ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΘΡΑΚΩΝ (Β' ΜΕΡΟΣ)

Λευτέρης Παπαγιαννάκης - Οικονομολόγος - Αναπλ. Καθηγητής Ε.Μ.Π.
Η ανάπτυξη της Θράκης - Προκλήσεις και Προοπτικές

 


Εθνική επιταγή
Η ανάπτυξη της Θράκης είναι υπόθεση εθνικής προτεραιότητας. Στη βασική αυτή διαπίστωση συγκλίνουν όλες οι έρευνες και αναλύσεις των τελευταίων ετών. Κορυφαία εκδήλωση της σύγκλισης των απόψεων, το ομόφωνο Πόρισμα του ελληνικού Κοινοβουλίου (14.2.1992), όπου διατυπώνονται σε αδρές γραμμές τα βασικά στοιχεία ενός Σχεδίου Δράσης για τη Θράκη και άλλες ακριτικές περιοχές της χώρας.


Ωστόσο οι προθέσεις δεν αρκούν. Οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν αποδείχτηκαν ανεπαρκείς και ασυντόνιστες, χωρίς συνοχή και αποτελεσματικότητα και, επομένως, περίπου ασήμαντες σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος, εκδηλώθηκαν με αποσπασματικό τρόπο και ασαφείς στόχους και παγιδεύτηκαν από την έλλειψη μέσων, τη γραφειοκρατική αγκύλωση της δημόσιας διοίκησης και τη γενικότερη δυσλειτουργία του πολιτικού μας συστήματος.


α. Τοπική Κοινωνία και οικονομία: ανησυχητική στασιμότητα


Η ακριτική Θράκη, πλούσια σε πόρους και ιστορία, συγκεντρώνει όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του πληθυσμού. Παρ' όλα αυτά εμφανίζει τις χαμηλότερες επιδόσεις ανάπτυξης, σε εθνικό και ευρύτερο κοινοτικό επίπεδο, διατηρεί τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά μιας ιδιόρρυθμης και εύθραυστης οικονομίας, παραμένει δηλαδή η πιο αραιοκατοικημένη περιφέρεια της χώρας, απομονωμένη και αποκομμένη από την οικονομική της ενδοχώρα, μονίμως δε υπό . Βασικότερη ανασταλτική επίδραση είναι η εξέλιξη και διάρθρωση του πληθυσμού. O πληθυσμός της Θράκης είναι μόλις 340 χιλ. άτομα, ενώ θα έπρεπε να προσεγγίζει τα 510 (170 χιλ. άτομα ή 50% περισσότερα). Επί πλέον, το 1/3 του ήδη περιορισμένου πληθυσμού αποτελεί η μουσουλμανική μειονότητα (τουρκογενείς, πομάκοι και αθίγγανοι).


Ιστορικοί και πολιτικοί λόγοι συντηρούν ακόμα ένα αίσθημα (όπως το αντιλαμβάνεται η κάθε θρησκευτική κοινότητα), το οποίο αντανακλάται και στις οικονομικές συμπεριφορές. Η μακροχρόνια δέσμευση ανθρώπων και κεφαλαίων στις προοπτικές δεν αποτελεί τον κυρίαρχο κανόνα συμπεριφοράς τοπικών παραγωγικών δυνάμεων.

Μικρή και κατακερματισμένη τοπική αγορά, γεωγραφικά απομονωμένη από τις μεγάλες αγορές του εσωτερικού και του εξωτερικού. Στις συνθήκες αυτές, δεν ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί μια κρίσιμη μάζα παραγωγικών δραστηριοτήτων, ικανή να συμπαρασύρει τις συμπληρωματικές εξυπηρετήσεις, που είναι αναγκαίες για τη λειτουργία της τοπικής οικονομίας. Οι προσπάθειες ταχύρυθμης οικονομικής ανάπτυξης αποδυναμώθηκαν και η τοπική οικονομία οδηγήθηκε σε ατροφία. Επί πλέον, η ανεπαρκής εσωτερική δυναμική δεν επωφελείται από εποχιακές, έστω εξωγενείς, ενισχύσεις, όπως γίνεται σε άλλες περιοχές της χώρας με το σύγχρονο φαινόμενο του μαζικού τουρισμού.

Η οικονομική κρίση, χωρίς να υπερβαίνει τις διαστάσεις που γνωρίζουμε και σε άλλες περιοχές της χώρας, στην περίπτωση της Θράκης μπορεί να έχει πολύ πιο επώδυνες επιπτώσεις. Ο μείζων κίνδυνος είναι η διαγραφόμενη τάση των ανθρώπων και των κεφαλαίων εκτός της περιοχής. Αν παγιωθεί η διάχυτη εντύπωση εγκατάλειψης και ανασφάλειας και αν οι σημερινές ενδείξεις μετατραπούν σε , η Θράκη θα μπορούσε να απειληθεί με οικονομική κατάρρευση και δημογραφική αλλοίωση, οπότε οι συνέπειες θα ήταν βαρύτατες.


β. Διεθνές περιβάλλον: πρόκληση και ευκαιρία



Ποιόν ρόλο επιθυμούμε για τη Θράκη; Ένας από τους βασικούς παράγοντες που επέδρασαν ανασταλτικά στην ανάπτυξη της περιοχής, η γεωγραφική της θέση, είναι δυνατόν να μετεξελιχθεί από μειονέκτημα σε συγκριτικό πλεονέκτημα. Η άρση της απομόνωσης και ο εξωστρεφής προσανατολισμός της Θράκης καθίσταται, για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, ρεαλιστική προοπτική.

Η ιστορική πρόκληση και ευκαιρία είναι ενώπιον μας και συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις, που την καθιστούν ρεαλιστική. Σε κρίσιμα πεδία διαχρονικής σημασίας (ιστορία και γεωγραφία, πολιτισμός και θρησκεία, νοοτροπίες και συμπεριφορές), τα χαρακτηριστικά που μας ενώνουν με τις χώρες της βαλκανικής και της παρευξείνιας ζώνης είναι πολύ περισσότερα και ισχυρότερα από εκείνα που μας χωρίζουν. Με τη συσσωρευμένη εμπειρία του ιστορικού ελληνισμού, οικονομικά πιο αναπτυγμένη και κοινωνικά πιο ομοιογενής, με έντονα πλεονεκτική θέση στο ευρωπαϊκό και διεθνές πολιτικό σκηνικό, η χώρα μας οφείλει να ανταποκριθεί στην πρόκληση και να αξιοποιήσει την ευκαιρία να διαδραματίσει έναν νέο ρόλο, ειρηνικής οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας, με ευεργετικές επιπτώσεις για όλα τα μέρη. Στην προοπτική αυτή οφείλουμε και μπορούμε να εξασφαλίσουμε την ενεργό συμμέτοχη της Θράκης.

Μέσο - μακροπρόθεσμα, η Θράκη μπορεί να αποτελέσει προς τη Μεσόγειο για τις χώρες της ανατολικής Βαλκανικής και της δυτικής παρευξείνιας ζώνης, όπως επίσης και την περιοχή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων των χωρών αυτών. Για τις επιχειρήσεις της Θράκης, οι ίδιες χώρες μπορούν να αποτελέσουν το απαραίτητο οικονομικό περιβάλλον για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους.
Ωστόσο, αυτός ο στρατηγικής σημασίας προσανατολισμός προϋποθέτει την οργανική ένταξη της περιοχής στα υπάρχοντα (ή σχεδιαζόμενα) εθνικά και διεθνή δίκτυα μεταφορών, προκειμένου να συνδεθεί αποτελεσματικά με την εγχώρια και τη διεθνή αγορά, ιδιαίτερα δε με την ανατολική Βαλκανική και τη δυτική παρευξείνια ζώνη (μέχρι και τη Ρωσία).

Αλλωστε, προς την ίδια κατεύθυνση συνηγορούν δύο ακόμα σημαντικοί παράγοντες: (α) η ανάγκη νέων εναλλακτικών οδών διέλευσης των ελληνικών εξαγωγών προς τη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη και (β) η ανάγκη εξουδετέρωσης των πρωτοβουλιών για τη δημιουργία νέων παράλληλων προς τα σύνορα μας οικονομικών αξόνων με παράκαμψη της Θράκης και της Βόρειας Ελλάδας γενικότερα.


Οι άξονες ενός Σχεδίου Δράσης



Είναι σαφές, επομένως, ότι το ζητούμενο δεν είναι απλώς η ένταση των προσπαθειών και η αύξήση των ρυθμών ανάπτυξης. Η αναγκαία υπέρβαση της σημερινής κατάστασης, απαιτεί μια προσπάθεια με χαρακτηριστικό ιστορικής τομής, η αιτιολόγηση της οποίας δεν θεμελιώνεται στα δεδομένα του παρελθόντος, αλλά στις διαγραφόμενες εξελίξεις και τις εύλογες προσδοκίες μας για το μέλλον. Είναι επείγον να καταστεί συνείδηση και να μεταφραστεί σε δράση και έργο η δημιουργία στη Β. Ελλάδα ενός νέου ισχυρού πόλου (συμπληρωματικού της Θεσσαλονίκης), αν θέλουμε να διαδραματίσει η χώρα μας το ρόλο της στην ευρύτερη περιοχή. Για να μπορέσει να ανταποκριθεί η Θράκη σε αυτό το νέο και πολύ σημαντικό ρόλο, για την ίδια αλλά και για το σύνολο της χώρας, απαιτείται ένα Σχέδιο Δράσης. Ο χώρος, οι άνθρωποι και οι δραστηριότητές τους στο χώρο, τα σημερινά και προσεχή προβλήματα οργάνωσης και λειτουργίας, απαιτούν σοβαρές και άμεσες παρεμβάσεις σε κρίσιμους τομείς του χωροοικονομικού συστήματος.


α. Να αλλάξουμε τη θέση της Θράκης στην οικονομική γεωγραφία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης



Καμιά προσπάθεια ανάπτυξης δεν μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα αποτελεσματική, αν δεν διαμορφωθούν κατάλληλες τοπικές συνθήκες και δεν αρθούν τα αίτια που δυσχεραίνουν τη διακίνηση των παραγωγικών συντελεστών και επιδρούν δυσμενώς στο κόστος παραγωγής, στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων και την αποδοτικότητα των επιχειρήσεων. Αν δεν διαφοροποιηθεί, δηλαδή, ριζικά το όλο πλέγμα των δικτύων μεταφορών, επικοινωνιών και αστικών εξυπηρετήσεων, που προσδιορίζει το βαθμό και τον τρόπο ένταξης της Θράκης στον ευρύτερο εθνικό, βαλκανικό και ευρωπαϊκό χώρο.

Θέμα πρώτης προτεραιότητας, σε ό,τι αφορά τα έργα υποδομής, αποτελεί, για την περιοχή της Θράκης, η κατασκευή της Εγνατίας οδού (μέχρι τα σύνορα με την Τουρκία), με προδιαγραφές πραγματικού αυτοκινητοδρόμου, ως προς τη χάραξη και την κατασκευή του, αλλά και ως προς τις παρεχόμενες εξυπηρετήσεις σε όλη τη διαδρομή. Αναγκαία είναι, επίσης, η βελτίωση των εγκάρσιων δρόμων (προς Βουλγαρία).


Ανάλογη σημασία έχει το νέο (υψηλών ταχυτήτων) σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας, το πρώτο τμήμα του οποίου πρέπει να κατασκευασθεί στη Βόρεια Ελλάδα και να εξυπηρετήσει τη σύνδεση της Θράκης με τη Θεσσαλονίκη και τη Βουλγαρία (στο Ορμίνιο και τη Νυμφαία).


Το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης πρέπει να αποκτήσει προδιαγραφές διεθνούς διαμετακομιστικού κέντρου. Το αεροδρόμιο της ίδιας πόλης πρέπει να συνδεθεί με πυκνότερα δρομολόγια με την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη βαθμιαία δε και με το εξωτερικό.


Σημαντικά έργα απαιτούνται, τέλος, στα κύρια αστικά κέντρα της περιοχής, προκείμένου να ενισχυθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και να οι λειτουργίες τους.

Με τα έργα αυτά θα βοηθηθεί πολύ η παραγωγική και γενικότερα η οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή της Θράκης. Η περιοχή θα αποκτήσει δηλαδή προσπέλαση υψηλών προδιαγραφών:
•    με τους κύριους εμπορικούς δρόμους της χώρας και επομένως με τα μεγάλα καταναλωτικά κέντρα της εγχώριας αγοράς
•    με τους οδικούς άξονες που διατρέχουν την νοτιοανατολική Ευρώπη και μέσω αυτών με τις βασικές παραδοσιακές αγορές των ελληνικών προϊόντων στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη
•    με τις χώρες της ανατολικής Βαλκανικής και ευρύτερα της παρευξείνιας ζώνης, με τις οποίες αναμένεται να αναπτυχθούν μακροπρόθεσμα αμφίδρομες εμπορικές και γενικά οικονομικές σχέσεις.
Επί πλέον, θα εξουδετερωθούν οι κινήσεις για παράλληλο και ανταγωνιστικό άξονα πάνω από τα βόρεια σύνορά μας, που θα απειλούσε με περιθωριοποίηση τη Θράκη, αλλά και τη Θεσσαλονίκη ακόμα. Απέναντι σε αυτές τις κινήσεις, η υψηλή ποιότητα των προσφερόμενων συνολικά υπηρεσιών θα προσδώσει στο γεωγραφικό πλεονέκτημα της Θράκης τις πραγματικές του διαστάσεις.

Δεν πρέπει να επαναληφθούν φαινόμενα προσπαθειών, που εκδηλώνονται με διαδικασίες αμφίβολης αποτελεσματικότητας και καταλήγουν σε έργα με χαρακτηριστικά και προδιαγραφές.


β. Να αναζωογονήσουμε τον πληθυσμό


Θεωρείται αυτονόητο, ότι οποιαδήποτε πολιτική για τη Θράκη πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα (μεταξύ άλλων) και τη δραστική πληθυσμιακή ανάκαμψη της περιοχής. O στόχος αυτός καθορίζει τις αναγκαίες προϋποθέσεις αλλά και το μέγεθος και το είδος της επιβαλλόμενης αναπτυξιακής προσπάθειας. Η αύξηση του μόνιμου πληθυσμού της Θράκης σε ποσοστό 15-20% περίπου μέσα σε μία δεκαετία (δηλαδή αύξηση κατά 60.000 άτομα) προϋποθέτει την έγκαιρη εξασφάλιση απασχόλησης και στέγασης.

Σε ότι αφορά την απασχόληση, με δεδομένη την υπάρχουσα ανεργία και την φυσιολογική απώλεια θέσεων εργασίας στον αγροτικό τομέα αλλά και σε ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους, εκτιμάται ότι θα απαιτηθεί η δημιουργία 45-50 χιλ. νέων θέσεων εργασίας, κυρίως στους τομείς της μεταποίησης και των υπηρεσιών και δευτερευόντως στον αγροτικό τομέα.

Σε ότι αφορά τη στέγαση, λαμβάνοντας δε υπόψη το σημερινό απόθεμα κατοικιών, εκτιμάται ότι απαιτείται κατασκευή νέων κατοικιών για τη μόνιμη στέγαση 50.000 ατόμων. Οι συνολικές ανάγκες είναι ακόμα μεγαλύτερες, γιατί πρέπει να συνυπολογιστούν οι ανάγκες στέγασης του φοιτητικού πληθυσμού, που πρέπει να αυξηθεί πολύ.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι παλιννοστούντες ομογενείς. Η μόνιμη εγκατάστασή τους στην περιοχή της Θράκης και η οργανική ένταξή τους στην τοπική κοινωνία και οικονομία προϋποθέτουν σοβαρή και αποτελεσματική οργάνωση των προσπαθειών, τόσο στους τομείς της στέγασης και της απασχόλησης, όσο και σε εκείνους της εκπαίδευσης και τεχνικής κατάρτισης.


γ. Να προωθήσουμε μια εξωστρεφής και ταχύρρυθμη ανάπτυξη


Η οικονομική ανάπτυξη της Θράκης αποτελεί, φυσικά, το καίριο πρόβλημα της περιοχής και τον κεντρικό στόχο του Σχεδίου Δράσης. Η έμφαση στις υποδομές έχει νόημα, μόνο αν εξυπηρετήσει τη γρήγορη οικονομική ανάπτυξη της περιοχής. Η επιτυχία του εγχειρήματος θα κριθεί από το αν θα αυξηθεί δραστικά ο μόνιμος τοπικός πληθυσμός. Η διαφοροποίηση της οικονομικής γεωγραφίας της περιοχής επιτρέπει, και η ικανοποίηση του πληθυσμιακού στόχου επιβάλλει, την ταχύρρυθμη και εξωστρεφή ανάπτυξη της Θράκης. Επιβάλλει, δηλαδή, την πραγματοποίηση παραγωγικών επενδύσεων με ποσοτική και ποιοτική επάρκεια και κατάλληλη χρονική κλιμάκωση. Απαιτούνται ειδικότερα:


•    Aμεση τόνωση της τοπικής αγοράς. Με την εντελώς κατ' εξαίρεση, σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα, ενίσχυση των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων (φορολογικές ελαφρύνσεις, επιδοτήσεις ανέργων, καταναλωτικά δάνεια κτλ.). Με τη στήριξη της οικοδομικής και κατασκευαστικής δραστηριότητας (αύξηση στεγαστικών δανείων, μείωση αντικειμενικών αξίων κτλ.), σε συνδυασμό με νέα χωροταξική και πολεοδομική αντίληψη και οργάνωση.


•    Στήριξη και εξυγίανση του υπάρχοντας παραγωγικού δυναμικού. Στη γεωργία, με την επιτάχυνση του αναδασμού, την επέκταση της άρδευσης και την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών. Στη βιομηχανία, με τη χρηματοοικονομική διευκόλυνση των επιχειρήσεων και με τη βελτίωση των εξυπηρετήσεων που προσφέρουν οι βιομηχανικές περιοχές. Γενικότερα με την επιδότηση για ορισμένο διάστημα του λειτουργικού κόστους (εργασίας, κεφαλαίων κίνησης και ενέργειας) των επιχειρήσεων.


