τσιούμης, ό.π., σελ. 209-221.




Ιφιγένεια Βαμβακίδου - Ερευνήτρια, Ιστορικός
Ιστορική προσέγγιση εικαστικών έργων που απεικονίζουν Θράκες ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821


Walter Benjamin, Δοκίμια για την τέχνη, Αθήνα. 1978, σ 72.


Η παρέμβαση μου εντάσσεται στα πλαίσια ιστορικής έρευνας που έχω αναλάβει, για την καταγραφή και ιστορική ανάλυση των εικαστικών έργων, που έχουν εμπνευσθεί από τους εθνικούς αγώνες των Θρακών κατά τη Νεοελληνική Ιστορία.

Στόχος της έρευνας αυτής, που υπάγεται στο ευρύτερο ερευνητικό και διδακτικό έργο του καθηγητή κ. Κ. Βακαλόπουλου για την Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, είναι η άμεση προβολή της τοπικής Ιστορίας (Local History) (1) της Θράκης, μέσω των εικαστικών μαρτυριών, που έχουν φιλοτεχνηθεί γι’ αυτήν. Μας απασχολεί η εικαστική διηγηματική μορφή της Ιστορίας, που έχει συλληφθεί από πρόθεση και μέσα σε συγκεκριμένη διδακτική. Τα έργα που έχουμε ήδη (2) καταγράψει ανήκουν σε πέντε κατηγορίες: α) δημόσια μνημειακή γλυπτική (όπως ο ανδριάντας του Κυρίλλου ΣΤ' στην Ορεστιάδα, οι προτομές των Βιζβίζηδων στην Αλεξανδρούπολη), β) λαϊκές λιθογραφίες τυπωμένες στην Ελλάδα και στην Ευρώπη (όπως η λαϊκή λιθογραφία, με θέμα του απαγχονισμό του Κυρίλλου ΣΤ', που κυκλοφορούσε το 1920 στην Αδριανούπολη), γ) αγιογραφίες Νεομαρτύρων και Εκκλησιαστικών ηρώων (όπως η εικόνα των πέντε Νεομαρτύρων της Σαμοθράκης, που βρίσκεται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης), δ) σύγχρονη κοσμική ζωγραφική (κορυφαίος εκπρόσωπος σ’ αυτή την κατηγορία είναι o Ι. Μητράκας, που φιλοτέχνησε και την αφίσα του συνεδρίου - προσδίδοντας σ’ αυτή την εικαστική ταυτότητα του), ε) έργα φιλελλήνων καλλιτεχνών (όπως το έργο του Γάλλου ζωγράφου Auguste Vinchon, Ελληνικό Θέμα: Μετά τη σφαγή της Σαμοθράκης, που βρίσκεται στο Λούβρο).

Τα έργα που έχουμε συγκεντρώσει είναι στην πλειοψηφία τους υστερόχρονα με τα ιστορικά γεγονότα που αναπαριστούν και θεματικά αναφέρονται στη συμμετοχή των λησμονημένων Θρακών στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821, καθώς και στον Θρακομακεδονικό. Η αισθητική τους αξία είναι στην πλειοψηφία μικρή, αλλά η ιστορική τους σήμανση ανεκτίμητη. Υποστηρίζουμε, ότι τα ιστορικά εικαστικά έργα, σύγχρονα ή υστερόχρονα με τα ιστορικά γεγονότα τυπώνουν επίσης Ιστορία, όχι αποκλειστικά Ιστορία πολιτισμού, τέχνης, αλλά εικαστική διηγηματική Ιστορία, που συμπληρώνει και επεξηγεί την παραδοσιακή αφηγηματική Ιστορία (3).

Η φύση εξάλλου της ιστορικής γνώσης, όπως προσδιορίζεται από το παρελθόν, την εμμεσότητα της γνώσης, τη μνήμη, τη φαντασία, μας παραπέμπει στην ίδια τη λειτουργία της τέχνης, που εξαρτάται από αυτές τις παραμέτρους επίσης. Ο δέκτης της Ιστορίας και της ιστορικής τέχνης δεν είναι ουδέτερος, αλλά ενεργητικός παρατηρητής, που κατανοεί, ερμηνεύει και παρακινείται σε πράξη. Η ίδια η Ιστορία, τόσο στην αφηγηματική όσο και στην εικαστική μορφή της, επαναλαμβάνει την πράξη μέσα από τη μορφή του αξιομνημόνευτου, όταν μάλιστα ενσωματώνεται στους κόλπους του ζωντανού σύγχρονου πολιτισμού, όπως στα δύο έργα που θα σας παρουσιάσω, τότε εξασφαλίζει μία αυθεντική και γόνιμη ιστορική γνώση. Η εικαστική καταγραφή της Ιστορίας ακινητοποιεί το ιστορικό γίγνεσθαι και, μέσω του αναλογικού συλλογισμού, δραματοποιεί την Ιστορία μπροστά στα μάτια μας. Η αισθητική μορφοποίηση των ιστορικών γεγονότων μέσα από το εικαστικό υλικό προσδίδει σ’ αυτά μία άμεση υλική ταυτότητα: οι ήρωες γίνονται ένα αντικείμενο του παρόντος, παρατηρήσιμο και αξιοπιστότερο ίσως του ιστορικού λόγου. Τα ιστορικά έργα τέχνης δεν αποτελούν βέβαια μία αντικειμενική πραγματικότητα, γιατί παρεμβαίνει σ’ αυτά ο καλλιτέχνης συνιστούν ωστόσο μία ερμηνευτική καταγραφή της Ιστορίας και αποκαθιστούν το αποστεωμένο, το απλώς χρονολογημένο ιστορικό γεγονός.