•    Δημιουργία νέου επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Με σύγχρονους μηχανισμούς υποστήριξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας στη Θράκη, σε τομείς όπως οι νέες επενδύσεις εκσυγχρονισμού και επέκτασης (βελτίωση του υπάρχοντος αναπτυξιακού νόμου, κεφάλαια υψηλού κινδύνου, χρηματοδοτική μίσθωση κτλ.), η λειτουργία των μονάδων (εξειδίκευση προσωπικού, κέντρα μελετών και τεκμηρίωσης για τις βαλκανικές αγορές, υπηρεσίες συμβούλων για την εσωτερική οργάνωση και εξωτερική ανάπτυξη των επιχειρήσεων), η επέκταση της δραστηριότητος τους στη βαλκανική (καθιέρωση ασφάλιση των εξαγωγών, παροχή δανείων υπό μορφή εμπορικών πιστώσεων, διεύρυνση των επενδυτικών κινήτρων σε ορισμένες περιοχές της Βαλκανικής, αποτελεσματική οικονομική διπλωματία).


Με ιδιαίτερη έμφαση οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τα κρίσιμα θέματα, που συνδέονται με την ενίσχυση της τοπικής επιχειρηματικότητας και τη στήριξη του εξωστρεφούς προσανατολισμού της. Ειδικότερα στον τομέα της βιομηχανίας, το υπάρχον δυναμικό είναι πολύ μικρό και δεν διαθέτει την ενός πόλου, ικανού να προσελκύσει γύρω του τις αναγκαίες υπηρεσίες και εξυπηρετήσεις. Προκύπτει, έτσι, η ανάγκη κάποιων μεγάλων βιομηχανικών επενδύσεων, που προϋποθέτουν την ενεργοποίηση κυβερνητικών παραγόντων σε άμεση συνεργασία με μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Παράλληλα η σύγχρονη οργάνωση της οικονομικής διπλωματίας πρέπει να συνδυαστεί με τη στελέχωση, αναβάθμιση και ανάπτυξη των υπηρεσιών μας στις βαλκανικές χώρες. Πρέπει επίσης να επιδιωχθεί η αναλογική συμμετοχή μας και στο κόστος αλλά και στο όφελος, που απορρέουν από την κοινοτική βοήθεια για μεγάλα έργα στις βαλκανικές χώρες.


δ. Να τονώσουμε την εμπιστοσύνη και τις προοπτικές του πληθυσμού


Η υπέρβαση της σημερινής κατάστασης επιβάλλει την ανατροπή του δυσμενούς ψυχολογικού κλίματος που επικρατεί στην περιοχή. Η προσπάθεια αυτή απαιτεί μακροπρόθεσμη πολιτική, με συνέπεια, συνέχεια και επίμονη, με επίγνωση ότι η απόδοσή της θα είναι μακροχρόνια και θα αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες: γιατί πρέπει να ξεπεράσει αδράνειες δεκαετιών και τις αντιδράσεις από τα συμβαίνοντα στην περιοχή, ενώ εξάλλου συναρτάται με τη γενικότερη πολιτική που ασκείται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, αλλά και με επιδράσεις από τις διεθνείς εξελίξεις.
Για την αναστροφή του ψυχολογικού κλίματος, την κύρια ευθύνη έχει αναμφισβήτητα το κράτος. Όχι οποιοδήποτε, αλλά ένα καλύτερο και αποτελεσματικότερο κράτος. O στόχος αυτός συνδέεται:


•    Με την αποκέντρωση της κεντρικής εξουσίας, την εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό της τοπικής διοίκησης. Με τη συνολική ή μερική μετεγκατάσταση και εν πάση περιπτώσει με την ενεργότερη φυσική παρουσία, την εξειδικευμένη και προσαρμοσμένη δράση φορέων του δημοσίου τομέα, όπως π.χ. η Ε.Ρ.Τ. (τοπικό κανάλι), η Δ.Ε.Η (τοπικός σταθμός), λοιποί οργανισμοί και ιδρύματα (Ε Τ. Β. Α.. Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ., Ο. Α.Ε.Δ. κτλ.), φορείς σχετικοί με αγροτικές εφαρμογές ή τη διαχείριση αγροτικών προϊόντων (βαμβάκι, καπνός, δημητριακά κτλ.), υπηρεσίες του στρατού (σχολές αξιωματικών, υπαξιωματικών ή τεχνικού προσωπικού κτλ.).


•    Με μια αναπτυξιακή πολιτική ανοικτή στη μειονότητα, στοιχεία της οποίας πρέπει να είναι η παγίωση αισθήματος ισονομίας και ισοπολιτείας, η παροχή διευκολύνσεων σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης, η ταυτόχρονη διευκόλυνση κάθε προσπάθειας να αναπτυχθούν όλες οι γλωσσικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, η καλλιέργεια νέων επαγγελματικών προσανατολισμών, η ενθάρρυνση της κοινωνικής και γεωγραφικής κινητικότητας, η οριστική εκκαθάριση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, η παροχή ευκαιριών επενδύσεων στην τοπική οικονομία.
Απαιτείται, δηλαδή, κράτος με διακριτική αλλά πειστική και αποτελεσματική παρουσία, πιο κοντά σε όλους τους πολίτες, ικανό να μελετά και να κατανοεί τα προβλήματα, να σχεδιάζει και να υλοποιεί τις κατάλληλες λύσεις, να εξυπηρετεί τελικά την κοινωνία, τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.


ε. Να επενδύσουμε κατά προτεραιότητα στο ανθρώπινο δυναμικό


Το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης επιβάλλεται να εξυψωθεί και να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για την ειδική σημαντική αποστολή του στην περιοχή. Η σωστή και ταχεία αναδιοργάνωση και ανάπτυξη του μπορεί να έχει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, πολλές και θετικές επιπτώσεις:


•    Στην τοπική οικονομία: με τη δημιουργία στελεχών πρώτης γραμμής και γενικότερα με τη σύνδεση των (σημερινών ή αυριανών) εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων του Δ.Π.Θ. με τις ανάγκες της τοπικής οικονομίας και κοινωνίας.


•    Στον πληθυσμό: με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και εισοδημάτων, με την τόνωση της ψυχολογίας των κατοίκων, αλλά και με την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών (π.χ. στον τομέα της υγείας).


•    Υπερτοπική σημασία: με την ίδρυση π.χ. νέων τμημάτων (Βαλκανικών Σπουδών, Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων κτλ.) ή ινστιτούτων (τεκμηρίωσης και στατιστικής ανάλυσης), με στόχο να διερευνηθούν συστηματικά και να κατανοηθούν τα προβλήματα και οι προοπτικές των χωρών της ανατολικής Βαλκανικής και της παρευξείνιας ζώνης.


Ο εξωστρεφής προσανατολισμός της Θράκης πρέπει να στηριχθεί σε υπεύθυνες, σύγχρονες και υψηλού επιπέδου επιστημονικές, επιμορφωτικές και οργανωτικές πρωτοβουλίες. Με αυτές είναι δυνατόν να εξασφαλιστούν υπηρεσίες ανώτερης στάθμης, χρήσιμες για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, αλλά και για την εξύψωση του φρονήματος του πληθυσμού και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης του στο μέλλον. Παράλληλα με το Δ.Π.Θ., στις μεσαίες και ανώτερες βαθμίδες είναι αναγκαίος ο αποτελεσματικός συντονισμός των μηχανισμών τεχνικής κατάρτισης και επιμόρφωσης. Ένα Κέντρο Κατάρτισης (ΚΕ.ΚΑ.) μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά ως φορέας συντονισμού της αγοράς εργασίας, εναρμονίζοντας δηλαδή τη ζήτηση ειδικοτήτων από τις παραγωγικές δυνάμεις της ευρύτερης περιοχής και την προσφορά υπηρεσιών κατάρτισης από ένα πλήθος φορέων, συμβάλλοντας έτσι στον προγραμματισμό του εργατικού δυναμικού και στην προετοιμασία του για την αντιμετώπιση των νέων συνθηκών που επηρεάζουν τη ζήτηση.

Τέλος, σημαντική συμβολή για την αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού, στην ανάπτυξη και τον προσανατολισμό της περιοχής, αποτελεί η εγκατάσταση στη Θράκη ένας Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου, με στόχο την προώθηση διαρκώς βαθύτερης οικονομικής πολιτισμικής συνεργασίας στην ευρύτερη περιοχή. Η Ελλάδα θα πρέπει να διεκδικήσει την ίδρυση Ευρωπαϊκού Κέντρου Βαλκανικών Ερευνών (Ε.ΚΕ.Β.Ε.), με ευέλικτη και δυναμική οργάνωση και με στόχους:


•    την προώθηση της οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής συνεργασίας των βαλκανικών χωρών
•    την ανάπτυξη των διαβαλκανικών ανταλλαγών στους τομείς της εκπαίδευσης, της έρευνας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων
•    την οργάνωση και διαχείριση σχετικών κοινοτικών προγραμμάτων.

 

Οι προϋποθέσεις


Ένα Σχέδιο Δράσης, βεβαίως, δεν περιορίζεται μόνο στις βασικές επιλογές στρατηγικού χαρακτήρα. Χρειάζεται να επεκταθεί σε όλους τους τομείς των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δραστηριοτήτων, με ιεράρχηση των προτεραιοτήτων και χρονικό προγραμματισμό των ενεργειών. Συνολικός έγκαιρος και μακροχρόνιος σχεδιασμός είναι αναγκαίο αντίδοτο σε επεμβάσεις αποσπασματικού χαρακτήρα. Ωστόσο, ο σχεδιασμός οφείλει να έχει δυναμικό χαρακτήρα. Πολλά ειδικά προβλήματα μπορούν να προσδιοριστούν καλύτερα,, ενώ άλλα θα αναδειχθούν κατά την εξέλιξη του Σχεδίου Δράσης. Εκείνο που κυρίως έχει σημασία είναι η συνολική απόφαση της ελληνικής κοινωνίας και της πολιτικής της ηγεσίας να αναλάβει τις βασικές πρωτοβουλίες, να δεσμεύσει τους απαραίτητους πόρους και να εξασφαλίσει την αποτελεσματική χρήση τους.

Η εναρμόνιση λόγων και έργων, καθώς και η σωστή και έγκαιρη εφαρμογή τους, αποτελούν το κρίσιμο πρόβλημα για την αποτελεσματικότητα ενός Σχεδίου Δράσης, στο πλαίσιο της ελληνικής πραγματικότητας.


α. Να εξασφαλίσουμε τους αναγκαίους πόρους



Αν πράγματι θέλουμε να αναστρέψουμε το δυσμενές ψυχολογικό κλίμα, να μεταβάλουμε μεσοπρόθεσμα την. οικονομική γεωγραφία της Θράκης, να θέσουμε σε κίνηση μια αναπτυξιακή διαδικασία ταχύρρυθμη και εξωστρεφή και να επιτύχουμε μακροπρόθεσμα τη γενική αναζωογόνηση και ειδικότερα την πληθυσμιακή ανάκαμψη της περιοχής, τότε το κόστος των επιβαλλόμενων επιλογών είναι μεγάλο.

Αν θέλουμε να μεταβάλουμε την οικονομική γεωγραφία της περιοχής, με την οργανική δηλαδή ένταξη της Θράκης στον εθνικό και τον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο και την εξασφάλιση της λειτουργίας της ως εφαλτηρίου της Ελλάδας και της Κοινότητας, με στόχο την ειρηνική οικονομική και πολιτική συνεργασία στην περιοχή της ανατολικής Βαλκανικής και της παρευξείνιας ζώνης, τότε πρέπει να δεσμευτούν πολύ σημαντικοί πόροι για τις βόρειες περιοχές και κυρίως για τη της χώρας, τουλάχιστον σε βαθμό που να ανταποκρίνεται στη διατυπωμένη ελληνική αλλά και ευρωπαϊκή βαλκανική πολιτική. Οι πόροι που θα δεσμευτούν θα πρέπει να ανταποκρίνονται στο συνολικό πραγματικό κόστος των έργων. Το σύνολο των δαπανών, τοπικής ή υπερτοπικής σημασίας, που θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν τουλάχιστον σε μία δεκαετία, εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει το 1 τρις Δρ. Στα επόμενα 6 χρόνια (πρόγραμμα σύγκλισης, 2ο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης), Θα έπρεπε αντιστοίχως να απορροφηθούν περίπου 600 δισ. δρχ.
Η δέσμευση του 5-6% του συνόλου των πόρων (εθνικό και περιφερειακό σκέλος) του 2ου Κ.Π.Σ., 400-450 δισ: δρχ. περίπου, είναι επαρκές ποσό για τη στήριξη της όλης προσπάθειας. Είναι προφανές ότι η συμμετοχή της Θράκης στην κατανομή των συνολικών πόρων επιβάλλεται να είναι υψηλότερη από εκείνη που θα της αναλογούσε, με βάση πληθυσμιακά (3,5%) ή άλλα κριτήρια. Η διαφορά αυτή, άλλωστε, δίνει το οικονόμικo μέτρο της επιβαλλόμενης εθνικής προσπάθειας και επιβάλλει, ενδεχομένως, ανακατανομή κονδυλίων (του 2ου Κ.Π.Σ.) εις βάρος άλλων περιοχών ή έργων. Τα υπόλοιπα 150-200 δισ. δρχ. είναι δυνατόν να προέλθουν από άλλες πηγές, δηλαδή από άλλους κοινοτικούς πόρους, όπως:


•    κοινοτικές πρωτοβουλίες του 2ου Κ.Π.Σ. (μη κατανεμημένοι πόροι): για διασυνοριακές δράσεις, για τις μειονότητες, για τις λιγότερο ομιλούμενες γλώσσες, για τους παλιννοστούντες πληθυσμούς (όπως π.χ. τα προγράμματα Intεrrεg, Horizon κτλ.)


•    νέες κοινοτικές πρωτοβουλίες (για την αναδιάρθρωση βιομηχανικών περιοχών σε κρίση κτλ.)


•    κοινοτικές πολιτικές συνήθεις (για την έρευνα, την εκπαίδευση, την ενέργεια κτλ.) ή νέες (βοήθεια στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης).
Η συνολική προσπάθεια, για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της Θράκης, προϋποθέτει και τη συμμετοχή του Τακτικού Προϋπολογισμού για δαπάνες χωρίς επαρκή (άμεσα τουλάχιστον) ανταποδοτικά οφέλη. Οι επιβαρύνσεις αυτές είναι κυρίως επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, που επιβάλλεται να προσδιοριστούν με αυστηρότητα και προσοχή, για να εξυγιανθούν οι επιχειρήσεις και να προωθηθούν νέες επενδύσεις ή για την άσκηση δραστικής πολιτικής στους τομείς της στέγασης, της απασχόλησης, της εκπαίδευσης κτλ. Βαθμιαία, βεβαίως, η επιβάρυνση του Τακτικού Προϋπολογισμού θα αμβλυνθεί, λόγω των θετικών, αμέσων ή έμμεσων, επιπτώσεων, που αναμένεται να έχει η οικονομική ανάκαμψη της περιοχής. Πάντως η πρόσθετη αυτή δαπάνη, στο πλαίσιο του δυνητικά σοβαρού εθνικού προβλήματος που αντιμετωπίζει η χώρα, αποτελεί στοιχείο των εθνικά επιτακτικών δαπανών, για να προβλεφθούν έγκαιρα σοβαρές αρνητικές συνέπειες γενικότερης σημασίας.


β. Να διαχειριστούμε αποτελεσματικά τους πόρους


Το κύριο βάρος του Σχεδίου Δράσης για τη Θράκη θα το επωμισθεί ο τοπικός διοικητικός μηχανισμός. Είναι, επομένως, αναγκαία η άμεση διαμόρφωση ενός τοπικού πυρήνα δημόσιων λειτουργών υψηλότατου επιπέδου (με μεταθέσεις ή αποσπάσεις), καθώς και η ταχύτατη εξειδίκευση και μετεκπαίδευση του υπάρχοντος προσωπικού. Η προσπάθεια αυτή μπορεί και πρέπει να υποστηριχθεί με μισθολογικά, βαθμολογικά ή άλλα (π.χ. στεγαστικά) κίνητρα.
Σε κάθε περίπτωση, και με δεδομένη την ελληνική εμπειρία στην εκτέλεση μεγάλων και σύνθετων έργων ή προγραμμάτων, o αποτελεσματικός συντονισμός του σχεδιασμού και της πραγματοποίησης ενός εγχειρήματος τέτοιου μεγέθους, καινούργιου για τα ελληνικά δεδομένα, απαιτεί τη δημιουργία ένάς κατάλληλου μηχανισμού. Η προτεινόμενη συντονιστική αρχή Θράκης (Σ.Α.Θ.) θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις δυσκολίες του εγχειρήματος, αν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, όπως:
•    Η υπερκομματική συγκρότηση και στήριξή της. Το Σχέδιο Δράσης για τη Θράκη συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που το καθιστούν σχέδιο εθνικής σημασίας και υπερκομματικού χαρακτήρα. Η χρονική διάρκεια του σχεδίου, το μέγεθος των πόρων που θα κινητοποιηθούν και των δυνάμεων που θα δεσμευτούν σε μακροχρόνια βάση, οι κινητοποιήσεις συμφερόντων και οι συνακόλουθες "πιέσεις" ή "αντιδράσεις" που μπορούν να προκληθούν, συνιστούν μερικούς από τους παράγοντες που υπερβαίνουν τον κύκλο ζωής κυβερνήσεων ή τις "αντοχές' κομμάτων και επιβάλλουν τον επιμερισμό της ευθύνης του όλου εγχειρήματος στο σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.
•    Ο επιτελικός, συντονιστικός και εποπτικός χαρακτήρας της. Η Σ.Α.Θ., με ολιγοπρόσωπο και ευέλικτο επιτελείο (στη Θράκη και στην Αθήνα), οφείλει να συμβάλει στην αξιοποίηση των πόρων και στην επιτυχή έκβαση της όλης προσπάθειας, με την ενεργοποίηση της διοίκησης χωρίς να την υποκαθιστά. Μόνες εγγυήσεις: το αυξημένο κύρος της, ώστε να μπορεί να παρεμβαίνει στο υψηλότερο επίπεδο του κρατικού μηχανισμού, και η υποχρέωση της να ενημερώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα την κυβέρνηση, τα κόμματα και τη Βουλή και να ευαισθητοποιεί την κοινή γνώμη για την πρόοδο του έργου.


Αναμενόμενες επιπτώσεις



Το προτεινόμενο Σχέδιο Δράσης απαιτεί σημαντικούς πόρους, αλλά αναμένεται να έχει ανάλογης σημασίας επιπτώσεις στην ανάπτυξη της τοπικής και της Εθνικής οικονομίας. Το σύνολο των πόρων του σχεδίου, στην περίοδο μιας 6ετίας, είναι μιάμιση φορά περίπου μεγαλύτερο από το ετήσιο Ακαθάριστο Προϊόν της Θράκης το 1993.

Εμπειρικές εκτιμήσεις έδειξαν, ότι στην περίοδο εφαρμογής του σχεδίου ο ετήσιος ρυθμός ανόδου του Ακαθάριστου Προϊόντος της Θράκης θα αυξηθεί κατά μία ποσοστιαία μονάδα περίπου, από την προτεινόμενη αναπτυξιακή παρέμβαση. Η σημαντική αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, με τη βελτίωση των υποδομών και την αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου, αναμένεται να ενισχύσει, την ιδιωτική επενδυτική δραστηριότητα. Έτσι, οι ιδιωτικές επιχειρηματικές επενδύσεις προβλέπεται να σημειώσουν μια πρόσθετη αύξηση, λόγω του Σχεδίου, της τάξεως του 3% ετησίως. Επίσης, η εφαρμογή του προγράμματος θα οδηγήσει στη δημιουργία άνω των 20.000 θέσεων εργασίας, στηρίζοντας και ενισχύοντας σημαντικά την απασχόληση στη Θράκη.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθούν οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις του Σχεδίου Δράσης στο παραγωγικό δυναμικό της περιοχής, οι οποίες έχουν μονιμότερο χαρακτήρα και αποκτούν ιδιαίτερη σημασία μετά τη λήξη της εφαρμογής του προγράμματος.


Η ώρα της δράσης και της ευθύνης


Είναι επιτακτική και εφικτή η επιτυχία. Επιβάλλεται άμεση, πλήρης και αποτελεσματική κινητοποίηση, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να εξελιχθεί σε οξύ πρόβλημα η Θράκη. Οι προοπτικές για μια γόνιμη δράση διευρύνονται, οι προϋποθέσεις επιτυχίας υπάρχουν, οι δυσκολίες για να εξασφαλιστούν οι πόροι μπορούν να υπερνικηθούν. H ευθύνη, για να εξασφαλιστεί εγκαίρως το αναμενόμενο συνολικό αποτέλεσμα, αφορά όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας.

Σε τοπικό επίπεδο, κατ' αρχήν, πρέπει να ενεργοποιηθούν οι πολίτες με τη συμμετοχή τους στον προγραμματισμό, χωρίς προσκόλληση σε παροχές και κίνητρα που δεν συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη, προκειμένου να αποτραπούν οι όποιοι κίνδυνοι, που δεν συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη, προκειμένου να αποτραπούν οι όποιοι κίνδυνοι για την περιοχή, με την υπέρβαση της σημερινής κρίσης. Αν η ίδια η τοπική κοινωνία δεν πιστέψει και δεν επενδύσει στον τόπο , κανένα σχέδιο δεν μπορεί να αποδώσει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, όσο μεγάλο ή δαπανηρό και αν είναι.

Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι, βέβαια, να κατορθώσει να υπερβεί η κεντρική διοίκηση τις γνωστές της αδυναμίες και ασυνέπειες, να δεσμεύσει οριστικά τους αναγκαίους πόρους και να τους αξιοποιήσει αποτελεσματικά. Η δυσκαμψία της ελληνικής γραφειοκρατίας και οι εξ αυτής αστοχίες και δυσάρεστες εμπειρίες στο πρόσφατο παρελθόν, πρέπει να ενεργοποιήσουν τα αντανακλαστικά μας. Αν δεν καταβληθεί η απαιτούμενη προσπάθεια. αν δηλαδή δεν δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν στη Θράκη να συμμετάσχει ενεργά στις εξελίξεις, τότε οι ευθύνες, έναντι των κινδύνων που καραδοκούν, θα είναι πολύ μεγάλες.

Αλλά και σε κοινοτικό επίπεδο οφείλουμε να προκαλέσουμε το ειδικό ενδιαφέρον της Επιτροπής, του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου. Γιατί συντρέχουν όλες οι ευνοϊκές προϋποθέσεις, για να χαρακτηριστεί η Θράκη ως ευρωακριτική περιοχή κοινοτικού ενδιαφέροντος. Το πολυδιάστατο (εθνικό, βαλκανικό, κοινοτικό) πρόβλημα της κορυφαίας ακριτικής περιοχής της χώρας χρειάζεται να προβληθεί ως αυτόνομο πρόβλημα από την ελληνική κυβέρνηση και να αντιμετωπιστεί ως τέτοιο από τα ανώτατα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η τελική διαμόρφωση, η επίσημη παρουσίαση και υποστήριξη, από την ελληνική πλευρά, ένας συνολικού και αξιόπιστου Σχεδίου Δράσης για τη Θράκη, εναρμονισμένου με τις καίριες διαστάσεις της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας και της Κοινότητας, έχει πολλές πιθανότητες να αντιμετωπιστεί με τη δέουσα ευαισθησία και ευελιξία.
Νίκος Χ. Τουφεξής - Μελετητής Δ.Ε.
Υποδομή των μεταφορών στη Θράκη

Εισαγωγή

Οι δύο όροι και σχετίζονται στενά από την αρχαιότητα. Ο πρώτος όρος, , είναι μία λέξη της αρχαίας και της νεοελληνικής, με πλούτο εννοιών, χρήσεων και παραγωγών που πάντα αναφέρονται σε κίνηση, εξέλιξη και επικοινωνία, δηλαδή σε βασικά στοιχεία ανάπτυξης του πολιτισμού. Ο δεύτερος όρος, , είναι ένας χώρος με ιστορική και πολιτισμική παρουσία, που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης, όπου αυτή εγγίζει την Ασία. Η γεωγραφική αυτή θέση, κομβικό σημείο στην επικοινωνία των κόσμων Ανατολής και Δύσης, δημιουργεί και την ιστορική σχέση των εννοιών και .

Περιορίζοντας την πρώτη έννοια στον στενότερο τεχνοκρατικό όρο και τη δεύτερη στο τμήμα της αρχαίας Θράκης που περιλαμβάνεται σήμερα στο όριο της ελληνικής επικράτειας. θα διακρίνουμε δύο άξονες με συγκεκριμένες διευθύνσεις:
•    τον άξονα Α-Δ (Ανατολή-Δύση) και
•    τον κάθετο στον προηγούμενο άξονα Β-Ν (Βορράς - Νότος), που δημιουργούν στον χώρο της Θράκης ένα (Εικόνα 1).
Ιστορία

Ο οριζόντιος άξονας Α-Δ είναι η αναγκαστική χερσαία διάβαση παράκαμψης του Αιγαίου στην κίνηση από και προς τα κέντρα του αρχαίου κόσμου της Δύσης και της Ανατολής. Από αυτόν τον διάδρομο πέρασε ο Ξέρξης στην πορεία του για την καθυπόταξη της Ελλάδας και ο Μέγας Αλέξανδρος στην εκστρατεία του προς την Aσία. Ένας πανάρχαιος δρόμος, που περνούσε τον Έβρο στην περιοχή του Δορίσκου, διέσχιζε την πεδινή παραλιακή Θράκη, συνδέοντας τα οικιστικά κέντρα της διαδρομής του. Ήταν προφανώς βατός με τροχό και ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι κάτοικοι τον συντηρούσαν (Εικόνα 2).

Τη Ρωμαϊκή εποχή κατασκευάζεται η περίφημη Εγνατία. Ακολούθησε τη γενική κατεύθυνση του προηγούμενου δρόμου, με βορειότερη κατά τόπους χάραξη, περνώντας από το Βορηά τη Βιστωνίδα και το Παγγαίο. Αρχιζε από την Αδριατική και εκτείνονταν αρχικά μέχρι τον Έβρο και μετέπειτα μέχρι την Κωνσταντινούπολη, χαρακτηριζόμενη ως άξονας σύνδεσης παλιάς και νέας Ρώμης. Διατηρήθηκε επί αιώνες και νέα οικιστικά κέντρα δημιουργήθηκαν στη διαδρομή της.

Τα λείψανά της διακρίνονται κατά τόπους και σήμερα. Εκείνο όμως που παρέμεινε ακέραιο είναι το όνομα της, χαρακτηρίζοντας τον άξονα κίνησης Α-Δ.


Τη διαδρομή της Εγνατίας ακολούθησαν και οι δρόμοι των καραβανιών κατά την τουρκοκρατία. Μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Θράκης, η παγκόσμια επιβολή του αυτοκίνητου δημιούργησε την ανάγκη των και τη δεκαετία του '30, κατασκευάστηκε η εθνική οδός Θεσσαλονίκης - Ελληνοτουρκικών συνόρων, με τη διαδρομή που λίγο ως πολύ ακολουθεί και σήμερα.

Σιδηροδρομικά, ο οριζόντιος άξονας υλοποιήθηκε από τη γραμμή διεθνούς πλάτους Θεσσαλονίκης - Αλεξανδρούπολης. Κατασκευάστηκε κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Από την Αλεξανδρούπολη μέχρι το Νέστο, ακολουθεί την ίδια γενική κατεύθυνση με τον οδικό άξονα. Από τους Τοξότες και μετά, διαγράφει ένα μεγάλο τόξο προς βορρά και, μετά μακρά διαδρομή (Παρανέστι- Δράμα- Σέρρες- Δοϊράνη- Κιλκίς), καταλήγει στη Θεσσαλονίκη.

Ο κάθετος άξονας Β-Ν, που δημιουργεί το σταυροδρόμι, είναι άξονας σύνθετος. Αποτελείται από έναν θαλάσσιο δρόμο, από τα κομβικά σημεία (λιμάνια) της βόρειας ακτής του Αιγαίου και από τις χερσαίες διεξόδους προς την ενδοχώρα.

Όπως προαναφέρθηκε, η ανάγκη της παράκαμψης του Αιγαίου γέννησε τον χερσαίο άξονα Α-Δ. Το ίδιο πέλαγος, που είναι η ανατολικότερη από τις τρεις ευρωπαϊκές κολπώσεις της βόρειας Μεσογείου, είναι και η αιτία ύπαρξης του σύνθετου άξονα κίνησης Β-Ν. Ο κάθετος αυτός δρόμος δεν εμφανίζει ιστορικά τη χρονική συνέχεια του οριζόντιου. Η ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης σε κυρίαρχο σημείο διεξόδου δυτικά του, η ύπαρξη του θαλασσίου δρόμου των Στενών ανατολικά του και οι κατά καιρούς επιδρομές από το Βορρά δημιουργούν ασυνέχειες, κυρίως στη λειτουργία του χερσαίου τμήματος του, ενώ το θαλάσσιο και τα λιμάνια εμφανίζονται με σχεδόν διαρκή λειτουργία.

Από την αρχαϊκή εποχή, ο αιγαιοκεντρικός ελληνικός πολιτισμός, με πρώτο άλμα τα δύο νησιά του Θρακικού πελάγους, Θάσο και Σαμοθράκη, εγκαθίσταται στα απέναντί τους παραλία και ιδρύει πόλεις - λιμάνια και εμπορεία. Μαρώνεια, Αβδηρα, Νεάπολις, Ηιών είναι τα μεγάλα λιμάνια του αρχαίου κόσμου στην περιοχή και συνοδεύονται από μεγάλων αριθμό εμπορείων και παραλιακών οικισμών. Στην εκτεταμένη και φυσικά αλίμενη ακτή μεταξύ Έβρου και Στρυμώνα, όπου την θερινή εποχή (εποχή που δραστηριοποιείται το κωπήλατο και ιστιοφόρο ναυτικό) πνέουν βορειοανατολικοί κυρίως άνεμοι, κάθε κάμψη ή αναδίπλωση της ακτογραμμής, που προστατεύει από τους καιρούς, του ανατολικού τομέα κρύβει και τα ίχνη μιας αρχαίας λιμενικής εγκατάστασης. Η αρχική επικοινωνία του χώρου με τις μητροπόλεις του Αιγαίου και την Ανατολική Μεσόγειο συνεχίστηκε, με διακυμάνσεις της κίνησης και αναλαμπές ή μαρασμό λιμανιών σε όλη την περίοδο του ιστιοφόρου ναυτικού.

Η ατμοκίνηση και η διώρυγα του Σουέζ, καθοριστικά στοιχεία εξέλιξης στις θαλάσσιες μεταφορές κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, βρήκαν την περιοχή με δύο θέσεις αξιόλογης λιμενικής λειτουργίας την Αλεξανδρούπολη (τότε Δεδέ-αγάτς) και την Καβάλα. Τα λιμενικά τους όμως έργα ήταν υποτυπώδη, ουσιαστικώς ανύπαρκτα.

Μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Θράκης, προέκυψε η ανάγκη εκτέλεσης σοβαρών έργων στις θέσεις αυτές. Έτσι, στην δεκαετία του '30, κατασκευάστηκε το λιμάνι της Καβάλας, που παραμένει μέχρι σήμερα με την αρχική του μορφή και μέγεθος. Στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης κατασκευάστηκε μέρος των εξωτερικών του έργων, η εκτέλεση διακόπηκε με την έκρηξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και η ολοκλήρωση τους έγινε το 1950, με τη βοήθεια του σχεδίου Μάρσαλ. Από τότε και μέχρι σήμερα, με βραδείς ρυθμούς, γίνονται οι εσωτερικές κρηπιδώσεις.


Το χερσαίο μέρος του κάθετου μεταφορικού άξονα Β-Ν είχε, συγκριτικά με τον αντίστοιχο οριζόντιο, δευτερεύουσα σημασία. Υπήρχε όμως από την αρχαιότητα και ο Θουκυδίδης αναφέρεται σε διαδρομή από τα Αβδηρα μέχρι τον Ίστρο (Δούναβη). Η κοιλάδα του Έβρου αποτελούσε συνεχή άξονα επικοινωνίας προς Βορρά, όπως και σήμερα.


Σημερινή κατάσταση


Η σημερινή κατάσταση της μεταφορικής υποδομής που εξυπηρετεί τη Θράκη χαρακτηρίζεται από μέτρια έως κακή. Οδικά, ο οριζόντιος άξονας υλοποιείται από την εθνική οδό αριθ.2 Θεσσαλονίκης - ελληνοτουρκικών συνόρων, με διεθνή χαρακτήρα και χρήση (αρχικός χαρακτηρισμός το 1950 Ε5, έπειτα Ε55, σήμερα Ε90) (Εικόνα 3).

Είναι ο δρόμος του 1930 που προαναφέρθηκε και, παρά τις συνεχείς προσπάθειες βελτίωσης του, βρίσκεται πάντα πίσω από τις απαιτήσεις της υπάρχουσας κυκλοφορίας. Σύμφωνα με στοιχεία του ΥΠΕΧΩΔΕ, δέχεται μεγάλους κυκλοφοριακούς φόρτους, της τάξεως των 12.000 οχημάτων (ΜΕΑ) ημερησίως, με συμμέτοχη κατά 42% φορτηγών οχημάτων. Έχει, στο μεγαλύτερο μέρος του μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και διέρχεται μέσα από τις πόλεις και τα χωριά πού συναντά.


Σιδηροδρομικά, ο οριζόντιος άξονας υλοποιείται από τη γραμμή Θεσσαλονίκης - Αλεξανδρούπολης, με την αρχική χάραξη του περασμένου αιώνα. Η θεωρητική μέγιστη ταχύτητα του δικτύου είναι 120 χλμ/ωρα, αλλά λόγω τοπικών ειδικών συνθηκών η πραγματική μέση ταχύτητα πολύ συχνά κατέρχεται και κάτω των 60 χλμ/ωρα. Το κύριο όμως αρνητικό για τη Θράκη στοιχείο της γραμμής είναι το μεγάλο τόξο περιπορείας, που διαγράφει κατά τη διαδρομή προς Θεσσαλονίκη μετά τους Τοξότες, όπως προαναφέρθηκε.

Ο κάθετος άξονας, στο χερσαίο μέρος του, υλοποιείται από την εθνική οδό αριθ. 51 Αλεξανδρούπολης - Ορμενίου και την αντίστοιχη σιδηροδρομική γραμμή. Η κατάσταση είναι ανάλογη και οδικά δυσμενέστερη από αυτήν του οριζοντίου άξονα. Τα κομβικά σημεία του κάθετου άξονα - τα λιμάνια - βρίσκονται επίσης σε κατάσταση κατώτερη όχι μόνον των προοπτικών τους, αλλά και των σημερινών απαιτήσεων της κίνησης. Ο χώρος της Θράκης εξυπηρετείται μεταφορικά από τα λιμάνια της Αλεξανδρούπολης και της Καβάλας, που έχουν κυρίως εξαγωγικό χαρακτήρα (φορτώσεις). Το πρώτο συνδέεται με το σιδηροδρομικό δίκτυο, ενώ το δεύτερο όχι. Υπάρχουν επίσης αρκετά μικρά λιμάνια και λιμενίσκοι, από τα οποία το Λάγος, η Κεραμωτή και η Νέα Πέραμος έχουν και μεταφορική δραστηριότητα, με κυριότερο το Λάγος (Εικόνα 4).

Το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, που μόλις τώρα συμπληρώνει τους προ 40ετίας σχεδιασμούς, έχει χρήσιμο βάθος 8 μέτρων και 800 περίπου μέτρα μετώπου κρηπιδωμάτων αντίστοιχου βάθους. Με μοναδική εξαίρεση τον πρόσφατα αποκτηθέντα εξοπλισμό φόρτωσης δημητριακών, στερείται μηχανολογικού εξοπλισμού. Από την Αλεξανδρούπολη διακινούνται ετησίως (1992) 750.000 τον. εμπορεύματα και 100.000 επιβάτες.

Η Καβάλα εμφανίζει διασπορά των λιμενικών λειτουργιών. Το κεντρικό λιμάνι, που παραμένει με την ίδια μορφή από το 1930, έχει χρήσιμο βάθος 10 μέτρων και 600 περίπου μέτρα μετώπου κρηπιδωμάτων αυτού του βάθους. O μηχανολογικός του εξοπλισμός είναι ανεπαρκής. Πρόσφατα άρχισε η εκτέλεση των πρώτων έργων νέου εμπορικού λιμανιού. Από την Καβάλα διακινούνται ετησίως (1992) 1.800.000 τον. εμπορεύματα και 550.000 επιβάτες.