Στην ερευνά μας στα αρχεία και στις πηγές της Νεοελληνικής, Ευρωπαϊκής και Βαλκανικής Τέχνης, αναζητούμε τα στοιχεία εκείνα, που αποδεικνύουν την αναγκαιότητα της ιστορικής αναπαράστασης των ακριτών ηρώων, τα ιστορικά εικαστικά έργα συνιστούν ερείσματα του παρελθόντος, αρχειακά υλικά, πολιτιστικούς και ιστορικούς θύλακες. Ο σοφός Μακρυγιάννης προείδε τη λειτουργικότητα και την αναγκαιότητα μίας ιστορικής εικονογραφίας του μεγάλου αγώνα, για να αποδείξει, όπως έγραφε ο ίδιος, (4), εννοώντας τους πλαστογράφους ιστορικούς. Πολλά έχουν γραφεί για τη μοναδική αυτή Νεοελληνική ζωγραφική καταγραφή της Ιστορίας, που ανέθεσε o Μακρυγιάννης σε λαϊκό ζωγράφο της εποχής εμείς απομονώνουμε τη χρηστικότητα αυτής της εικαστικής Ιστορίας, που α) πρόβαλε θριαμβευτικά τα ιστορικά πολεμικά γεγονότα και την ιδεολογική τους σημασία, β) υποχρέωσε τους Έλληνες και Ευρωπαίους θεατές να αναγνωρίσουν τα ιστορικά δρώμενα και γ) επίσημα πιστοποίησε τη συμμετοχή της Ρούμελης στα γεγονότα της επανάστασης, γιατί κυριαρχούσε η εντύπωση για την αποκλειστική ευθύνη της Πελοποννήσου σ’ αυτήν, εντύπωση που υπάρχει και σήμερα, όσον αφορά τη συμμετοχή της Θράκης.

Στον χώρο της νεοελληνικής ιστορικής γλυπτικής, παρατηρούμε επίσης την ιστορική σήμανση των εικαστικών μαρτυρίων, καθώς και την ιδεολογία που αυτές μεταφέρουν. Το πρώτο μνημείο που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα - δεν είναι τυχαίο βέβαια - αφορούσε τους Βαυαρούς αξιωματικούς, που σκοτώθηκαν μαχόμενοι στον ελλαδικό χώρο και τοποθετήθηκε σ’ ένα προάστιο του Ναυπλίου (5). Γενικότερα, στον χώρο της μνημειακής γλυπτικής, η μεγάλη διάδοση της γλυπτικής μορφοποίησης ιστορικών προσώπων και γεγονότων, άρχισε μετά το 1898. Τότε θεσπίστηκαν ειδικές διαδικασίες για τη συγκρότηση επιτροπών, που θα συγκέντρωναν χρήματα για την ανέγερση μνημείων. Τα δημόσια μνημεία έγιναν πολυάριθμα και την παραγγελία τους ανέλαβαν οι τοπικοί φορείς διοίκησης, τιμώντας έτσι τους πεσοόντας δημότες (6). Σ' αυτή την κατηγορία των γλυπτών ανήκουν τα δύο ιστορικά γλυπτά που θα σας παρουσιάσω: το θεματικό τους υλικό αφορά τον απλό αγωνιστή, τον τολμηρό ναυτικό, που βρίσκεται στις απαρχές της νεοελληνικής τέχνης γενικότερα, γιατί η (7).

Το πρώτο έργο βρίσκεται στην παραλία της Αλεξανδρούπολης, στο κατάλληλο φυσικό περιβάλλον (8) των Αινιτών αγωνιστών του 1821, τους οποίους απεικονίζει: πρόκειται για γλυπτική σύνθεση του Γ. Μέγκουλα (9), που φιλοτέχνησε το 1987. Ο καλλιτέχνης, τυπικά και ρεαλιστικά, παρουσιάζει το ιστορικό γεγονός: το θάνατο του μαχόμένου αγωνιστή Αντώνη Βιζβίζη και τη συνέχιση του αγώνα του από τη γυναίκα του Δόμνα Βιζβίζη (10). Το σύμπλεγμα ανήκει στην κατηγορία των τυποποιημένων μνημείων, που περιγράφουν σε απλή τοποθέτηση των όγκων μία ιστορική στιγμή. Ο άντρας αγωνιστής κείται στη θέση του του θανάτου, κρατώντας τα σύμβολα του ναυτικού, το κιάλι και του πολεμιστή, το κανόνι, ενώ μ’ ανοιχτά τα μάτια αγναντεύει τον θάνατο και την ελευθερία. H γυναικεία μορφή παριστάνεται ολόρθη, αγέρωχη, όπως ταιριάζει στον ηρωικό ρόλο που αναλαμβάνει, αποκρύπτοντας την απελπισία της, που ενσωματώνεται ωστόσο στην ημιανάταση των χεριών σε μία τραγική, δεικτική κίνηση προς την Αίνο, όπως θεώρησε ο καλλιτέχνης. Η ιστορική σημασία αυτού του μοναδικού μνημείου στον χώρο της Θράκης είναι ανεκτίμητη, γιατί συνιστά ένα εικαστικό - ιστορικό έρεισμα. που αποτρέπει κάθε προσπάθεια πλαστογράφησης της Ιστορίας.