Σε κανένα από τα δύο λιμάνια δεν υπάρχουν επιλιμένιοι γερανοί. Σε κανένα από τα δύο δεν γίνεται διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων, όχι γιατί δεν υπάρχει τέτοια κίνηση, αλλά γιατί είναι αδύνατο να εξυπηρετηθεί.

Όσον αφορά τις αερομεταφορές, o χώρος της Θράκης εξυπηρετείται από τα αεροδρόμια Αλεξανδρούπολης και Καβάλας (Χρυσούπολη) με 1 έως 2 πτήσεις ημερησίως προς Αθήνα (στην Καβάλα διαρκώς ανέρχεται η κίνηση πτήσεων τσάρτερς). Της Αλεξανδρούπολης διαθέτει μικρότερο διάδρομο, αλλά σύγχρονο κτίριο αεροσταθμού, ενώ της Καβάλας διαθέτει διάδρομο υψηλών προδιαγραφών, αλλά ανεπαρκές κτίριο αεροσταθμού. Η κάθε άλλο παρά ικανοποιητική εικόνα της μεταφορικής υποδομής δείχνει την περιθωριοποίηση του βορειανατολικού ακριτικού ελληνικού χώρου, που οφείλεται στην απόσταση και όχι μόνον την γεωγραφική, από το κέντρο σχεδιασμού και αποφάσεων της χώρας.

Πρέπει να επισημανθεί εδώ, ότι όλα τα έργα μεταφορών που προαναφέρθηκαν είναι εθνικής κλίμακας, με αρμοδιότητα σχεδιασμού και προγραμματισμού κεντρική και όχι περιφερειακή ή νομαρχιακή.


Αναγκαιότητες


Η πρώτη αναγκαιότητα, για τον εκσυγχρονισμό της υποδομής των μεταφορών στη Θράκη, προέρχεται από αυτήν την ίδια την υστέρηση της υποδομής, που οδηγεί στην περιθωριοποίηση και την απομόνωση του συγκεκριμένου χώρου. Η άρση απομόνωσης της Θράκης και η ανάγκη ισχυροποίησής της επιβάλλουν την προσπάθεια για την ταχύρρυθμη ανάπτυξη της. Βασική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη υψηλού επιπέδου μεταφορικής υποδομής, η οποία δεν υπηρετεί απλώς, αλλά καθορίζει την ανάπτυξη. Και βέβαια αποτελεί αρμοδιότητα, αλλά και υποχρέωση της Πολιτείας η εξασφάλιση αυτού του επιπέδου.

Η δεύτερη αναγκαιότητα εκσυγχρονισμού της υποδομής προκύπτει από την μεταβολή του ρόλου της βορειοανατολικής Ελλάδας στον διεθνή και τον Βαλκανικό χώρο, μετά τις εξελίξεις στις διεθνείς σχέσεις την τελευταία πενταετία. Ο πανάρχαιος ρόλος του οριζόντιου άξονα επανέρχεται και γίνεται η κατεύθυνση που οδηγεί στην ανατολική πύλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ασία, ενώ οι θαλάσσιοι δρόμοι, που καταλήγουν στο βόρειο Αιγαίο, αποκτούν διεθνή ενδοχώρα, που εκτείνεται απεριόριστα.

Τα βασικά έργα μεταφορικής υποδομής, που ικανοποιούν ταυτόχρονα και τις δύο αναγκαιότητες (εθνική και διεθνή), είναι:
•   Ο αυτοκινητόδρομος δυτικής Ελλάδας - Έβρου (Εγνατία) (Εικόνα 5).
•  Ο εκσυγχρονισμός του οριζόντιου σιδηροδρομικού άξονα, με απαραίτητη επέμβαση την νέα τεταμένη χάραξη Θεσσαλονίκης - Τοξοτών, μέσω Αμφίπολης και Πιερίας κοιλάδας (Εικόνα 6).
Τα νέα σύγχρονα λιμάνια Αλεξανδρούπολης και Καβάλας (λιμενικά έργα και εξοπλισμός). Οι κάθετες συνδέσεις του οριζόντιου άξονα, με άμεση προτεραιότητα στον εκσυγχρονισμό του υπάρχοντος οδικού και σιδηροδρομικού άξονα Αλεξανδρούπολης - Ορμένιου.


Προοπτικές


Η προοπτική της υλοποίησης αυτών των έργων φαίνεται σήμερα περισσότερο πιθανή από άλλοτε. Οι συγκυρίες:


•    των προβλημάτων στην παραδοσιακή μέσω Γιουγκοσλαβίας σύνδεση της χώρας με την Ευρώπη
•    των ραγδαία αυξανομένων εμπορικών και επιχειρηματικών σχέσεων με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης
•    των δυνατοτήτων που προκύπτουν από την χρηματοδοτική στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τη χώρα μας (Β' πακέτο Ντελόρ)
•    της απειλής δημιουργίας άξονα ,
αφύπνισαν το ενδιαφέρον του Αθηναιοκεντρικής νοοτροπίας ελληνικού κράτους, για την μεταφορική υποδομή της βορειοανατολικής Ελλάδας. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ακόμη και η Ακαδημία Αθηνών προτείνει σχέδιο για την ανάπτυξη της Θράκης, στο οποίο κυρίαρχη θέση κατέχει η κατεύθυνση υλοποίησης των έργων που αναφέρθηκαν προηγουμένως, κατεύθυνση που είναι άλλωστε μονοσήμαντη.


Οι ταλαντεύσεις βέβαια υπάρχουν. H Εγνατία, στις κατά καιρούς εξαγγελίες ανεβοκατεβαίνει την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, σαν τον κολυμβητή του Καρτεσίου. Οι φωνές για προτεραιότητα του παραλογισμού Ηγουμενίτσα- Βόλος, άξονας Ευρώπης - Μέσης Ανατολής δεν έχουν κατασιγάσει ακόμη. Ο ΟΣΕ, που μόλις πρόσφατα διανοήθηκε να περιλάβει στους μακροχρόνιους σχεδιασμούς του την ευθύγραμμη σύνδεση της Θράκης, αναζητά διεξόδους μερικών και εφικτών λύσεων.


Επιλεγόμενα


Τελειώνοντας, πρέπει να επισημανθεί ότι οι διεθνείς συγκυρίες και σχέσεις, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια, δεν μπορούν να είναι πάντοτε απόλυτα προκαθορισμένες. Και αν αναλογιστούμε ότι η ύπαρξη:


•    ενός δρόμου με διαχωρισμένη κυκλοφορία δύο λωρίδων ανά κατεύθυνση και χωρίς διέλευση μέσα από οικισμούς όπως η (Εγνατία),
•    μιας σιδηροδρομικής σύνδεσης, χωρίς τη σημερινή περιπορεία των 100 και πλέον χιλιομέτρων και λιμανιών ικανών να διακινούν εμπορευματοκιβώτια και να εξυπηρετούν τις ανάγκες της σημερινής εθνικής ενδοχώρας,
αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για απρόσκοπτη σύνδεση, ανάπτυξη και ισχυροποίηση του χώρου της Θράκης, που θα έπρεπε να είχε ήδη πραγματωθεί ανεξάρτητα από ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, διεθνείς συγκυρίες και προοπτικές, τότε γίνεται αντιληπτό, ότι η δημιουργία σύγχρονης μεταφορικής υποδομής στον βορειοανατολικό ελλαδικό χώρο πρέπει να αποτελεί πρώτιστο μέλημα και, κυρίως, αταλάντευτο στόχο της εθνικής στρατηγικής ανάπτυξης.



Πρόδρομος Εμφιετζόγλου - Πρόεδρος της ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Β. - Αντιπρ. Συλλόγου Ι.Κ.Τ.Α.Θ.
Ο ανατολικός διευρωπαϊκός αγωγός βορρά-νότου και η ανάπτυξη της Θράκης

 

Η ανάπτυξη μιας χώρας είναι ο μόνος τρόπος να αποφύγει την παρακμή και τον μαρασμό. Η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί προϋπόθεση για την κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη. Η δε οικονομική ανάπτυξη ξεκινά από την υποδομή.

Αυτό είναι και το πρόβλημα της Θράκης: Η ανάπτυξη της υποδομής, που θα δημιουργήσει τις δυνατότητες για την ανάπτυξη της πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς παραγωγής, με επακόλουθο την κοινωνική και πολιτιστικη της αναβάθμιση.

Οι νέες συνθηκες που δημιουργήθηκαν μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού δημιουργούν τεράστιες νέες δυνατότητες στη Θράκη. Αλλάζει τελείως η αναπτυξιακή της κατεύθυνση. Απο ακραία, απαμακρυσμενη επαρχία καθίσταται το προγεφύρωμα της Ελλάδας, αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σ' ολόκληρο το χώρο της Ανατολικής Ευρώπης, του Εύξεινου Πόντου και των χωρών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Οι νέες αυτές συνθήκες επιβάλλουν νέες αναγκαιότητες και στα έργα υποδομής.

Βασικό, πρωταρχικό έργο υποδομής όλης αυτής της ευρύτερης ενδοχώρας, αποτελεί ο , από Πετρούπολη μέχρι Αλεξανδρούπολη. Ο νέος αυτός αγωγός θα αποτελείται κατ' αρχήν από τον νέο διευρωπαϊκό αυτοκινητόδρομο, που θα ξεκίνα από την Αλεξανδρούπολη και μέσω Ορμενίου θα οδεύει δυτικά του Πύργου και της Βάρνας της Βουλγαρίας, δυτικά της Κοστάντζα της Ρουμανίας, θα περνά ανατολικά του Κισινέβ και τη Μολδαβίας και δυτικά της Οδησσού της Ουκρανίας με κατεύθυνση προς το Κίεβο. Από το Kίεβo ο αυτοκινητόδρομος διακλαδίζεται στο δυτικό κλάδο, προς το Μίνσκ της Λευκορωσίας προς τη Πετρούπολη εξυπηρετώντας τις χώρες της Βαλτικής και στον ανατολικό κλάδο, προς Μόσχα και Πετρούπολη.


Η υλοποίηση αυτού του νέου δρόμου θα έχει ως επακόλουθο μια τεράστια ανάπτυξη σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Δημιουργείται έτσι ένας άμεσος δίαυλος από τη Βαλτική στη Μεσόγειο και εναλλακτική, ταχύτερη και οικονομικότερη σύνδεση, από αυτή της θαλασσίας οδού μέσω Δαρδανελίων και Βοσπόρου. Ακόμη, επιτυγχάνεται ταχεία πρόσβαση και για τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης προς τη Μεσόγειο, τόσο μέσω του υφιστάμενου οδικού δικτύου, όσο και δια της πλωτής οδού Ρήνου - Μαίν - Δούναβη. Πρόσθετη διευρωπαϊκή δυνατότητα επικοινωνίας (Δυτική - Ανατολική Ευρώπη) δημιουργείται ακόμη μέσω της Ελλάδας δια της Εγνατίας Οδού. Από το Κίεβο μπορεί κανείς μέσα σε 10 ώρες να βρεθεί στην Αλεξανδρούπολη και σε άλλες 6 στην Ηγουμενίτσα, για να συνεχίσει προς Ιταλία. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η δυνατότητα συνδυασμών θαλάσσιων - οδικών μεταφορών, που μπορούν να υλοποιηθούν μέσω της Εγνατίας και των λιμανιών της Ηγουμενίτσας, Θεσσαλονίκης, Καβάλας και Αλεξανδρούπολης. Αλλά στην ίδια εδαφική λωρίδα, δίπλα στον αυτοκινητόδρομο, με σημαντικά περιορισμένα έξοδα, μπορεί να κατασκευαστεί και ο πετρελαιαγωγός Βορρά - Νότου, νέος αγωγός φυσικού αερίου, νέα διευρωπαϊκά δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και νέα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα. Ήδη, ανακοινώθηκε η αρχική συμφωνία για τον πετρελαιαγωγό Αλεξανδρούπολης - Πύργου, έργα κολοσσιαίας σημασίας για την ανάπτυξη της Θράκης. Πετρελαιαγωγός που μπορεί εύκολα αργότερα να επεκταθεί προς Ρουμανία και Ουκρανία και ακόμη να συνδεθεί με τους πετρελαιαγωγούς από Καζακστάν και Αζερμπαϊτζάν προς Νοβοροσίσκ.

Είναι μια μοναδική ευκαιρία για τη χώρα μας, να αναλάβει τις συνεννοήσεις με τις ενδιαφερόμενες χώρες και να προωθήσει το έργο διεθνώς και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιδιώκοντας την υπαγωγή του στα διευρωπαϊκά δίκτυα. Πρόκειται για έργο εφικτό από τεχνικής άποψης, εύλογου οικονομικού κόστους, ιδιαίτερα παραγωγικό, που μπορεί να αποσβεσθεί σε λιγότερο από 10 χρόνια. Έργο που δύναται να υλοποιηθεί σε 5 χρόνια, αλλάζοντας ριζικά την όψη της ευρύτερης περιοχής. Το έργο αυτό θα καταστήσει τη Θράκη μας κέντρο ανάπτυξης, κέντρο δημιουργίας και πολιτισμού, κέντρο Ελληνισμού, όπως ήταν πάντα ανά τους αιώνες.




Ασημάκης Ψυχουδάκης - Αναπλ. Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης
Αγροτικός τομέας της Θράκης - Τάσεις και προοπτικές ανάπτυξης


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ανάπτυξη της Θράκης υπολείπεται του μέσου επιπέδου ανάπτυξης της χώρας. Η υστέρηση αυτή οφείλεται στην αναποτελεσματικότητα της πολιτικής, εξαιτίας της αβεβαιότητας που υπάρχει στην οικονομική συμπεριφορά στη Θράκη και κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, στη γεωγραφική της θέση, σε συνδυασμό με το χαμηλό επίπεδο εμπορικών σχέσεων με τις γειτονικές χώρες και στην ανεπάρκεια των υποδομών. Έτσι, οι ρυθμοί ανάπτυξης των μη γεωργικών τομέων της οικονομίας ήταν μικρότεροι στη Θράκη από τους ρυθμούς άλλων περιοχών της χώρας. Ο αγροτικός τομέας διατηρεί μεγάλα σχετικά μεγέθη, ενώ δεν έχει φθάσει σε επίπεδο ανάπτυξης, που να εξασφαλίζει παραγωγικότητα στους διαθέσιμους πόρους συγκρίσιμη με αυτών άλλων τομέων της οικονομικής δραστηριότητας.

Η ανάπτυξη και η ευημερία της Θράκης αποτελούν, υπό τις υφιστάμενες συγκυρίες, όρο εθνικής επιβίωσης. Έτσι δικαιολογείται το ενδιαφέρον που εκδηλώνεται για την ανάπτυξη της (έκφραση του οποίου αποτελεί και το παρόν συνέδριο και η συμφωνία που υπάρχει για κάθε παρέμβαση προς αυτή την κατεύθυνση. Προϋπόθεση για την ανάπτυξη της Θράκης, υπό την υφιστάμενη διάρθρωση της οικονομίας της, είναι η ύπαρξη ενός ανεπτυγμένου αγροτικού τομέα ο οποίος θα αξιοποιήσει τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους της και θα εξασφαλίσει την απαιτούμενη αγορά των άλλων τομέων της οικονομίας.

Η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα, δηλ. της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, δεν μπορεί παρά να εντάσσεται στα πλαίσια της πολιτικής, με την οποία επιδιώκεται η αγροτική ανάπτυξη της χώρας, για την απαιτούμενη σύγκλιση της οικονομίας της με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την πολιτική αυτή πρέπει να προσδιορίζουν και να κατευθύνουν οι παρακάτω συγκυρίες:


•    Η αλλαγή του οικονομικού συστήματος στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η οποία συνεπάγεται αλλαγή της θέσης της χώρας στη γεωγραφία της νοτιοανατολικής Ευρώπης (και φυσικά και της Θράκης).
•    Η πίεση που ασκείται σε διεθνές επίπεδο, για την δημιουργία συνθηκών ελεύθερου διεθνούς εμπορίου, όπως αυτή εκφράζεται με τις νέες ρυθμίσεις της GATT.
•    Η αναθεώρηση της Αγροτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, έκτος από την ενσωμάτωση των ρυθμίσεων της GATT, κατευθύνεται από τις πιέσεις που ασκούνται για μείωση των δαπανών αγροτικής πολιτικής.
•    Η συνεχής αύξηση του αριθμού των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που σημαίνει διεύρυνση της αγοράς, αλλά και ένταση του ανταγωνισμού.
Οι συγκυρίες αυτές διαμορφώνουν ένα αδιέξοδο για τον αγροτικό τομέα της χώρας και ασκούν πίεση για διαρθρωτικές αλλαγές. Συγχρόνως όμως, υποδεικνύουν ότι η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα της χώρας πρέπει να στηριχθεί στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της, που προκύπτουν από τα μεσογειακά χαρακτηριστικά του τομέα και το μεγάλο μέγεθος της διαθέσιμης εργασίας. Ο αγροτικός τομέας της χώρας, με δεδομένη τη διάρθρωση του, που συνεπάγεται υψηλό κόστος, πρέπει να αναπτύξει τα χαρακτηριστικά της συμπληρωματικότητας, σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στα πλαίσια αυτά πρέπει να επιδιωχθεί η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα της Θράκης.