Υποστηρίζουμε, λοιπόν, την ιστορική αναγκαιότητα όλων των μνημείων που αφορούν τη Θράκη και σας παραπέμπω στο έργο του ερευνητή Κ. Παπουλίδη, ο οποίος, καταγράφοντας τις προσπάθειες Βουλγάρων ιστορικών να αμφισβητήσουν την ελληνική καταγωγή του Γρ. Μαρασλή, αναφέρει και την προσπάθεια εικαστικής - ιστορικής πλαστοποίησης: την πρωτοβουλία δηλαδή του Todor St.. Strumceνski, για τοποθέτηση προτομής του προαναφερθέντος Θρακιώτη ευεργέτη στην αυλή του Μαράσλειου Σχολείου, που επίσης πλαστοονομάστηκε σε GEO MILLEV (11). Κατανοούμε λοιπόν την ιστορική αποδεικτική λειτουργία των ιστορικών μνημείων, ιδιαίτερα στην ακριτική Θράκη, είτε αυτά συνιστούν καλλιτεχνικό έργο είτε όχι.

Το επόμενο έργο φιλοτέχνησε ο Γ. Τσάρας (12), μετά από παραγγελία της Θρακικής Εστίας Θεσσαλονίκης και τη γενναιόδωρη προσφορά του Θ. Καραβιώτη (13). Πρόκειται για μία αυτόνομη γλυπτικά ιστορική σύνθεση, που εμπνεύσθηκε ο καλλιτέχνης από το προαναφερθέν ιστορικό γεγονός, τον αγώνα των Βιζβίζηδων. Είναι ένα ιστορικό σύμπλεγμα, που παραδίδει συγχρόνως μάθημα Ιστορίας και αισθητικής, συνταιριάζοντας το γλυπτικό όραμα του δημιουργού με το ιστορικό όραμα του παραγγελιοδότη. Στην περίπτωση αυτή, η ιστορικότητα του έργου υποστηρίζεται από την αισθητική του αξία. Συγκεκριμένα, το υλικό του έργου, μπρούντζος και μάρμαρο, τα έντονα σκαψίματα, οι καμπύλες, οι γωνίες, η συμβολική τοποθέτηση των όγκων συγκροτούν ένα αντεστραμμένο τρίγωνο, που εμπεριέχει κίνηση, δυναμικότητα και μία προοπτική ανύψωσης, που μετατρέπουν το δημόσιο γλυπτό σ’ ένα ιστορικό σύμβολο θάρρους, όπως το ονομάζει o ίδιος ο καλλιτέχνης. Η φυσική ανθρώπινη διάσταση του έργου λυτρώνει τον θεατή από τον ηρωικό απόμακρο χαρακτήρα παρόμοιων μνημειακών συνθέσεων, τον προσεγγίζει στο δικό του οπτικά πεδίο, προβάλλοντας έτσι ένα άμεσο πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς, μία ιστορικο-ηθική αξία. Το σημαντικότερο ιστορικό και αισθητικό σήμα στο έργο του Γ. Τσάρα είναι η απόδοση του καραβιού και στα πρόσθετα σχοινιά του, που ζωντανεύουν το πολεμικό γεγονός στην ιστορική μνήμη μας. Το ακρόπρωρο, που απεικονίζει τη Νίκη της Σαμοθράκης, αποτελεί μεγάλη έμπνευση του Γ. Τσάρα και μεγάλη τιμή για τους ίδιους τους ήρωες. Θεματικά είναι το καταλληλότερο ακρόπρωρο για ένα πολεμικό Αινιτών, γιατί η Νίκη της Σαμοθράκης ταυτίζεται και γεωγραφικά και ιστορικά με τη λησμονημένη θρακική ταυτότητα των Βιζβίζηδων (15). Μορφοπλαστικά πρόκειται για μία ανάγλυφη κατασκευή, τοποθετημένη στην ίδια νοητή κατεύθυνση με το χέρι της Δόμνας Βιζβίζη, δημιουργώντας έτσι μία ενιαία γλυπτική φόρμα, που συνειδητά προβάλλει τη γυναίκα - ήρωα και τη μη παραίτηση της μέσα στο συγκεκριμένο ιστορικό, πολεμικό, ανδροκρατούμενο πλοίο.

Η ανάγνωση των έργων τέχνης είναι βέβαια μία διαδικασία σύνθετη και δεν εξαντλείται στην περιγραφική παρουσίασή τους. Εμάς, ωστόσο, μας ενδιαφέρει η ιστορική διάσταση και διδακτική των συγκεκριμένων έργων που αναζητούμε, γιατί μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε σαν πεδία αναπαράστασης αξιών, μέσα από τα οποία επιδιώκεται η παραπομπή μας στην Ιστορία της Θράκης και, κατά συνέπεια. στην ιδεολογική εθνική συγκρότηση του Νεοέλληνα. Η παιδευτική αξία της τέχνης γενικά και ειδικότερα της ιστορικής τέχνης, προσδιορίζεται από την προτροπή, που εμπεριέχει κάθε έργο προς την πράξη: (16). Τα δημόσια ιστορικά γλυπτά που σας παρουσιάσαμε και όλα τα υπόλοιπα που θα καταγράψουμε, πέρα από τον πατριωτικό, προπαγανδιστικό, αισθητικό και διακοσμητικό ρόλο τους, αποτελούν σε κάθε εποχή πηγές για την ιστορική έρευνα και την ιστορική ταυτότητά μας. Πρόσφατα, στο Βελιγράδι, τιμήθηκε ο Ρήγας Φεραίος και έγιναν τα αποκαλυπτήρια αδριάντα του από Έλληνες και Σέρβους αγωνιστές του Μακεδονικού Αγώνα, επισφραγίζοντας έτσι την ιστορική σχέση και αλληλεγγύη των δύο λαών, παρόμοια χρειάζεται να ανακαλύψουμε τους κρυμμένους ήρωες της Θράκης στους ανδριάντες που έγιναν ή πρόκειται να γίνουν, για να αντισταθούμε, μέσω της τέχνης, στην ιστορική άγνοια, που αποκαλύπτεται επικίνδυνα: (17).


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Για τη σημασία της τοπικής Ιστορίας, βλ. Handbook for History Teachers, edit. W.H. Burston, M.A. Methuen Educational L.T.D., 1972. σσ. 75-90.
(2) Στo χώρο όπου εκθέτουμε την έρευνα μας, απουσιάζει το ίδιο το υλικό, δηλαδή τα έργα τέχνης, τακτοποιημένα έστω και μόνο χρονολογικά. Η απουσία επίσης μελετών και συλλογών των ιστορικών έργων τέχνης καθυστερεί την πλήρη καταγραφή τους.
(3) Στη βιβλιογραφία έχει καθιερωθεί να γίνεται διάκριση μεταξύ της εξιστόρησης - αφήγησης ως μορφής και των πηγών - κειμένων ως μέσων διδασκαλίας στο μάθημα της Ιστορίας: βλ. Γ. Βρεττού, Σχεδιασμός και αξιολόγηση αναλυτικού προγράμματος Ιστορίας, Θεσσαλονίκη 1987, σ.37.
(4) βλ. Ι. Μελετόπουλου Εικόνες του Αγώνος Ι. Μακρυγιάννη - Π. Ζωγράφου, Αθήναι 1972, στην εισαγωγή.
(5) βλ. Οι Έλληνες Γλύπτες, Στ. Λυδάκης, Αθήνα 1981, σ.74.
(6) βλ. Γ. Μαργαρίτης. Οι περιπέτειες του ηρωικού θανάτου: Μνήμων, τ.12, 1989, σσ. 89-116.
(7) βλ. Χ. Χρήστου, Η Ελληνική Ζωγραφική 1832-1922 Αθήνα 1981, σ.14.
(8) Για τη δημόσια γλυπτική, η επιλογή του αστικού χώρου σηματοδοτεί ανάλογα και το έργο τέχνης, τόσο θεματικά όσο και Μορφοπλαστικά: : βλ. Μ.Ο. Δουμάνη, Δημόσια γλυπτική στις Η.Π.Α.: Θέματα χώρου και τεχνών, τ.13, 1982, σσ.134-136.
(9) Για τον γλύπτη Γ. Μέγκουλα, που έχει προσφέρει τόσο στη μνημειακή γλυπτική, αλλά και στην πρωτοποριακή νεοελληνική γλυπτική, βλ. Μ. Στεφανίδη, Εισαγωγή στην Ελληνική Γλυπτική, Αθήνα 1984, σ. 91.
(10) Για την ιστορική συμμετοχή των Βιζβίζηδων, σε πολλές ναυτικές και στεριανές επιχειρήσεις του αγώνα, βλ. Σ.Κ. Παναγιωτόπουλου, Χ’’Αντώνης και Δόμνα Βιζβίζη, Οι Θρακιώτες ήρωες του 1821: Θρακική Επετηρίδα, 1987, σσ.219-232.
(11) βλ. Κ. Παπουλίδης, Γρηγόριος Γ. Μαρασλής 1831-1907, η ζωή και το έργο του, ΙΜΧΑ 1989, σ.98.
(12) Ο Γ. Τσάρας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1951, σπούδασε στη σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και από το 1985 ασχολείται συστηματικά με τη δημόσια μνημειακή γλυπτική για τη Θράκη έχει επίσης φιλοτεχνήσει τα έργα , που πρόκειται σύντομα να τοποθετηθεί στην Ξάνθη.
(13) Η γενναιόδωρη πρόσφορα του Θ. Καραβιώτη συνέβαλε ουσιαστικά στην καλλιτεχνική επεξεργασία του έργου. Η Θρακική Εστία Θεσσαλονίκης, σε ημερίδα στις 26-6-94, με θέμα , ανακήρυξε τον Καραβιώτη σε Μεγάλο ευεργέτη του Θρακικού Ελληνισμού.
(14) Όταν άρχισε η επανάσταση του 1827, όλα τα πλοία είχαν στην πρώρα μία ζωγραφική παράσταση ή ένα επιζωγραφισμένο γλυπτό, με μορφές από την αρχαία ελληνική Ιστορία, βλ. Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, έκθεση κειμηλίων, Αθήνα 1991, σ. 43.
(15) Με τον όρο Θρακική ταυτότητα, αναφερόμαστε στη μείζονα Θράκη (βόρεια και ανατολική), όπως την ορίζει ο κ. Κ. Βακαλόπουλος, Κείμενα Εθνικής Αυτογνωσίας, Θεσσαλονίκη 1990, σ.97.
(16) βλ. Ernst Cassirer, Η παιδευτική αξία της τέχνης, μετ. Γ. Λυκιαρδοπούλου, Αθήνα 1994, σ. 37.
(17) βλ. Γ.Π. Ευθυμίου, Θρακικά ευρήματα και ανασκαφές: ΑΘΛΓΘ ΣΤ'. 1951, σσ. 113-136, την πρόταση αναφέρει ο συγγραφέας ως αίτημα για τη φιλοτέχνηση αδριάντα προς τιμή του εθνομάρτυρα Κυρίλλου ΣΤ’, που έγινε μόλις το 1984...




ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ


Κεντρικό Ψήφισμα


Οι Θρακιώτες, πρωταγωνιστές μιας νέας εθνικής αναγέννησης
Ο Θρακικός Ελληνισμός, ένα από τα πλέον μαρτυρικά κομμάτια του Ελληνισμού ξαναενώθηκε, μετά από πολλές δεκαετίες, διάσπασης και διασκορπισμού σε όλο τον κόσμο. Συναντηθήκαμε από τις 15 έως τις 18 Αυγούστου 1994 στις Φέρες, στην Βυζαντινή Βήρα, και πραγματοποιήσαμε το Α’ Παγκόσμιο Συνέδριο Θρακών. Οι Φέρες ξαναμπήκαν στην Ιστορία της Θράκης. Η νέα Θρακική Ιστορία θα έχει να πει γι’ αυτή την πόλη και τη συνάντηση.

Ο Θρακιώτικος Ελληνισμός, οι Θρακιώτες της διασποράς, της υπόλοιπης Ελλάδας και οι εναπομείναντες του ελεύθερου κομματιού, μετά από μια μεγάλη περίοδο αναμονής του πραγματικού ενδιαφέροντας της Πολιτείας και τη διάψευση των Ελπίδων, στο Συνέδριο αυτό άνοιξε τις διαδικασίες της δικής του Περιφερειακής συγκρότησης, ώστε να αναλάβει ο ίδιος ο Θρακικός Ελληνισμός τις τύχες της υπόθεσης του, αλλά και να μπορεί να διαπραγματεύεται ισότιμα, με το Αθηναϊκό Κέντρο. Η πρωτοβουλία μας αυτή έρχεται σε μια πολύ ευνοϊκή, για την Θράκη, περίοδο:


•    Η Θράκη, μετά από μια πολύ μεγάλη περίοδο απομόνωσης, λόγω του γεωπολιτικού διαχωρισμού του κόσμου, αλλά και της αδυναμίας της Αθήνας, να δημιουργήσει συνθήκες εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειας, από ένα απομονωμένο σύνορο και παραμεθόρια περιοχή, μεταβάλλεται σε κέντρο εθνικών, οικονομικών, εμπορικών, τηλεπικοινωνιακών, συγκοινωνιακών, στρατηγικών επιλογών.
•    Οι μεγάλες γεωπολιτικές αλλαγές και η επανασύνδεση της χώρας μας με την Αδριατική, τα Βαλκάνια και τον Εύξεινο Πόντο, αναδεικνύουν τo ζήτημα της Ελληνικής Περιφέρειας, σε ζήτημα Κεντρικής Εθνικής ανάπτυξης. Σήμερα είναι ζωτικός όρος ο επαναπροσδιορισμός και η επαναιεράρχηση των εθνικών αναπτυξιακών προτεραιοτήτων της χώρας. Οι κοσμογονικές αλλαγές αναδεικνύουν την αναγκαιότητα λύσης του Γόρδιου δεσμού της Αθήνας, που δημιούργησε ο διπολισμός και καθηλώνει την Ελλάδα και την ίδια την Αθήνα.
•    Το Οικονομικό Κέντρο βάρους της χώρας κινείται πλέον προς τα Βαλκάνια, τον Εύξεινο Πόντο και, γι’ αυτό, το συμφέρον του Έθνους επιβάλλει την κατοχύρωση που είχε από τους μυθικούς μέχρι τους βυζαντινούς και νεώτερους χρόνους.
Στην μακρά ιστορική της διαδρομή, η Θράκη γνώρισε περιόδους δόξας και ευημερίας, όποτε μπόρεσε να χρησιμοποιήσει την προνομιακή γεωγραφική της θέση ως γέφυρα σύνδεσης Ηπείρων, Κρατών, Εθνών, Λαών, Οικονομιών. Σήμερα ξαναβρίσκουμε τους παλιούς γνωστούς δρόμους, τόπους και Λαούς: Τους Βούλγαρους, τους Ρουμάνους, τους Ουκρανούς και τους Ρώσους. Η εικόνα της παρακμής που παρουσίασε η Θράκη κατά τις τελευταίες δεκαετίες, οφείλεται στο διπολισμό που επικράτησε μετά από το 1950, και στον τύπο ανάπτυξης που οδηγηθήκαμε ως έθνος μετά τον πόλεμο.

Το Αθηναϊκό Κράτος αντιμετώπιζε τις παραμεθόριες περιοχές της χώρας σαν στρατιωτικές πρώτης γραμμής άμυνας κατά του . Έτσι, η Θράκη έμεινε χωρίς δρόμους, χωρίς βιομηχανικές επενδύσεις, χωρίς τηλεπικοινωνίες. Η φίμωση αυτή αποτελούσε το του Αθηναϊσμού, για την προώθηση και δικαιολόγηση της δικής του ανάπτυξης σε βάρος του Περιφερειακού Ελληνισμού και του Έθνους. Αδυνατούσαν οι κυρίαρχες Ηγεσίες και Εξουσίες να αναδείξουν και να συντάξουν ένα εθνικό Σχέδιο, να αντιληφθούν ότι η αντιμετώπιση του Τουρκικού επεκτατισμού, είναι το πρώτιστο καθήκον μας, αφού αυτός είναι η κύρια και μεγαλύτερη απειλή για το Έθνος. Στην τελευταία δεκαετία που διανύουμε άρχισε ένας νέος ιστορικός κύκλος που έχει αναδείξει νέα υποκείμενα αναγέννησης του 'Έθνους. Ο Θρακικός Ελληνισμός, ύστερα από τον ακρωτηριασμό που υπέστη τους τελευταίους αιώνες, γίνεται υποκείμενο της Ιστορίας του και παίρνει το μέλλον στα χέρια του.