Η εισήγηση αυτή περιλαμβάνει την ανάλυση της διάρθρωσης των κλάδων φυτικής και ζωικής παραγωγής, την εξέλιξη του τομέα την μετά το 1960 περίοδο και προτάσεις για την αναδιάρθρωση του. Προσδιορίζονται νέες κατευθύνσεις για την ανάπτυξη και την προσαρμογή της Θράκης, μαζί με άλλες περιφέρειες της χώρας, στις συνθήκες που διαμορφώνονται για τη χώρα μας στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Η διάρθρωση των κλάδων του αγροτικού τομέα προσδιορίζεται από τις εδαφοκλιματικές συνθήκες, τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους και την ασκούμενη πολιτική. Οι κλιματικές συνθήκες της Θράκης δεν διαφέρουν ουσιαστικά από αυτές που χαρακτηρίζουν το σύνολο της χώρας. Το κλίμα της επιτρέπει την παραγωγή όλων σχεδόν των προϊόντων της εύκρατης ζώνης και κυρίως των μεσογειακών, ενώ συντείνει στην μεγάλη διακύμανση των αποδόσεων. Οι συνθήκες αυτές απαιτούν υψηλές επενδύσεις για την εξασφάλιση της άρδευσης, που είναι απαραίτητη για μία υψηλής παραγωγικότητας γεωργία. Οι διαθέσιμοι υδατικοί πόροι μπορεί να εξασφαλίσουν την άρδευση των 3/4 περίπου της καλλιεργούμενης έκτασης, ενώ τα αρδευτικά έργα που υπάρχουν περιορίζουν τις αρδευόμενες εκτάσεις στο 30% της καλλιεργούμενης έκτασης (32% στη χώρα). Η Θράκη είναι σχετικά πλούσια σε εδαφικούς πόρους, ενώ εκτάσεις, που αντιπροσωπεύουν το 1/3 περίπου της γεωργικής γης, βρίσκονται σε ορεινές περιοχές. Η διαθέσιμη όμως υποδομή, και κυρίως υποδομή εμπορίας και μεταποίησης, υπολείπεται άλλων περιοχών της χώρας, ενώ κρίσιμη είναι η ανεπάρκεια της υποδομής Μεταφορών, Επικοινωνιών και Διοίκησης.

Η γεωργία της Θράκης χαρακτηρίζεται από την επικράτηση των αροτραίων καλλιεργειών. Την εικοσαετία 1961-80, η έκταση οκτώ καλλιεργειών (χειμερινά σιτηρά, αραβόσιτος, καπνός, βαμβάκι, ηλίανθος, τεύτλα, μηδική, τομάτα) αυξήθηκε από 63 % σε 83 % του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων, ενώ αντίθετα την ίδια περίοδο, η έκταση των ίδιων καλλιεργειών στη χώρα μειώθηκε από 56% στο 53 % περίπου της καλλιεργούμενης έκτασης. Έγινε αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, σε έκταση που αντιπροσώπευε το 1/4 των καλλιεργούμενων εκτάσεων και αφορούσε την αύξηση των σιτηρών, αραβοσίτου, τεύτλων, μηδικής, με αντίστοιχη μείωση παραδοσιακών καλλιεργειών της Θράκης. Την ίδια περίοδο, η κτηνοτροφία, την οποία αποτελούν κυρίως οι κλάδοι της αγελαδοτροφίας και αιγοπροβατοτροφίας, παρουσίασε μία αύξηση της τάξης του 6% την πρώτη δεκαετία, ενώ την επόμενη δεκαετία μειώθηκε κατά 17% περίπου (τα παραπάνω μεγέθη αφορούν αριθμό ζώων). Είναι η περίοδος που μειώνεται στα χαμηλότερα επίπεδα παραγωγής η σηροτροφία του Σουφλίου.

Την περίοδο αυτή των διαρθρωτικών αλλαγών του αγροτικού τομέα της χώρας (όταν η μέση ετήσια αύξηση ήταν της τάξης του 3,6%), η γεωργία στη Θράκη συρρικνώθηκε ως προς την ποικιλότητα της, με τη μείωση των εκτάσεων παραδοσιακών καλλιεργειών. Επίσης, στη Θράκη δεν αναπτύχθηκαν η κρεοπαραγωγός και αυγοπαραγωγός πτηνοτροφία, όπως και η χοιροτροφία, κλάδοι της κτηνοτροφίας, που με την ανάπτυξη τους σε άλλες περιοχές της χώρας επιτεύχθηκε αυτάρκεια στα αντίστοιχα προϊόντα.

Ουσιαστική παρέμβαση στην περιοχή έγινε με την εγκατάσταση των δύο εργοστασίων ζάχαρης και των μονάδων ΣΕΒΑ, ΣΕΠΕΚ, ΣΕΚΑΠ, ΘΡΑΚΗ και άλλων μικρότερων, που αποτέλεσαν και το μοχλό της επιτευχθείσης ανάπτυξης της Θράκης. Τη μετά το 1981 περίοδο, η εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής συντελεί στην αύξηση της παραγωγής προϊόντων υψηλού βαθμού προστασίας. Αυξήθηκαν οι εκτάσεις σκληρού σιταριού, αραβοσίτου, καπνού, βαμβακιού και ηλιάνθου, ενώ μειώθηκε η συνολική έκταση των χειμερινών σιτηρών, λόγω αύξησης των αρδευόμενων εκτάσεων (η έκταση που αρδεύεται αυξήθηκε από 694 σε 1144 χιλ. σταρ., δηλ από 23% σε 38% περίπου της καλλιεργούμενης έκτασης, την περίοδο 1981-1990). Την περίοδο αυτή, η έκταση των έξι βασικών καλλιεργειών (σιτηρά, αραβόσιτος, καπνός, βαμβάκι, ηλίανθος και τεύτλα) αυξάνεται στο 92% (από 83%), ενώ για το σύνολο της χώρας οι καλλιέργειες αυτές αντιπροσωπεύουν το 56% της καλλιεργούμενης έκτασης. Η γεωργία της Θράκης περιορίζεται ουσιαστικά στην παραγωγή των παραπάνω έξι βασικών προϊόντων. Το βαμβάκι, τα τεύτλα και ο καπνός αποτελούν τους κυρίους κλάδους γεωργικής παραγωγής σε πολλές περιοχές της Θράκης. Την ίδια περίοδο, η αγελαδοτροφία παρουσίασε μείωση της τάξης του 41%, ως προς τον αριθμό των εκτρεφομένων ζώων (25 % στο σύνολο της χώρας), μικρή αύξηση παρουσίασε η αιγοπροβατοτροφία (8,3% περίπου, 10,5% στο σύνολο της χώρας), μειώθηκε η χοιροτροφία (40 % περίπου, 6,3% χώρας) και αυξήθηκε η μελισσοκομία (15%), δηλ. η μείωση της αγελαδoτροφίας ήταν μεγαλύτερη από την μείωση που παρουσιάσθηκε στο σύνολο της χώρας, ενώ η αύξηση του άλλου κύριου κλάδου της κτηνοτρoφίας της Θράκης, δηλ. της αιγοπροβατοτροφίας, ήταν μικρότερη της αύξησης που επιτεύχθηκε στη χώρα.

Από τη σύντομη αυτή περιγραφή των τάσεων που επικράτησαν, προκύπτει το πρόβλημα του αγροτικού τομέα της Θράκης. Ο τομέας περιορίσθηκε ως προς τον αριθμό των κλάδων φυτικής παραγωγής. ενώ ουσιαστική είναι η μείωση της ζωικής παραγωγής. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η σύνθεση της παραγωγής, που αποτελείται από βασικά προϊόντα, πρώτες ύλες και όχι από καταναλωτικά αγαθά. Το εισόδημα που προκύπτει από την παραγωγή των προϊόντων αυτών, σε μεγάλο ποσοστό, περίπου 40%, οφείλεται σε άμεσα ή έμμεσα μέτρα αγροτικής πολιτικής, δηλ. στην ΚΑΠ. Ο αγροτικός τομέας είναι καθυστερημένος, διότι παρουσίασε αδυναμία ενσωμάτωσης των χαρακτηριστικών της ανάπτυξης του αγροτικού τομέα της χώρας. H αγροτική πολιτική και πριν και μετά το 1981, ήταν λιγότερο αποτελεσματική στη Θράκη, από ότι στις άλλες περιοχές της χώρας.

Για όλα τα παραπάνω προϊόντα υπάρχουν προβλήματα και βάσιμες ενδείξεις, ότι η προστασία που τους παρέχεται συνεχώς θα μειώνεται. Για τα χειμερινά σιτηρά, τον αραβόσιτο και τον ηλίανθο, η αναθεώρηση της ΚΑΠ προβλέπει τη μείωση των θεσμικών τιμών, με παράλληλη επιδότηση, των καλλιεργειών με αντισταθμιστικές της απώλειας του εισοδήματος ενισχύσεις, ενώ για τον καπνό καθορίζονται ανώτατα όρια επιδοτούμενης παραγωγής. Επίσης, υπάρχουν περιορισμοί για τις ποσότητες των τεύτλων και του βαμβακιού και δεν υπάρχουν δυνατότητες αύξησης των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Τα προϊόντα που παράγονται στη Θράκη, περιλαμβάνονται μεταξύ των πλεονασματικών προϊόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή μεταξύ των προϊόντων, που μπορεί η Ευρώπη να τα προμηθευθεί φθηνότερα, έτσι προβλέπεται σταδιακή μείωση της προστασίας και των τιμών.


ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΑ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ



Θεωρούμε επίσης σκόπιμη την αναφορά στα κύρια διαρθρωτικά προβλήματα της Θράκης. Πρώτον, το πρόβλημα του μικρού μεγέθους και πολυτεμαχισμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, το οποίο δεν έχει την ίδια ένταση στη Θράκη, ή σε όλες τις περιοχές της, με την ένταση που έχει σε άλλες περιφέρειες της χώρας. Μέτρα πολιτικής, όπως ο αναδασμός και η πρόωρη συνταξιοδότηση, έχουν έμμεσες και οριακές επιπτώσεις στην άμβλυνση του προβλήματος. ΄Αμεση αύξηση του μεγέθους των εκμεταλλεύσεων θα προκύψει, μόνον όταν μειωθεί o αριθμός των απασχολούμενων στη γεωργία. Εφόσον αυτή η εξέλιξη δεν προβλέπεται, ούτε είναι επιθυμητή, πρέπει να επιδιωχθεί η αναδιοργάνωση των εκμεταλλεύσεων, με στόχο την ένταση εργασίας, ώστε να αξιοποιείται η διαθέσιμη οικογενειακή εργασία και να εξασφαλίζεται ένα κοινωνικά αποδεκτό ύψος γεωργικού εισοδήματος. Ο κανονισμός 2328/1991 της ΕΟΚ, που προβλέπει τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, αποτελεί το ενδεδειγμένο θεσμικό πλαίσιο για τον σκοπό αυτόν και πρέπει να επιδιωχθεί η αξιοποίησή του. Η διάσταση αυτή, δηλ. της εντατικοποίησης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων σε ανθρώπινη εργασία, αποτελεί επιδίωξη της προτεινόμενης διάρθρωσης των κλάδων.

Δεύτερον, το πρόβλημα της διακίνησης των γεωργικών προϊόντων. Είναι γνωστό, ότι η διάρθρωση του γεωργικού τομέα συνεπάγεται την ανάγκη ύπαρξης ενός ξεχωριστού συστήματος διακίνησης και μεταποίηση των γεωργικών προϊόντων. Το σύστημα αυτό αποτελείται από το ιδιωτικό εμπόριο, το οποίο δεν ελέγχεται από τους παραγωγούς και από τις συνεταιριστικές οργανώσεις που ασκούν εμπορία. Η βελτίωση των όρων διακίνησης των γεωργικών προϊόντων πρέπει να επιδιωχθεί με μέτρα, που θα ευνοήσουν την ανάπτυξη και των δύο φορέων. Η Θράκη λόγω της θέσης της, έχει μεγαλύτερες ανάγκες σε υποδομή εμπορίας, ενώ η προαναφερθείσα αλλαγή της θέσης της στην νοτιοανατολική Ευρώπη δημιουργεί ιδιαίτερες ανάγκες υποδομής διακίνησης και μεταποίησης των προϊόντων.

Τρίτον, το πρόβλημα των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών της Θράκης. Θεωρούμε, ότι σε κάθε περιοχή πρέπει να εντοπισθεί ο κύριος παράγοντας, που αποτελεί εμπόδιο για την ανάπτυξη της περιοχής και να αντιμετωπισθεί με ενεργότερη παρέμβαση. Στις ορεινές περιοχές το κύριο χαρακτηριστικό είναι η έλλειψη αρδευόμενων εκτάσεων. Για τις περιοχές αυτές απαιτείται η διερεύνηση των δυνατοτήτων άρδευσης, με την αξιοποίηση όλων των υδατικών πόρων, επιφανειακών και υπόγειων.


ΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΣΤΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΚΛΑΔΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ-ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ



Οι μακροπρόθεσμοι στόχοι ανάπτυξης της Θράκης πρέπει να προσδιορίζονται από την προοπτική ανάπτυξης του εμπορίου με τις χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα πρέπει να επικεντρωθεί στη δημιουργία των χαρακτηριστικών, που να τον καθιστούν συμπληρωματικό του αγροτικού τομέα των χωρών αυτών. Η Θράκη πρέπει να προσαρμοσθεί στην παραγωγή υψηλής ποιότητας μεταποιημένων τροφίμων, που να κατευθύνονται στην αναπτυσσόμενη αγορά της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ειδικότερα, οι στόχοι που πρέπει να τεθούν περιλαμβάνουν:


•    Την αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων για την παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων της Θράκης. Η αύξηση αυτή συνδέεται με την επίλυση τεχνικών προβλημάτων και την οργάνωση της μεταποίησης και εμπορίας τους. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εξασφάλιση της διάθεσης σε επίπεδο παραγωγού. Ορισμένα από τα προϊόντα αυτά δεν καλύπτονται από την Κ.Α.Π., γι' αυτό χρειάζεται η ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους.


•    Την καλλιέργεια οπωροκηπευτικών και αμπέλων και την μεταποίηση των παραγομένων προϊόντων. Η ανάπτυξη των καλλιεργειών οπωροκηπευτικών, η οποία πρέπει να αποτελέσει βασικής οικονομικής σημασίας παραγωγική κατεύθυνση, απαιτεί ειδικό φορέα για την οργάνωση της παραγωγής και κυρίως της μεταποίησης και εμπορίας. Η ανάπτυξη του κλάδου των οπωροκηπευτικών απαιτεί:
o    Την έρευνα των προβλημάτων παραγωγής
o    Την έρευνα της αγοράς και τον προσδιορισμό των ειδών και των ποικιλιών που έχουν προοπτικές εξαγωγών
o    Τη δημιουργία μονάδων τυποποίησης και συσκευασίας
o    Τη δημιουργία μονάδων επεξεργασίας και μεταποίησης
Η κατεύθυνση αυτή αξιοποιεί τις κλιματολογικές συνθήκες και τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της περιοχής. Επισημαίνεται, ότι υπάρχει ήδη τάση ανάπτυξης της κατεύθυνσης αυτής, σχετική εμπειρία (π.χ. καλλιέργεια σπαραγγιού) και υποδομή, αλλά συγχρόνως έχουν διαπιστωθεί πολλά προβλήματα και αδυναμίες.


•    Την ανάπτυξη θερμοκηπιακών καλλιεργειών και μανιταριών. Η κατεύθυνση αυτή αποτελεί ενδεχομένως έναν βιώσιμο παραγωγικό κλάδο με εξαγωγικό χαρακτήρα. Στην περιοχή δεν υπάρχει αξιόλογη εμπειρία και ούτε έχει γίνει μελέτη των προβλημάτων του κλάδου.


•    Την οργάνωση της οργανικής γεωργίας και την προοπτική εισαγωγής νέων καλλιεργειών. Και για τις δύο αυτές κατευθύνσεις, είναι απαραίτητη η μελέτη των σχετικών προβλημάτων και η διερεύνηση των προϋποθέσεων που απαιτούνrαι για την ανάπτυξή τους. Όσον αφορά τους κλάδους της κτηνοτροφίας, είναι αμφίβολο αν η Θράκη μπορεί να ανταγωνισθεί άλλες περιοχές της χώρας ή τις βορειότερες χώρες. Η ανάπτυξη των κλάδων της κτηνοτροφίας πρέπει να επιδιωχθεί στα πλαίσια των μέτρων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Ιδιαίτερη ενίσχυση ίσως δικαιολογείται για την ανάπτυξη της σηροτροφίας.


Η επίτευξη των προτεινομένων θα συμβάλει στην προσαρμογή του τομέα στις συνθήκες της αγοράς, είναι όμως αμφίβολη χωρίς την ανάληψη επενδυτικών κινδύνων, χωρίς τεχνική και επιστημονική στήριξη και κυρίως χωρίς management. Οι συνθήκες που υπάρχουν ιδιαίτερα στη Θράκη, δημιουργούν αμφιβολία για τις δυνατότητες που έχει ο ιδιωτικός τομέας και, σε ορισμένο βαθμό, οι συνεταιρισμοί να αναλάβουν επιτυχώς την επίτευξη των προτεινόμενων στόχων, με ή χωρίς κίνητρα. Θεωρούμε ότι ένας οργανισμός, που έχει τη δυνατότητα ανάληψης επενδυτικών κινδύνων, διαθέτει management και επιστημονική υποδομή (και τέτοιος είναι η βιομηχανία Ζάχαρης), πρέπει να αναλάβει την υλοποίηση των παραπάνω στόχων. Εξάλλου, η ΕΒΖ είναι ο κυριότερος μοχλός ανάπτυξης στην περιοχή και έχει αξιόλογη εμπειρία. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν δυνατότητες ανάπτυξης άλλων φορέων.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ


Ο αγροτικός τομέας της χώρας βρίσκεται σε αδιέξοδο. Η χώρα παράγει συνεχώς και ολιγότερα σε αριθμό προϊόντα, ορισμένα από τα οποία παράγονται για να αποσύρονται, ενώ άλλα γιατί την παραγωγή τους τη στηρίζει η πoλιτική που ασκείται. Το αδιέξοδο αυτό είναι πιο έντονο στη Θράκη, που η παραγωγή της συγκεντρώνεται σε ακόμη πιο περιορισμένο αριθμό προϊόντων. Η εισήγηση αυτή παρουσίασε κατευθύνσεις για την ανάπτυξη της Θράκης, οι οποίες προτείνεται να μελετηθούν και να προσαρμοσθούν, ώστε να υλοποιηθούν, για την ανάπτυξη της ευαίσθητης αυτής περιοχής της χώρας.

 

Κώστας Φωτιάδης - Αν. Καθηγ. Νεοελληνικής Ιστορίας Αριστοτελείου Πανεπιστ. Θεσ/νίκης
Η εγκατάσταση των προσφύγων στη δυτική Θράκη και η συμβίωση των Χριστιανών και Μουσουλμάνων Ελλήνων, 1919-1930


Το τελευταίο κεφάλαιο της μικρασιατικής περιπέτειας για τον Ελληνισμό, κυρίως της Ανατολικής Θράκης, ξεκινά με την υπογραφή της Ανακωχής των Μουδανιών, τον Οκτώβριο του 1927, και την υποχρέωση να εκκενωθεί ολόκληρη η Ανατολική Θράκη από τα ελληνικά στρατεύματα και τον ελληνικό πληθυσμό της. Η νέα αυτή σύμφορα δημιούργησε πρόσθετα προβλήματα στην επαναστατική κυβέρνηση, και μόλις είχε πάρει στα χέρια της την τύχη του ελληνικού κράτους.