Επανασυσπειρώνεται, επανασυνδέεται, ανασυγκροτείται. Στο τέλος του Εικοστού αιώνα, σε συσπειρώσεις της Περιφέρειας και του Ελληνισμού της διασποράς, βρίσκονται οι Δυνάμεις της αναγέννησης του 'Έθνους. Παλεύουμε για την υλοποίηση του οράματος μας: το πέρασμα από μία μονοκεντρική σε μία πολυκεντρική Ελλάδα. Προτείνουμε και υπερασπιζόμαστε ένα Κράτος θεμελιωμένο Περιφερειακά, που θα εκφράζει τις ανάγκες όλου του Ελληνισμού, που θα ενσωματώνει οικονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά τις περιφέρειες και δεν θα αποδιαρθρώνει.

Οι απανταχού Θράκες που συμμετείχαν στο Α' Παγκόσμιο Συνέδριο, ΑΠΑΙΤΟΥΝ:
•    Από την Πολιτεία, κατ’ αρχήν, μέτρα για την πληθυσμιακή ενίσχυση της Θράκης, αφού ο σημαντικότερος κίνδυνος σήμερα στην περιοχή εντοπίζεται στην πληθυσμιακή συρρίκνωση της.
•    Υλοποίηση ενός Σχεδίου ανάπτυξης του αγροτικού τομέα, που θα αξιοποιήσει τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους και θα εξασφαλίζει την απαιτούμενη αγορά των άλλων τομέων της Οικονομίας.
•    Κατασκευή της οδικής και σιδηροδρομικής Εγνατίας, με προτεραιότητα το τμήμα Ορμενίου - Αλεξανδρούπολης - Θεσσαλονίκης, και του οδικού άξονα Αλεξανδρούπολης- Οδησσού.
•    Μεταφορά του Φυσικού αερίου μέχρι το τελευταίο χωριό του Τριγώνου του Έβρου.
•    Υιοθέτηση μέτρων για την Βιομηχανική και Βιοτεχνική ανάπτυξη και την αξιοποίηση του Τουρισμού.
•    Να δοθεί, άμεσα, τέλος στο εθνικό έγκλημα που διαπράττεται ενάντια στους Πόντιους αδελφούς μας.
•    Χρηματοδότηση ίδρυσης και ανέγερσης της Ρωμανίας.
•    Ενίσχυση του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.
•    Αναβάθμιση της Δημόσιας Διοίκησης.
Ο Θρακικός Ελληνισμός έχει ανάγκη δόμησης των νέων θεσμικών αντιπροσωπεύσεων του. Προς αυτή την κατεύθυνση αποφασίζεται η ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Θρακών, το οποίο θα είναι όργανο υλοποίησης των αποφάσεων των Συνεδρίων, διεκδίκησης και προβολής των Δικαίων και των αξίων της Θράκης.

Αποφασίζουμε ακόμη την οργάνωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Συνεδρίου στην Κομοτηνή, μετά από δύο χρόνια, καθώς και την οργάνωση θεματικών συμποσίων, σε διαφορετικούς τόπους της Θράκης, για να μελετήσουμε την οικοδόμηση Θρακικών Οικονομικών Θεσμών, όπως δημιουργία αεροπορικής Εταιρείας, οργάνωση της Οικονομικής δραστηριότητας της Θρακικής Διασποράς, προβολή του Πολιτισμού της Θράκης, και άλλα. Από το Συνέδριο μας, βγαίνουμε με ένα μήνυμα Ελπίδας:


Η περίοδος της απομόνωσης, της αποδιάρθρωσης, της ανασφάλειας, αποσύρεται σταδιακά από την Ιστορία. Για την Θράκη και τον Λαό της, την Ελλάδα και τον Ελληνισμό, έρχεται μία περίοδος ασφαλείας, αυτοπεποίθησης, οικοδόμησης και δημιουργίας.
Εμείς οι Θρακιώτες, δεχόμενοι γόνιμα τις νέες αλλαγές και προκλήσεις, προσδοκούμε να αναδειχθούμε σε Πρωταγωνιστές μιας νέας εθνικής αναγέννησης.



Ψήφισμα για Κωνσταντινουπολίτες


Ψήφισμα για τους Ελληνες της Κωνσταντινούπολης, Ιμβρου και Τενέδου
Ο ΘΡΑΚΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ από τις Φέρες Ν. 'Έβρου και το Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΘΡΑΚΩΝ εκφράζοντας τη συμπαράστασή του στους Έλληνες της Κων/πολης, της Ίμβρου και της Τενέδου ΚΑΤΑΓΓΕΛΕΙ την Τουρκία για τη συνεχιζόμενη καταστρατήγηση ακόμη και της Συνθήκης της Λωζάνης, την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις διώξεις που εξακολουθούν να υφίστανται ακόμη και οι λιγοστοί Έλληνες που έχουν απομείνει εκεί.

Σε μια χώρα, όπου οι έννοιες δημοκρατία και δικτατορία είναι τόσο κοντά όσο και τα δύο χέρια του Γενικού Επιτελάρχη των ένοπλων δυνάμεων της Τουρκίας, τα δικαιώματα των Ελλήνων της Κων/πολης, της Ίμβρου και της Τενέδου που απορρέουν από τη Συνθήκη της Λωζάνης, ουδέποτε αποδόθηκαν.
Αντίθετα εναντίον τους εφαρμόστηκε σειρά μέτρων με στόχο τη συρρίκνωση της ακμαίας Ελληνικής παρουσίας.

Ο ΘΡΑΚΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ

Σ εκδηλώνοντας τη διάθεση του να αγωνιστεί για την ιστορική δικαίωση των Ελλήνων της Κων/πολης, της Ίμβρου και της Τενέδου ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ:
•    Την τρομοκρατία που εξακολουθεί να ασκεί το Τουρκικό κράτος και παρακράτος εναντίον των μειονοτήτων.
•    Τη συνεχιζόμενη προσπάθεια αρπαγής και λεηλασίας των Ελληνικών περιουσίων.
•    Τη συνεχιζόμενη απαγόρευση της χρήσης της ελληνικής γλώσσας και την παράλληλη αρπαγή των Ελληνικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων στην Ίμβρο και στην Τένεδο από την Τουρκική διοίκηση.
•    Τον συνεχιζόμενο εποικισμό της Ίμβρου και της Τενέδου με Τούρκους από τα βάθη της Ανατολίας με στόχο τον αφελληνισμό των νησιών.
•    Τους συνεχιζόμενους βανδαλισμούς σε βάρος των ελληνικών, ιστορικών και αρχαιολογικών μνημείων, σε βάρος των Εκκλησιών, σε βάρος των χριστιανικών νεκροταφείων.
•    Τις συνεχιζόμενες προσπάθειες περιορισμού του οικουμενικού ρόλου του Πατριαρχείου Κων/πολης και τις απειλές σε βάρος του προκαθήμενου της Ορθοδόξου Εκκλησίας Α.Θ.Π. κ.κ. Βαρθολομαίου.
Ο ΘΡΑΚΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ τονίζει ότι η δημοκρατική διέξοδος που αναζητά η Τουρκία μέσω της δυτικής στήριξης και συμπαράστασης περνά και μέσα από τον σεβασμό των δικαιωμάτων των Ελλήνων της Κων/πολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, την άρση των αδικιών σε βάρος τους, την πλήρη αποκατάσταση όλων όσοι εθίγησαν από τη βαρβαρική πολιτική της εκδίωξης και του αφανισμού των Ελλήνων.

Ο ΘΡΑΚΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΑΞΙΩΝΕΙ
•    Την εφαρμογή του άρθρου 14 της Συνθήκης της Λωζάνης.
•    Την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης για την προστασία των Ελλήνων της Κων/πολης, της 'Ίμβρου και της Τενέδου.
•    Την απόδοση των ελληνικών περιουσίων που επιτάχθηκαν, κατασχέθηκαν ή απαλλοτριώθηκαν έναντι πινακίου φακής από την τουρκική διοίκηση.
•    Την απομάκρυνση των Τούρκων εποίκων από την Ίμβρο και την Τένεδο.
•    Την απόδοση στους Έλληνες των εκπαιδευτικών τους ιδρυμάτων και την άρση της απαγόρευσης της ελληνικής γλώσσας στην Ίμβρο και στην Τένεδο.
•    Την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
•    Την άρση όλων εκείνων των μέτρων και των πιέσεων που έχουν ως στόχο να εμποδίσουν την άσκηση σε παγκόσμιο επίπεδο του πνευματικού έργου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κων/πόλεως.



Ψήφισμα για το Κυπριακό


Ο Θρακικός Ελληνισμός για τη μόνη δίκαιη λύση του Κυπριακού
Ο ΘΡΑΚΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ από τις Φέρες του Ν. Έβρου και το Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΘΡΑΚΩΝ θεωρώντας ηθικό και ιστορικό χρέος του, εκφράζει την αλληλεγγύη του στον δοκιμαζόμενο Κυπριακό Ελληνισμό και τονίζει ότι, ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ την αποφράδα ημέρα της εισβολής των τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, οι τουρκικές δυνάμεις παραμένουν στο νησί κατέχοντας το βόρειο τμήμα του κάτω από δικαιολογίες του τουρκοκυπριακού πληθυσμού. Ενός πληθυσμού που αποτελούσε το 18% του συνόλου της Κύπρου και που εξακολουθεί ν’ αποτελεί μειονότητα, (έναντι των Τούρκων εποίκων και στρατιωτικών) στο Ψευδοκράτος που στήθηκε με τη δύναμη των όπλων στο βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
•    τους ανελέητους αεροπορικούς βομβαρδισμούς και της απόβασης των τουρκικών στρατευμάτων στην Κερύνεια, οι προσπάθειες για ειρηνική διευθέτηση του Κυπριακού έχουν οδηγηθεί σε τέλμα παρά τις συνεχείς υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς. Και είναι φυσικό να έχουν οδηγηθεί εκεί, αφού στη δύναμη των όπλων προτάσσεται ο διάλογος. Αφού οι παρανομούντες έχουν μεταβληθεί σε νόμιμους συνομιλητές. Αφού η διεθνής αλητεία αντάμωσε στο δρόμο της τα διεθνή στρατηγικά συμφέροντα και τη δυτική απάθεια. Αφού η αρχική παραβίαση του διεθνούς δικαίου από τα τουρκικά στρατεύματα ενισχύθηκε και από άλλες παράνομες ενέργειες όπως η μεταφορά Τούρκων εποίκων και η ανακήρυξη του Ψευδοκράτους.
•    ένα διεθνές ζήτημα όπως το Κυπριακό εξακολουθεί, λόγω της Τούρκικης συμπεριφοράς, να αποτελεί το μεγάλο αγκάθι στη διεθνή νομιμότητα. Ένα ζήτημα που θα μπορούσε να αποτελέσει για όλα τα κράτη το παράδειγμα για το πώς μπορούν με τη δύναμη των οπλών, να ξεφτιλίζουν διεθνείς κανόνες και οργανισμούς, να καταρρακώνουν τη διεθνή νομιμότητα και ατιμώρητα ν’ συνεχίζουν να ασχημονούν σε βάρος κάθε έννοιας δικαίου.
•    ο ΟΗΕ, μέσω της επιδερμικής ενασχόλησης του με το Κυπριακό, αποκαλύπτεται ολοένα πιο αδύναμος μπροστά στα συμφέροντα των ισχυρών του κόσμου, ολοένα πιο υποχωρητικός στις απειλές των παρανόμων, ολοένα πιο μικρός παρά τα πολλά κράτη μέλη.
Στα πλαίσια αυτά, ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ, επιβάλλεται η επανατοποθέτηση του Κυπριακού ζητήματος στην ιστορική του βάση: ότι αποτελεί ένα πρόβλημα διεθνούς δικαίου, που προέκυψε από την παράνομη εισβολή τουρκικών στρατευμάτων στο βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την επί 20ετία κατοχή του τμήματος αυτού.