Εκατοντάδες χιλιάδες ξεριζωμένοι Έλληνες, μετά από τρισχιλιόχρονη παραμονή στην καθ' ημάς Ανατολή, πανικόβλητοι, βγήκαν στους δρόμους που οδηγούσαν στην ηττημένη και ταπεινωμένη ακόμη από τους συμμάχους της Ελλάδα, παίρνοντας μαζί τους μόνο ένα μέρος της κινητής περιουσίας, τα άγια λείψανα της Ορθοδοξίας και τα σύμβολα του ελληνικού πολιτισμού. Η ανέτοιμη Ελλάδα αναγκάστηκε να πάρει έκτακτα μέτρα, αντιλαϊκά, να επιβάλει καινούργιους φόρους στον πληθυσμό, να επιτάξει τα σπίτια και μέρος της περιουσίας των ντόπιων Ελλήνων, στην προσπάθεια της να περισώσει από την πείνα και τις επιδημίες τον προσφυγικό Ελληνισμό, που από τους πρώτους μήνες ζούσε κάτω από άθλιες και τραγικές συνθήκες.

Στη Δυτική Θράκη, οι αρμόδιες αρχές αναγκάστηκαν να απαλλοτριώσουν και να επιτάξουν, εκτός από το σπίτια των Βουλγάρων που φύγανε και των βουλγαριζόντων που εντοπίστηκαν, και έναν μεγάλο αριθμό αστικών και αγροτικών μουσουλμανικών κατοικιών και κτημάτων, για την προσωρινή στέγασή τους, σημαντικές ποσότητες σιτηρών για τη διατροφή τους και ένα μεγάλο αριθμό ζώων για τις αγροτικές τους ανάγκες (1).

Ο νόμος της απαλλοτρίωσης μέρους της ακίνητης περιουσίας αποζημίωνε άμεσα τους ιδιοκτήτες και παραχωρούσε τις εν λόγω περιουσίες στην Ε.Α.Π.


Σκληρότερη ήταν η συμπεριφoρά της Πολιτείας με την εφαρμογή της επίταξης προσωρινά μέρους της περιουσίας των ντόπιων χριστιανών και μουσουλμάνων Ελλήνων, για τις άμεσες ανάγκες των προσφύγων (2). Είναι όμως προς τιμήν της, γιατί, πριν ακόμη επουλωθούν οι πληγές της μεγάλης συμφοράς και του οικονομικού αδιεξόδου, αποζημίωσε με ψήφισμα που εξέδωσε η Δ' Εθνοσυνέλευση, στις 10 Ιανουαρίου 1925, τις επιταγμένες περιουσίες των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης. Οκτώ εκατομμύρια (8.000.000) δραχμές της εποχής εκείνης δόθηκαν για τα ενοίκια των δωματίων και για την πληρωμή των σιτηρών (3).

Τα μέτρα αυτά κλόνισαν προσωρινά την οικονομική κατάσταση των μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων. Δεν αντέδρασαν όμως δυναμικά, ζητώντας την εξαίρεσή τους. H συντριπτική πλειοψηφία σεβάστηκε την καθολικότητα των επιβεβλημένων αντιλαϊκών μέτρων. Έβλεπαν ότι οι συνθήκες διαβίωσης των ντόπιων χριστιανών δεν ήταν καλύτερες. Ελάχιστες ήταν οι διαμαρτυρίες και αυτές σε χαμηλούς τόνους, ως τη στιγμή που την καθοδήγηση τους ανέλαβε πλέον το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής. Τρανή απόδειξη της εμπιστοσύνης και της κατανόησης των μουσουλμάνων προς την Ελληνική Διοίκηση αποτελεί το γεγονός του ελάχιστου αριθμού αυτών που έκαναν χρήση του δικαιώματος της επιλογής υπέρ της τουρκικής ιθαγένειας, ένα όπλο που τους παρείχε το άρθρο 3 της Συνθήκης των Σερρών περί Μειονοτήτων, το οποίο είχε τεθεί σε ισχύ και στη Συνθήκη της Λωζάνης (4), στο Πρωτόκολλο 16 (5). Συνολικά 200 άτομα από τους 94.723 μουσουλμάνους έκαναν χρήση (6).


Αλλη μία ουσιαστική απόδειξη της αρμονικής συμβίωσης των μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων με τους υπόλοιπους Έλληνες είναι ο μικρός αριθμός εκείνων που προτίμησαν να αναχωρήσουν από την Ελλάδα για την Τουρκία. Στο διάστημα της 8ετίας 1920-1928, δεν ξεπέρασαν τους 5.000 εκείνοι που αναχώρησαν για την Τουρκία. Θα πρέπει ακόμη εδώ να τονιστεί, ότι οι περισσότεροι από αυτούς κατάγονταν από τα δύο χωριά του νομού Έβρου, την Καβύλη και το Αχυροχώρι. Οι κάτοικοι των χωριών αυτών, μετά από δική τους πρωτοβουλία, ανταλλάχτηκαν, χωρίς καμμία άμεση ή έμμεση επέμβαση των δύο κρατών, με τους έλληνες κατοίκους των χωριών Βύσσα και Σιδηρόκαστρο της Ανατολικής Θράκης (7).

Η επίταξη των μουσουλμανικών περιουσιών δεν κράτησε πολύ. Αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, άρχισε μονομερώς η εφαρμογή των συγκεκριμένων άρθρων, που αναφέρονταν στην προστασία των μειονοτήτων (8). Με εντατικούς ρυθμούς, οι τοπικές αρχές προωθούσαν τα προσφυγικά κύματα, που κατέκλυζαν τη Δυτική Θράκη και άλλες περιοχές των ελλαδικών διαμερισμάτων για μόνιμη εγκατάσταση. Η αραίωση των προσφύγων είχε ως αποτέλεσμα τη βαθμιαία απόδοση των κτημάτων στους ιδιοκτήτες μουσουλμάνους. Μέσα σε μία τετραετία αποδόθηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου ή εξαγοράστηκαν οι επιταγμένες αστικές και αγροτικές περιουσίες των μουσουλμάνων (9). Οι μουσουλμάνοι ξανάγιναν κύριοι της περιουσίας τους. Οι αγροτικές τους καλλιέργειες αυξήθηκαν σημαντικά. Συγκεκριμένα, στην περιφέρεια Ξάνθης, οι μουσουλμάνοι, ενώ το 1921 παρήγαγαν 751.650 οκάδες καπνά, το 1924 η παραγωγή τους αυξήθηκε σε 1.262.000 οκάδες (10).


243 αγροτικά προσφυγικά χωριά χτίστηκαν ως το 1928 στή Δυτική Θράκη. Η πλειοψηφία των προσφύγων τακτοποιήθηκε σε καινούργια σπίτια που έκτισε τό κράτος και κυρίως η Ε.Α.Π.. την περίοδο 1922-1929, όπως επίσης και στα σπίτια των Βουλγάρων και μουσουλμάνων που φύγανε, αφού πρώτα επισκευάστηκαν απο την Ε.Α.Π. (11). Για το χτίσιμο των αγροτικών σπιτιών, η αρμόδια υπηρεσία χορήγησε σέ κάθε αγρότη οικογενειάρχη, τα απαραίτητα οικοδομικά υλικά, ένα άλογο και ένα κάρο για τή μεταφορά τους και χρήματα για τους εργάτες και τεχνίτες. Με το σύστημα αυτό, η Πολιτεία κέρδισε πολύ χρόνο, γιατί χτίστηκαν γρήγορα τα σπίτια των προσφύγων, αλλά και χρήματα, γιατί περιορίστηκαν οι μεσάζοντες, οι προσφυγοπατέρες και οι ημέτεροι. Τα σπίτια αυτά κάλυπταν το μισό περίπου του κόστους παρόμοιων κατοικιών που χτίστηκαν από εταιρείες (12).

Πάνω απ' όλα, όμως, με τη συνεργασία και την αυτεπιστασία, χτίστηκαν σπίτια λειτουργικά σύμφωνα με τις ανάγκες κάθε προσφυγικής οικογένειας και, επί πλέον, διατήρησαν, μέσα από τη νωπή τους μνήμη, τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά γνωρίσματα των αγροτικών και αστικών τους σπιτιών.

Η επίλυση του στεγαστικού προβλήματος της πλειοψηφίας μέσα σε μία πενταετία, απελευθέρωσε τον νου και το άγχος της προσφυγικής εγκατάστασης και προσαρμογής των προσφύγων. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση των δημόσιων, κοινοτικών και μουσουλμανικών κτημάτων, έλυσε τα χέρια των τίμιων και φίλεργων αγροτών. Μέσα σε μία τριετία, 1924-1927, η πηγή της ζωής, το σιτάρι αυξήθηκε στη Δυτική Θράκη από 22.810.793 οκάδες σε 43.198.174 οκάδες(13). Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1926, οι προσφυγικοί συνεταιρισμοί δεκαπλασιάστηκαν. Οι προσφυγικές Ενώσεις πήραν στα χέρια τους την ολοκλήρωση των έργων της αποκατάστασης τους. Το προοδευτικό κίνημα, που δημιουργήθηκε στις τάξεις των προσφύγων, ήρθε σε ρήξη με τις εμπορικές εταιρείες και τους κομπιναδόρους αντιπροσώπους τους, που επεδίωκαν να μονοπωλήσουν τα γεωργικά προϊόντα και κυρίως τον καπνό (14).Έτσι, δεν άργησαν να φανούν τα θετικά αποτελέσματα των δραστηριοτήτων τους.

Η Ελλάδα, σεβόμενη τη Συνθήκη της Λωζάνης που υπέγραψε και τα συγκεκριμένα άρθρα που αναφέρονται στην προστασία των μειονοτήτων, δεν έκανε καμμία διάκριση ανάμεσα σε μουσουλμάνους και χριστιανούς Έλληνες. Όλοι ήταν ίσοι απέναντι στον νόμο και απολάμβαναν τα ίδια πολιτικά και αστικά δικαιώματα. Το 1928, οι μουσουλμάνοι Έλληνες εκπροσωπούνταν στην ελληνική Βουλή με τέσσερις βουλευτές και έναν γερουσιαστή (15).
Η διαφορά της Θρησκείας δεν απετέλεσε νομικό κώλυμα για την πρόσληψη μουσουλμάνων σε δημόσιες υπηρεσίες.
Στη διοίκηση των δήμων και των κοινοτήτων συμμετείχαν ως δημοτικοί πάρεδροι, μέλη δημαρχιακών επιτροπών, δημοτικοί και κοινοτικοί σύμβουλοι και πρόεδροι κοινοτήτων. Το 1928, από τις 92 κοινότητες της Δυτικής Θράκης, στις 19 πρόεδροι ήταν μουσουλμάνοι (16).


Όσον αφορά τον Τύπο, αυτός ήταν τελείως ελεύθερος, χωρίς λογοκρισία και περιορισμούς, κάτι που δεν σεβάστηκαν ορισμένες κεμαλικές εφημερίδες.
Το 1928, στη Δυτική Θράκη εκδίδονταν πέντε εφημερίδες στην τουρκική γλώσσα και τρεις μόνο ελληνόφωνες. Από αυτές η κεμαλική εφημερίδα όργανο του τουρκικού προξενείου Κομοτηνής, καθημερινα δημοσίευε άρθρα τουρκικών εφημερίδων της Τουρκίας, καταγγέλλοντας ψευδώς το Κράτος και τη Διοίκηση.

Το θρησκευτικό και εκπαιδευτικό καθεστώς των μουσουλμάνων δεν τροποποιήθηκε μετά την ενσωμάτωση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Αντίθετα, ενισχύθηκε ηθικά και οικονομικά η ανεμπόδιστη εξάσκηση των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων της μειονότητας. Αναγνωρίστηκαν και διατηρήθηκαν τα θρησκευτικά και άλλα ευαγή ιδρύματα και αφιερώματα.


Τα μουσουλμανικά σχολεία λειτούργησαν ελεύθερα, ενισχυμένα οικονομικά με ειδικά κονδύλια από τον προϋπολογισμό της Γενικής Διοίκησης (17).


Την περίοδο αυτή εντελώς διαφορετική ήταν η συμπεριφορά των τουρκικών κυβερνήσεων απέναντι στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και των νησιών Ίμβρου και Τενέδου.

Εφαρμόζοντας τη μοναδική πολιτική που γνωρίζουν πάντοτε πολύ καλά απέναντι σε εθνικές, γλωσσικές και θρησκευτικές μειονότητες, την πολιτική των γενοκτονιών, κατόρθωσαν να αφανίσουν μέσα σε 70 χρόνια την πιο δυναμική εθνότητα του μικρασιατικού χώρου, η οποία έδινε ζωή στην οικονομία και τον πολιτισμό του τουρκικού κράτους. Όμως, η Τουρκία δεν φρόντισε να ρυθμίσει μόνο τα του οίκου της, παραβιάζοντας επανειλημμένα τη Συνθήκη της Λωζάνης, που προστάτευε με διεθνείς εγγυήσεις τον Ελληνισμό της. Μπήκε δυναμικά και . Με την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων και των χωρών εκείνων που θέλουν να ελέγχουν, σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα, την ευρύτερη γεωπολιτική και στρατηγική περιοχή και κυρίως με την ένοχη εμμονή των ελληνικών κυβερνήσεων στο νατοϊκό μοντέλο του από Βορρά κινδύνου, επιτρέψαμε στους Τούρκους πράκτορες του προξενείου της Κομοτηνής να εκβιάζουν, να τρομοκρατούν και να δηλητηριάζουν τις αγνές ψυχές των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης. Ο πατριωτισμός του μηχανισμού της Κ.Υ.Π. και των αρμοδίων γραφείων για θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής εξαντλούταν στη σύλληψη ή τον εντοπισμό που ως συνήθως δεν ήταν άλλοι από τους οπαδούς της αριστεράς.

Αν κανείς σήμερα επισκεφθεί τα μουσουλμανικά χωριά της Δυτικής Θράκης, θα δει τις κεραίες των τηλεοράσεων όλες στραμμένες προς την Τουρκία.


Την ευθύνη γι' αυτή την εθνική προδοσία τη φέρουμε εμείς, γιατί όταν μας ζήτησαν τη βοήθεια μας, δεν την προσφέραμε. Επιτρέψαμε στην κεμαλική προπαγάνδα να οργιάζει στη Δυτική Θράκη: , γράφει η εφημερίδα στις 26.02.1928 (18) και συνεχίζει η ίδια εφημερίδα, της οποίας το απόκομμα βρίσκεται στα αρχεία του Υπ. Εξωτερικών: <<Το έργον των πρακτόρων του Κεμάλ δεν περιορίζεται εις το σημείων τούτο. Η θρασύτης των έφθασε μέχρι του σημείου, ώστε να τρομοκρατούν και αυτούς τους πρόσφυγας, εν συνεννοήσει και συμπράξει μετά διαφόρων επιχειρηματιών και διαδίδουν και βεβαιούν, ότι η Δυτική Θράκη θα καταληφθεί λίαν προσεχώς υπό των Τούρκων και ότι όσοι υποστηρίζουν τους Έλληνας και όσοι δεν εκτελούν το καθήκον των, θα πάθουν όσα έπαθαν εις την Μικράν Ασίαν εκείνοι, οι οποίοι έπραξαν τα ίδια.

Η οργάνωσις των κεμαλικών, με κέντρον το Προξενείον Κομοτηνής, εντείνεται ολοένα και νομίζομε ότι πρέπει να επιστήση την προσοχή της Κυβερνήσεως, διότι η εξάπλωσις της προπαγάνδας, με τας φανερές πωλήσεις λαχείων του τουρκικού στόλου, λαμβάνει την χροιάν σκανδάλου. Σας αποστέλλω φωτογραφίαν του τουρκικού λαχείου, δια vά μη υπάρξη και η ελαχίστη αμφιβολία περί της ενεργουμένης ανθελληνικής κινήσεως.
Αλλ' εκτός των ανωτέρω, η αποθράσυνσις των Τούρκων επεκτείνεται και εις άλλα επίπεδα. Η μουσουλμανική κοινότης δεν είναι αμέτοχος των κινήσεων. Προχθές, η κοινότης, η οποία οργανώνει διαφόρους συγκεντρώσεις, παλαίστρας, παραστάσεις και άλλα θεάματα, οι εισπράξεις των οποίων διατίθενται δήθεν υπέρ των πασχόντων τουρκικών σχολείων, ουσιαστικώς όμως, υπέρ του τουρκικού αεροπορικού στόλου και η κοινότης, η οποία αποτελείται κατά τα πλείστον από κεμαλικούς μπέηδες, γνωστούς δια τα φρονήματα των, μεταξύ των οποίων διακρίνονται οι Μακή Μπεκήρ Ταχσίν και Βαϊμ μπέηδες, η κοινότης αυτή, συνεδριάσασα εις οίδε ποτέ, απεφάσισε και έθεσεν έν σχέδιον εις εφαρμογήν, δια του οποίου και κατελάμβανεν έκτασιν του Δημοσίου. Η έκτασις αυτή παρεχωρήθη από ετών εις τους πρόσφυγας, οίτινες ανήγειραν καταστήματα εις μίαν πλευράν. Οι Τούρκοι απεπειράθησαν να καταλάβουν το κενόν μέρος, αποστείλαντες γεωργούς ανά 15 ζευγών βοών και αρότρων, δια να τ' οργώσουν. Οι Τούρκοι ισχυρίζονται ότι η έκτασις αυτή, ούσα παλαιά τουρκικά νεκροταφεία, ανήκει εις την τουρκικήν κοινότητα, ενώ χιλιάκις ανεγνωρίσθη μέχρι σήμερον παρά πάντων, η κυριότης του Δημοσίου και σήμερον η κυριότης της Αεροπορικής Αμύνης.