Ο ΘΡΑΚΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ θεωρώντας ότι οι πρωτοβουλίες των εκάστοτε Γενικών Γραμματέων του ΟΗΕ στις προτάσεις και προσπάθειες τους παρεκκλίνουν από την ουσία της δημιουργίας του Κυπριακού προβλήματος ΤΟΝΙΖΕΙ ΟΤΙ,

Η ΜΟΝΗ ΔΙΚΑΙΗ ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ:
•    η απομάκρυνση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής, καθώς και των εποίκων που η Τουρκία μετέφερε στα κατεχόμενα
•    η επιστροφή των προσφύγων στις πατρογονικές τους εστίες
•    η καταδίκη της Τουρκίας για τη διεθνώς παράνομη συμπεριφορά της, καθώς και για τη συνεχιζόμενη άρνηση της να δώσει οποιοδήποτε στοιχείο για τους χίλιους εξακόσιους δέκα εννέα αγνοούμενους - αιχμαλώτους πολέμου.



Ψήφισμα για την Βόρεια Ηπειρο


Ο Θρακικός Ελληνισμός στο πλευρό της Βόρειας Ηπείρου
Εμείς, οι Έλληνες και Ελληνίδες της Θράκης, νοιώθουμε την ανάγκη να συμπαρασταθούμε ενεργά στους δοκιμαζόμενους αδελφούς μας της Βορείου Ηπείρου, μέσα από το πλαίσιο των εργασιών του Α' Παγκοσμίου Συ-νεδρίου Θρακών.

Η πέρα από κάθε έννοια σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κάτω από άθλιες συνθήκες πολύμηνη κράτηση και παραπομπή σε δίκη των ηγετικών στελεχών της Ομόνοιας, καταδεικνύει τη διάθεση της ηγεσίας της Αλβανίας να κλιμακώσει την ένταση μεταξύ των δύο χωρών με μεθόδους, που κάθε άλλο παρά σε δημοκρατικό και πολιτισμένο κράτος αρμόζουν.

Μη αποδεχόμενοι τη θέληση των διαδόχων και συνεχιστών του σταλινικού καθεστώτος του Ε. Χότζα, να διαλύσουν την νόμιμη πολιτική οργάνωση των Βορειοηπειρωτών, να ποινικοποίησει τον αγώνα των αδελφών μας για κατοχύρωση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και να τρομοκρατήσει και να εκδιώξει τον Ελληνισμό από την περιοχή, καταδικάζουμε την όλη πρακτική του Αλβανικού κράτους και απαιτούμε:
•    την άμεση διακοπή της δίκης και απελευθέρωση των στελεχών της
•    τον εξαναγκασμό με κάθε διαθέσιμο ειρηνικό μέσο της Αλβανικής κυβερνήσεως, να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις, ώστε οι Βορειοηπειρώτες αδελφοί μας να απολάβουν όλα τα κατοχυρωμένα δια διεθνών συνθηκών δικαιώματα τους.
Ο Θρακικός Ελληνισμός, τη στιγμή που πρωταγωνιστεί ο ίδιος στην αναγέννησή του, θεωρεί επιτακτικό χρέος του να βρεθεί στο πλευρό του αδελφού Βορειοηπειρωτικού λαού, τις δύσκολες αυτές ώρες. Και θα κάνει το παν για να βρει αυτή η συμπαράσταση άμεσο πρακτικό αποτέλεσμα.


ΨΗΦΙΣΜΑ


Ο ΘΡΑΚΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΚΟΥΡΔΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ.
Ο ΘΡΑΚΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ από τις Φέρες του Ν. Έβρου και το Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΘΡΑΚΩΝ, εκφράζοντας την αλληλεγγύη του στον δοκιμαζόμενο ιστορικό λαό των Κούρδων, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ:
•    Τις διώξεις, τις παραβάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την ωμή κρατική βία και τρομοκρατία καθώς και τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν σε βάρος του οι ρατσιστικές και φασιστικές ηγεσίες της Τουρκίας.
•    Την υποκρισία των ισχυρών της γης και την αδιαφορία τους απέναντι στα νέα τουρκικά εγκλήματα. που αγγίζουν τα όρια μιας νέας γενοκτονίας σε βάρος του κουρδικού λαού, ανάλογη με αυτήν που έχουν βιώσει Έλληνες, Αρμένιοι, Κούρδοι και Εβραίοι στο παρελθόν από τους φασίστες της Τουρκίας των νεοοθωμανών και της χιτλερικής Γερμανίας. Ο δρόμος για την ειρήνη και ευημερία στην Μέση Ανατολή περνά και μέσα από την ιστορική δικαίωση του κουρδικού λαού, την αναγνώριση του δικαιώματος του στην αυτό-οργάνωση και αυτοδιάθεση.