Εννοείται, ότι η απόπειρα των Τούρκων απεκρούσθη υπό των προσφύγων και θα επήρχετο ρήξις, εάν δεν επενέβαιναν τα αστυνομικά όργανα. Η θρασύτης αυτής της τουρκικής κοινότητας δεν είναι άμοιρη ιδιαιτέρας σημασίας. Δεν χωρεί αμφισβήτησις, ότι η απόπειρα εγένετο τη υποδείξει της κεμαλικής προπαγάνδας, επί τω μόνω σκοπώ, όπως προηγηθούν επεισόδια και παρασταθούν τούτα εξογκώμενα, δια να εξεγείρουν την κοινήν τουρκικήν γνώμην και την τουρκικήν κυβέρνησιν. Αλλ' όταν ενώπιον ατμοσφαίρας τόσον δολίας και ενώπιον τόσον καταχθονίων κινήσεων των Τούρκων, η Γενική Διοίκησις Θράκης δεικνύει στάσιν ενθαρρυντικήν, φρονούμεν ότι ο λόγος ανήκει εις το Υπουργείον των Εσωτερικών, το οποίον καθιστώμεν από των στηλών τούτων υπέυθυνον δια πάσαν νέαν εκτροπήν και διά πάσαν απευκτέαν συνέπειαν>>. Δυστυχώς, η Πολιτεία επέτρεψε την ίδρυση λέσχης στην Ξάνθη με την επωνυμία , το οποίο καλλιεργούσε κλίμα διχόνοιας ανάμεσα στους μουσουλμάνους και τις κρατικές υπηρεσίες, για να έχει λόγους η τουρκική κυβέρνηση να διαμαρτύρεται και να καταπιέζει τους Έλληνες της Πόλης.

Την ανικανότητα των κρατικών υπαλλήλων θίγει πολύ διπλωματικά ο ανταποκριτής της εφημερίδας της Θεσσαλονίκης , τονίζοντας ότι το κράτος θα πρέπει να προσέξει τους διαφόρους υπαλλήλους, που για λόγους ευπιστίας και ελαφρότητας παραγνωρίζουν τη σοβαρότητα της κατάστασης και επιτρέπουν ανενόχλητα τους κεμαλικούς πράκτορες να συνεχίζουν το έργο τους (19). Χαρακτηριστική είναι η προπαγανδιστική διείσδυση μέσω του ανάμεσα στους χωρικούς καπνεργάτες της Ξάνθης υπέρ του κομμουνισμού, με την έκδoση μάλιστα και σχετικού βιβλίου από τον αρχισυντάκτη της κεμαλικής εφημερίδας Μεχμέτ Χιλμή (20). Επίσης, φάνηκε αδύναμη να παρακολουθήσει τις οργανωτικές κινήσεις και την ίδρυση παραρτημάτων του , που είχε έδρα του την Κωνσταντινούπολη και σκοπό του , με το να δυσφημίζει τις ελληνικές αρχές και να ξεσηκώνει το μίσος των μουσουλμάνων χωρικών εναντίον των προσφύγων: <<Από αρκετού ήδη χρόνου τη πρωτοβουλία των εκ Θράκης φυγόντων και ήδη εν Τουρκία διαμενόντων μουσουλμάνων συνεστήθη πολιτική οργάνωσις υπό τον τίτλον Κομιτάτον Ανεξαρτησίας της Δυτικής Θράκης, κέντρον έχουσα την Κωνσταντινούπολιν.

Της οργανώσεως ταύτης το δια την Δυτικήν Θράκην κέντρον ευρίσκεται εν Ξάνθη και διατελεί εν αμέσω επαφή και εξαρτήσει από την εν Κωνσταντινούπολιν κεντρικήν έδραν, παρ' ής λαμβάνει εκάστοτε οδηγίας και διαταγάς. Πρωτοβουλία του εν Ξάνθη κέντρου, ιδρύθηκαν παραρτήματα εις τας κυριοτέρας πόλεις της Δυτικής Θράκης: Κομοτηνήν, Δεδέαγατς και Διδυμότειχον. Εις την οργάνωσιν ταύτην, σκοπόν έχουσαν την διάδοσιν των κεμαλικών ιδεών και την υπόσκαψιν της ελληνικής κυριαρχίας, μετέχουσιν όλοι οι πλουσιώτεροι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης, αποτελούντες και τα διοικητικά συμβούλια των κατά πόλεις παραρτημάτων. Δι' αυτών ασκείται προπαγάνδα εις το χωρία, όπου ως πράκτορες χρησιμοποιούνται οι προύχοντες.

Η οργάνωσις αυτή δρα κατά δύο τρόπους, αφ' ενός μεν προπαγανδίζει υπέρ του Κεμάλ παρά τοις μουσουλμάνοις χωρικοίς, δυσφημίζουσα τας ελληνικάς αρχάς και εξεγείρουσα εναντίον αυτών το μίσος των Τούρκων χωρικών, ούς παρασκευάζει δι' ενδεχομένην κατά των Ελλήνων ενέργειαν, αφ' ετέρου δε φοβίζει τους πρόσφυγας απειλούσα αυτούς, ότι είναι προσεχής η υποδούλωσις της Δυτικής Θράκης, οπότε οι υποστηρίζοντες τους Έλληνες θέλουν πάθει χειρότερα εκείνων τα οποία υπέστησαν οι Έλληνες εν Μικρά Ασίαν>> (21). Η Πολιτεία όμως φάνηκε και εντελώς ανέτοιμη και οργανωτικά αποδιοργανωμένη, αφού δεν προστάτεψε τους φιλήσυχους και νομοταγείς ντόπιους μουσουλμανικούς πληθυσμούς από τους κεμαλικούς πράκτορες. Η βοήθεια της ζητήθηκε από τον μουφτή της Κομοτηνής στις 14 Μαρτίου 1928, σε υπόμνημα που έστειλε στον πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων. Ούτε αυτήν την ευκαιρία της αντιπαλότητας δεν εκμεταλλεύτηκε: (22).

Δεν επέδειξε ακόμη ούτε καν τη στοιχειώδη διπλωματική και πολιτική ευστροφία, αφού δεν προσέφερε τη βοήθεια που ταίριαζε στους αντικεμαλικούς πολιτικούς μουσουλμάνους, που κατέφυγαν στην Ελλάδα, γιατί πολέμησαν μαζί μας τα στρατεύματα του Κεμάλ. Δεν αξιοποίησε μάλιστα ούτε τις θρησκευτικές και πολιτικές ιδιαιτερότητες και αντιθέσεις που είχαν οι παλαιομουσουλμάνοι με τους κεμαλικούς. Αντίθετα, έπεσε στην παγίδα των κεμαλικών. Έγινε, χάρη στη διπλωματική ευστροφία των πολιτικών της ΄Αγκυρας, όργανό της σε τέτοιο σημείο, ώστε να παραδώσει τους φίλους και συμμάχους της στον πόλεμο παλαιομουσουλμάνους, εξορίζοντας τους σύμφωνα με παρακλητικό υπόμνημα του Υπουργού των Εξωτερικών της Τουρκίας: (23).

Στο ίδιο υπόμνημα, αποκαλύπτεται ο ραγιαδισμός της εξωτερικής μας πολιτικής: (24).

Διαφωτιστικό προς την παραπάνω πραγματικότητα είναι το τηλεγράφημα, που έστειλε προς το Υπ. Εξωτερικών από την Κομοτηνή ο δικηγόρος Πολιουδάκης, με το οποίο γνωστοποιούταν η αναστάτωση της κοινής γνώμης του θρακικού λαού για την εξορία των έξι αντικεμαλικών Τούρκων και την καταδίκη τους σε θάνατο από τον Κεμάλ για την υπηρεσία τους προς το ελληνικό κράτος, μεσω της τουρκικής εφημερίδας που εξέδιδαν στην Ξάνθη: (25).
Η Πολιτεία φάνηκε ακόμη ανίκανη να προστατέψει τους φιλήσυχους και ειρηνικούς πολίτες της από τα στρατευμένα δημοσιεύματα των τουρκικών κεμαλικών εφημερίδων της Δυτ. Θράκης, αλλά και της Τουρκίας.

Ανεξέλεγκτες οι κεμαλικές εφημερίδες, και συγκεκριμένα η εφημερίδα της Ξάνθης, ξεπερνούσαν σε ανακρίβειες και αυτές ακόμη τις εφημερίδες της Τουρκίας: (26).

Στις συκοφαντικές και ψευδείς καταγγελίες, επίσης των τουρκικών εφημερίδων, οι ελληνικές αρχές απαντούσαν με χλιαρά κείμενα γραφειοκρατικής ρουτίνας, σ' ένα ύφος απολογητικό, το οποίο τις ενεθάρρυνε να συνεχίζουν το επικίνδυνο παιχνίδι της παραπληροφόρησης (27). Συγκεκριμένα, στις ασύστολες καταγγελίες της εφημερίδας η οποία κατήγγελλε ότι τάχα ήταν τραγική , η απάντηση του Γενικού Διοικητή Θράκης κ. Ζαφειρόπουλου, προς το Υπ. Εξωτερικών, είναι άκρως φιλολογική: (28). Αυτός που δυναμικά κατήγγειλε την επικίνδυνη παραπληροφόρηση του κεμαλικού τύπου ήταν ο πρόεδρος της μουσουλμανικής κοινότητας Ξάνθης, Αλή Βασφή. Θέλοντας να προστατέψει τη μουσουλμανική κοινότητα, κατήγγειλε την τουρκική εφημερίδα Βακήτ της Κωνσταντινούπολης, η οποία στις 15 και 16 Ιουλίου 1929, στο άρθρo της , έδινε ψευδή στοιχεία για τη διοικητική, πολιτική και οικονομική θέση των μουσουλμάνων.

Στις ανακριβείς καταγγελίες του προσφυγικού ζητήματος, ότι τάχα: , η απάντηση του προέδρου κ. Αλή Βασφή ήταν: <<Ο υποφαινόμενος, υπό την ιδιότητα του προέδρου της μουσουλμανικής συμπαγούς και πολυπληθούς κοινότητας μιας πόλεως της Δυτ. Θράκης, εμπορικωτάτης, θεωρώ εαυτόν υπόχρεον να δηλώσω, ότι τα γραφόμενα ταύτα, άτινα είναι προϊόν συκοφαντίας και σκευωρίας, δεν είναι τίποτε άλλο από μίαν αναίσχυντον συκοφαντίαν. Σήμερον εις ουδεμίαν τουρκικήν οικίαν ευρίσκεται πρόσφυξ τις. Όταν ήλθον οι εξ Ανατολής πρόσφυγες και ανταλλάξιμοι, όχι μόνον εις τας τουρκικάς οικίας της Θράκης, αλλά και εις τα μεγάλας πόλεις ως αι Αθήναι και η Θεσσαλονίκη, εγατεστάθησαν πρόσφυγες εις μεγάλα ανάκτορα, εις επαύλεις αξίζουσας εκατομμύρια και εις θέρετρα. Επί τέλους, χάριν εις την μεγίστην φροντίδα της κυβερνήσεως, οι πρόσφυγες εγκατεστάθησαν πλήρως. Οι Τούρκοι δημοσιογράφοι, αντί να γράφωσι το ψεύματα των ενταύθα αχρείων πρακτόρων των, θα έπραττον καλλίτερον, εάν έγραφαν περί των κατά εκατοντάδας χιλιάδων ως αιχμαλώτων παραμεινάντων Ελλήνων, ούς έκαψαν εγκλείσαντες εις τάς εκκλησίας και τας θερμάστρας των πλοίων και πολλών συνοδικών αιχμαλώτων, αίτινες κατεστράφησαν από τας εφόδους των οργανωμένων Τσετών. Διότι ταύτα είναι γεγονότα, άτινα πρόσκεινται παρά πολύ τούτοις.

Οι μουσουλμάνοι της Δ. Θράκης ζώσι εις τον υπέρτατον βαθμόν ελεύθεροι. Δέν έχουσι ουδεμίαν διαφοράν από τους Έλληνας συμπατριώτας των, όσον αφορά τα διοικητικά, πολιτικά και οικονομικά δικαιώματα των. Ενώ οι εν Κ/πόλει 200.000 Ελλήνων δέν έχουσι εν τη τουρκική Βουλή ουδέ ένα βουλευτήν, εδώ οι 700.000 μουσουλμάνοι έχουσιν ένα γερουσιαστήν και 4 βουλευτάς. Η εμπιστοσύνη και η ασφάλεια παρά τάς συκοφαντίας της Βασκήτ είναι εντελώς πλήρεις. Τόσον, ώστε δύναταί τις να ίδη το βράδυ αργά μικρά παιδιά ή νέας γυναίκας να μεταβαίνωσιν από χωρίου εις χωρίoν ή από τα χωράφια εις το χωρίον. Όσον αφορά τας πόλεις, υπάρχει τοιαύτη ασφάλεια, ώστε πας τις δύναται να κοιμηθή αφήνων ανοιχτήν την θύραν της οικίας του. Ο Τούρκος εφημεριδογράφος, όστις παρουσιάζει την απαλλοτρίωσιν των τσιφλικίων ως μίαν αυθαιρεσίαν της ελλ. κυβερνήσεως, θα έκαμνε καλλίτερα να ρωτήση περί τούτου τους ιδιοκτήτες των τσιφλικίων τούτων, οίτινες τρώγουσιν εν Τουρκία τά εκατομμύρια, άτινα έλαβον ως αντίτιμον της πωλήσεώς των. Και τούτο ειδικώς δέον να τονισθή, ότι ενταύθα η καπνοκαλλιέργεια ανήκει κατά πλειοψηφίαν εις τον τουρκικόν πληθυσμόν και δή, ότι το πλέον του ημίσεως των εν τή πόλει της Ξάνθης καπνεργατών είναι μουσουλμάνοι. H ελευθερία της εργασίας και προσπαθείας, η ελευθερία του εμπορίου, είναι απαλλαγμένες πάσης εθνικιστικής μορφής. Κατά πόσον οι εν Δ. Θράκη μουσουλμάνοι ζώσιν ελεύθερα, δύναται τις να εννοήση εκ του εξής: Κατά την ομολογίαν της "Βακήτ ", υπάρχει ενταύθα οργάνωσις των νέων, κεμαλικών ιδεών. Ενώ αι λέσχαι των, οι πράκτορές των, αι εφημερίδαι των εξακολουθητικώς διαβάλλουσι και δηλητηριάζουσι τον λαόν κατά της ελληνικής κυβερνήσεως υφ' ήν διαβιούσιν, η κυβέρνησις διατηρούσα κατά των οργανώσεων τούτων την ψυχραιμίαν και μεγαλοψυχίαν της, ουδέν κατ' αυτών πράττει. Ενώ οι διά των διαφόρων οργανώσεων των ενταύθα τόν "κεμαλισμόν" διαδίδοντες και προπαγανδίζοντες και εις τα ιερά των μουσουλμάνων αναμιγνυόμενοι και στήνοντες παγίδας κατά της κυβερνήσεως περιφέρονται ελευθέρως ενταύθα, είναι αξία μνεία η αυθαιρεσία, η οποία εγίνετο κατά της διευθυντρίας της εν Κων/λει εκδιδομένης εφημερίδος "Χρόνος". Το ότι οι εν Κων/πόλει Έλληνες είναι αιχμάλωτοι, εις τρόπον ώστε να μη δύνανται να μεταβώσι ούτε εις τά πέριξ χωρία και ότι οι εν Θράκη Τούρκοι ζώσιν μίαν ζωήν ανενόχλητον και ελευθέραν, είναι τρανή απόδειξις της εν Τουρκία απολυταρχίας καί πιέσεως και της εν Ελλάδι δικαιοσύνης και ελευθερίας.

Οι εν Δ. Θράκη μουσουλμάνοι κάτοικοι έμειναν πιστοί εις τας θρησκευτικάς των πεποιθήσεις, κατά την ομολογίαν δε της 'Βακήτ' διετήρησαν κατά τό πλείστον το φέσιον επί της κεφαλής των. Ο Τούρκος δημοσιογράφος ηννόησε καλώς ότι εδώ δεν είναι τόπος εις τον οποίον να έχουν περάσιν αυθαίρεται και παράφρονες αλλαγαί των φεσίων, άτινα φορούσιν οι εδώ κάτοικοι μέ κιουλάφια. Εδώ καθείς ενδύεται ως θέλει, εδώ υπάρχει ελευθερία. Το να απαγχονίση τις έναν άνθρωπον, διότι ένας τρελλός συκοφάντης είπεν ότι εφόρεσε φέσιον, θεωρείται εδώ κακούργημα. Υπάρχουσιν ακόμη πολλαί αποδείξεις δια την εν Ελλάδι επικρατούσαν ελευθερίαν σκέψεως και συνειδήσεως, οικονομικήν και πολιτικήν ελευθερίαν. Ο Δήμαρχος Ξάνθης Ευριπίδης Χαρκιρτζιόγλου, επειδή συνεργάζεται και ανήκει εις τά ενταύθα κόμμα των κεμαλιστών, πάντοτε τους υποστηρίζει. Και ούτος επίσης περιμένει υποστήριξιν εκ μέρους των. Ενισχύει την τουρκικήν κεμαλιστικήν λέσχην, προτιμών ταύτην από τάς λοιπάς ελληνικάς τοιαύτας. Ενεργεί εναντίον αντικεμαλικών τινών προσώπων. Η κυβέρνησις τον έχει αφήσει ελεύθερον, διότι εδώ υπάρχει ελευθερία. Εάν o Δήμαρχος μιας πόλεως εν Τουρκία Μεχμέτ ηγάπα τους εκεί ευρισκομένους Έλληνας και εβοήθει τους συλλόγους των και τάς οργανώσεις της νεολαίας, θά ελάμβανεν από την κεμαλικήν κυβέρνησιν τρείς δοκούς και δύο μέτρων μήκους σαπωνισμένον σχοινίον (θ' απηγχονίζετο). Ιδού η διαφορά μεταξύ δικαιοσύνης και αδικίας, μεταξύ ελευθερίας και αυθαιρεσίας. Ο εφημεριδογράφος της "Βακίτ", λέγων εν τέλει ότι εάν δεν βελτιωθή η θέσις των εν Δυτ. Θράκη Τούρκων είναι ανάγκη να εξομοιώσωμεν και την Κων/πολιν προς την εν Θράκη σημερινήν κατάστασιν θέλει κατά την σκέψιν του να ρίψη μίαν απειλήν. Εαν ούτοι αφωμοίωναν την Κων/πολιν προς την Δυτ. Θράκην, θά έπρατταν κάτι τι πολύ φιλάνθρωπον, πολύ πολιτισμένον. Διότι ο εν Θράκη πληθυσμός έχει τά πολιτικά του δικαιώματα και είναι λαός ζών ανθρωπίνως. Εάν η Κων/πολις ωμοίαζε προς την Δ. Θράκην, οι Έλληνες της Κων/πόλεως θ' απέκτων την ελευθερίαν των θά εγλύτωναν από το να ζώσι εν Κων/πόλει ως εις ισόβια δεσμά καταδικασμένοι.

Θα ελευθερούντο από τας εν τοίς σχολείοις των τρομακτικάς πιεσεις. Θά απηλάσσοντο από τό μποϋκοτάζ που εφαρμόζουν κατ' αυτών εθνικισταί. Αλλά τούτο δεν συμφέρει εις την τουρκικήν κυβέρνησιν διότι φοβείται να αποδώση τα ανθρώπινα δικαιώματα εις τους υπηκόους της της μειοψηφίας, αφ' ού αποφεύγει να τα δώση και εις αυτούς τους Τούρκους. Πόσον αι δημοσιεύσεις όλων των εν Κων/πολει εφημερίδων και των ενταύθα ευρισκομένων πρωτοπείρων κεμαλιστικών εφημερίδων, περί των εν Δυτ. Θράκη πιέσεων κατά των Τούρκων, είναι ψευδείς, αποδεικνύεται περιτράνως εκ των ανωτέρω, βασιζομένων επί των γεγονότων. Επομένως οι μουσουλμάνοι κάτοικοι, αποφεύγοντες μετά σπουδαίας προσοχής του ν' ακούωμεν τοιαύτας προπαγάνδας, ας ευχηθώμεν, όπως και οι δυστυχείς, των οποίων οι κεφαλαί εβαρύνθησαν μέ τους δηλητηριώδεις καπνούς, οίτινες φυσούσι εξ άλλων χωρών, συνελθώσιν. Εν Ξάνθη, τή 22 Ιουλίσυ 1926. Υπογραφη Αλή Βασφή>> (30).

Το ντοκουμέντο, που αποκαλύπτει την ανυπαρξία του ελληνικού κράτους στη Δυτική Θράκη, είναι το υπόμνημα που στείλανε στον Πρωθυπουργό της Ελλάδας, ενυπόγραφα, όλοι οι κάτοικοι του πομακικού χωριού της Ξάνθης Ωραίο, στις 2.2.1929 (31). Αφορμή στάθηκε το κλίμα τρομοκρατίας, που καλλιεργούσαν τους τελευταίους μήνες οι κεμαλικοί πράκτορες, για δήθεν επικείμενη ανταλλαγή των πληθυσμών και τις συνέπειες που θα είχαν στην Τουρκία, όσοι παλαιομουσουλμάνοι δεν υιοθετούσαν την κεμαλική ιδεολογία: (32). Οι κάτοικοι του Ωραίου Ξάνθης αποκαλύπτουν την ψυχή τους. Παραδέχονται ότι δεν έχουν καμμία φυλετική συγγένεια με τους Τούρκους, τους οποίους μισούν θανάσιμα. Σε περίπτωση που γίνει ανταλλαγή, δεν θέλουν ν' ανταλλαχθούν. Αν όμως είναι υποχρεωτική, τότε παρακαλούν την ελληνική κυβέρνηση να τους στείλει στη Συρία ή την Aίγυπτο: <<οι υποσημειούμενοι εκατόν ένδεκα (111) κάτοικοι του χωρίου Ωραίον, ενόρκως παρεδέχθημεν και απεφασίσαμεν το εξής:

Είμεθα αληθινοί μουσουλμάνοι δεν αγαπώμεν τους νέους και απίστους Τούρκους φυλετικώς δεν είμεθα Τούρκοι. Ως εζήσαμεν άχρι τούδε, υπό την διακυβέρνησιν του ελληνικού κράτους ησύχως και ελευθέρως, ούτω εις το μέλλον έχομεν πεποίθησιν εις την δικαιοσύνην της ελλην. κυβερνήσεως. Ότε κατά τό 1913 ο ελλην. στρατός απεχώρει εκ Δυτ. Θράκης, ημείς φεύγοντες τας καταπιέσεις των Βουλγάρων, εζητήσαμεν την προστασίαν της ελλην. κυβερνήσεως, καταφυγόντες δε μετά του ελλην. στρατού εις Μακεδονίαν, ετύχομεν μεγαθύμου στοργής και περιποιήσεως, ως εκ τούτου δε τρέφομεν αϊδιον ευγνωμοσύνην απέναντι της σ. ελλην. κυβερνήσεως.


Αν όμως, παρ' όλα ταύτα, ένεκα πολιτικών λόγων, επέλθη συμφωνία μεταξύ της ελλην. κυβερνήσεως και της Τουρκίας περί ανταλλαγής πληθυσμών, ημείς δεν επιθυμούμεν απολύτως, ουδέ δυνάμεθα να μεταβώμεν εις Τουρκίαν. Διότι ημείς μεν βδελυσσόμεθα τούτους, αυτοί δε θεωρούντες ημάς ως εχθρικώς διακειμένους προς αυτούς, μας μισούσι καθό φίλοι της Ελλάδος, οίτινες ως πιστοί και αφoσιωμένοι υπήκοοι, καθήκον θεωρούμεν να καθιστώμεν



Διά ταύτα: Καταφεύγοντες από τούδε εις την υμέτερον εξοχότητα, ως εκπρόσωπον της σ. ελλην. κυβερνήσεως και εκφράζοντες την άπειρον ημών εμπιστοσύνην εις τους απόγονους της αρχαίας Ελλάδος, της κοιτίδας ταύτης του πολιτισμού, εκλιπαρούμεν εν ονόματι της φιλανθρωπίας, όπως γίνωσιν αποδεκτά τα κάτωθι αιτήματα ημών:
•    Εάν εν τω μέλλοντι πραγματοποιηθή τυχόν ανταλλαγή, να εξαιρεθώμεν ημείς και οι οικογένειαι ημών και πάντες όσοι ήθελαν ενωθή μεθ' ημών.
•    Εφόσον ευρισκόμεθα ενταύθα, να εξαφαλισθή η περιουσία και η ζωή και πάν δικαίωμα ημών, ως Ελλήνων υπηκόων.
•    Δεδομένου ότι πραγματοποιουμένης τυχόν της ανταλλαγής, δέν θα δεχθώμεν ουδέποτε την εις Τουρκίαν μετανάστευσιν, εν τοιαύτη δε περιπτώσει, αναγκασθώμεν τυχόν να μεταναστεύσωμεν εις Συρία ή Αίγυπτον, παρακαλούμεν την σ. ελλην. κυβέρνησιν, όπως ευμενώς καί φιλανθρώπως φερομένη εξαγοράση την αστικήν και αγροτικήν ημών περιουσίαν (33).
Και τίθενται τώρα τα ερωτήματα: Εμείς τι κάναμε όλα αυτά τα χρόνια, που η τουρκική προπαγάνδα και το προξενείο της στην Κομοτηνή οργώνανε ολόκληρη τη Δυτική Θράκη; Οταν, μειοψηφία αυτοί, τρομοκρατούσανε ψυχολογικα τίς άλλες γλωσσικές ελληνικές μειονότητες; Πού ήταν οι διπλωμάτες μας και οι κρατικοί σύμβουλοι συγκέντρωσης πληροφοριών για τα εθνικά μας θέματα:


Σ' αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα αφήνω ν' απαντήσει η τύχη των δύο μειονοτήτων. Ένας κοινός νους δεν χρειάζεται περισσότερο και αναλυτικότερα στοιχεία, για να βγάλει τα δικά του αντικειμενικά συμπεράσματα.

Στο ερώτημα όμως, τι κάνουμε σήμερα για τη Θράκη μας, η δική μου απάντηση, μαζί με τις άλλες σεβαστές προτάσεις, είναι:


Ίδρυση ποντιακών οικισμών και μιας πόλης, της Ρωμανίας, πάνω σε σχέδια κλασικών αρχιτεκτονικών κτισμάτων του ιστορικού Πόντου.


Απομάκρυνση από το Ίδρυμα, όχι των Παλλινοστούντων, όπως ανιστόρητα βαπτίστηκε, αλλά των ξεριζωμένων Ελλήνων, των 300 ψηφοθηρικών καλαμαράδων της Καλαμάτας και των όψιμων προσφυγοπατέρων, που δεν επιδαψιλεύουν μόνο τα χρήματα που δόθηκαν από διαφορές πηγές γι' αυτούς πάνω απ' όλα τρώνε τα σωθικά τους, την τιμιότητά τους, την ψυχή τους, με τον καθημερινό εξευτελισμό που τους υποβάλλουν.


Δυστυχώς, σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι, που τη δυστυχία αυτών των συμπατριωτών μας την κάνανε προσωπική τους ευτυχία. Να δοθούν τα χρήματα στους ίδιους, για να χτίσουν μόνοι τους τα σπίτια τους, με την ευχή να γεμίσουν τις αυλές τους χαρούμενες και ειρηνικές φωνές.

Σημειώσεις:
(1) Α Υ.Ε., Κ.Υ 1927-28. Β/28. ΑΡ. Πρωτ. 1133. Κωνσταντινούπολη (9. 10.1928).
(2) Στάθη Πελαγίδη, Προβλήματα προσφυγικής αποκατάστασης στη Δυτική Θράκη. 1923-1930, στο: Θρακική Ηχώ, Θεσσαλονίκη 1992), σελ.87.
(3) Α.Υ.Ε.. K.Υ., 1927.28, Β/28, ΑΡ. Πρωτ. 257. Κομοτηνή (18.04.1927).
(4) Α.Υ.Ε., Κ.Υ., 1927-28, Β/28, Αρ. Πρωτ. 1133. Κωνσταντινούπολη (9.10.1928).
(5) Η συνθήκη της Λωζάνης, εκ. Παπαζήση, Αθηνά (χ.χ.) σελ.90.
(6) Α Υ.Ε., Κ.Υ., 1927-1928, Β/28, Αρ. Πρωτ. 13748, Κομοτηνή (2.06.1926)
(7) Α.Υ.Ε., Κ Υ., 1927-1928 Β/28. ΑΡ. Πρωτ. 13748, Κομοτηνή (2.06.1926)
(8) Η ελληνική κυβέρνηση είχε δεσμευτεί στην Τουρκία να αποδώσει τα σπίτια ως το Φθινόπωρο του 1925 και όλη την άλλη ακίνητη περιουσία ως το φθινόπωρο του 1926. Περισσ. βλέπε, Στ. Πελαγίδης, σελ.87.
(9) Α Υ.Ε.. Κ.Υ.. 1927-28, Β/28. Αρ. Πρωτ. 257, Κομοτηνή (18.04.1927). Στις 18.4.1927, ο Γενικός Διοικητής Θράκης κ. Ζαφειρόπουλος, ενημερώνοντας το πολιτικό γραφείο του Υπ. Εξωτερικών, γραφεί ότι στην Ξάνθη: .


Στην ίδια έκθεση του, ο Ζαφειρόπουλος, αναφερόμενος στα αστικά και αγροτικά κτήματα των μουσουλμάνων, γράφει: .
(10) Α.Υ Ε.. Κ.Υ, 1927-28. Β/28. Αρ Πρωτ. 1133. Κωνσταντινούπολη 9.10.1928.
(11) Στ. Πελαγίδη, σελ.88
(12) Στ. πελανίόη, σελ. 89
(13) Στ. Πελαγίδη, σελ.90.
(14) Στ. Πελαγίδη, σελ 93.
(15) Α.Υ.Ε., ΚΥ., 1927-1928, Β/28, Αρ. Πρωτ. 257, Κομοτηνή (18.04.1927).
(16) A.Υ.Ε., Κ.Υ., 1927-28. Β/28. Αρ.Πρωτ. 1133, Κωνσταντινούπολη (9.10.1928).
(17) Βλέπε υποσ. 16.
(18) Α.Υ.Ε., 1928. Α/2/ΙΙ, εφ. , 26.2.1928
(19) <<Ώσαν όμως μή ήρκουν, ιδρύθη εσχάτως εν Ξάνθη λέσχη υπό την επωνυμίαν "Σωματείον της Νεολαίας. Το σωματείον τούτο είναι παράρτημα του εν Τουρκία κυβερνητικού λαϊκού κόμματος, του οποίου, ως γνωστόν, πρόεδρος είναι ο Μουσταφά Κεμάλ.

Σκοπός του σωματείου τούτου είναι η διάδοσις του κεμαλισμού και η διά παντός μέσου διάσπασις των κρατικών θεμελίων.
Το σωματείον τούτο προσπαθεί διά διαφόρων μέσων να ενσπείρη διχόνοιας μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων και να διανοίξη χάσμα μεταξύ των μουσουλμάνων και των κρατικών υπηρεσιών, ώστε να δικαιολογή τον εν Κωνσταντινουπόλει και Αγκύρα δημιουργούμενον εκάστοτε θόρυβον πεpί καταπιέσεων των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης.
Είναι ανάγκη να φροντίση τό Κράτος με πολλήν προσοχήν, ώστε να μηδενίση πάσας τας ενεργείας των κεμαλικων, προπαντός είναι ανάγκη να προσέξη ιδιαιτέρως τους διαφόρους υπαλλήλους, οι οποίοι για λόγους ευπιστίας καί ελαφρότητος παραγνωρίζουν την σοβαρότητα της καταστάσεως καί επιτρέπουν ακώλυτον την δράσιν των πρακτόρων του κεμαλισμού>>. "Εφημερίς των Βαλκανίων". Θεσσαλονίκη(28.02.1928) και Α.Υ.Ε., Κ.Υ. 1928. Α2/ΙΙ, Αρ. Πρωτ. 7080, Αθήνα (6.03.1928).

(20) Η "Εφημερίς των Βαλκανίω" της Θεσσαλονίκης, στις 28.02.1928, γράφει τα εξής για την τουρκική προπαγάνδα, που καλλιεργούταν στούς καπνεργάτες της Ξάνθης, μέσω του "Σωματείου της Νεολαίας" στην Ξάνθη, το οποίο ήταν παράρτημα του κόμματος του Μουσταφά Κεμάλ στήν Τουρκία: <<Καταλλήλως προπαγανδίζει καί παρά τοίς χωρικοίς καί ταίς καπνεργάταις υπέρ του κομμουνισμού, κυκλοφόρησαν εσχάτως και εν κομμουνιστικόν βιβλίον, υπό τον τίτλον "Τού λαού τα επαγγέλματα", γραφέν από τον αρχισιντάκτην της κομμουνιστικής εφημερίδος της Ξάνθης Γενί Αντίμ, Μεχμετ Χιλμή.
Αγνοούμεν δε, διατί η κυβέρνησις δεν απήλασεν εισέτι τούτον, καθώς και τους συνεργάτας του Χιφζή και τον διδάσκαλον του χωρίου Κιρέτσιλερ Μπουγιούκ Οσμάν>>. Α.Υ.Ε., K.Υ., 1928, Α/2/ΙΙ, Αρ. Πρωτ.7080, Αθήνα (6.3.1928)
(21) A.Υ.Ε., 1928/Α/2/ΙΙ, ΑρΠρωτ.7080, Αθήνα (6.3.1928). ΄Αρθρο εφημ. Εφημερίς των Βαλκανίων, Θεσσαλονίκη (28.02.1928). Κεμαλική Προπαγάνδα Δράση τουρκικού Κομιτάτου.
(22) Α.Υ.Ε., 1928. Β/37 Αρ. Πρωτ. 4565, 24.4.1928.
(23) A.Υ. Ε., 1927-28, Β/28, χωρίς άλλες ενδείξεις (υπόμνημα)
(24)A.Υ.Ε.,1927-28, Β/28.
(25) Α.Υ.Ε., Κ.Υ., 1927/Α/2/Β, Αρ. Πρωτ. 16813, 22.12.1927. Τηλεγράφημα: Κομοτηνή 130-190 (6.12 1927).
(26) Α.Υ.Ε., 1928/Α/2/ΙΙ Αρ. Πρωτ. 5308, Αθήνα (20.02.1928). Εφημ. Μακεδονία (15.02.1928).
(27) Α.Υ.Ε. Κ.Υ., 1927-28, Β/28, Αρ. Πρωτ 920, Κομοτηνή (13.9.1928).
(28) Βλέπε υποσ. αρ.27
(29) Α.Υ.Ε.. 1929, Β/69(β), Αρ. Πρωτ. 13504, Αθήνα (2.81929).
(30) Βλέπε υποσημ. αρ.29
(31) Το υπόμνημα αυτό στάλθηκε στίς 11 Μαρτίου 1929 από το πολιτικό γραφείο του Προέδρου της κυβερνήσεως στο αρμόδιο τμήμα του Υπουργείου Εξωτερικών. Περισσότερα βλέπε Α.Υ.Ε., 1929, Β/37. Ελληνικές μειονότητες στην Τουρκία και τουρκικές στην Ελλάδα. Αρ. Πρωτ. 25340, Αθήνα (11.3.1929).
(32) A.Υ.Ε., 1929, Β/37. Φακ. Μειονοτήτων Θράκης Αρ. Πρωτ. 117/35, Αθήνα (5.9.1929).
(33) A.Y.Ε., 1929, Β/37, Αρ. πρωτ 25340, Αθήνα (11.3.1929).



Θέμος Χ. Στοφορόπουλος - τ. Πρέσβυς  
Η Θράκη, μια άλλη Κύπρος
;


Το θέμα μου είναι: . Θα προσπαθήσω, δηλαδή, να απαντήσω στο ερώτημα, αν η Θράκη κινδυνεύει να ακολουθήσει την Κύπρο στον τραγικό κατήφορο της. Και, αν αυτό συμβαίνει, τι οφείλει να πράξει ο Ελληνισμός, για να αντιστρέψει μια τέτοια καθοδική πορεία.


ΤΙ ΕΓΙΝΕ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


Ποιός ήταν - και είναι - ο σταθερός στρατηγικός στόχος της ΄Αγκυρας καθ’ όσον αφορά στην Κύπρο; Προφανώς, να αποκτήσει -και σταδιακά να μεγιστοποιήσει - ουσιαστικό έλεγχο επί ολόκληρης της Μεγαλονήσου, περιλαμβανόμενης, ει δυνατόν, της τελικής, ολικής της προσάρτησης στην Τουρκία. Πώς προώθησε η ΄Αγκυρα αυτόν τον στρατηγικό στόχο της: χρησιμοποιώντας συστηματικά τα εξής τακτικά μέσα.

Πρώτο, επιτυγχάνοντας την αναγνώριση ως τουρκικής μιας μειονότητας τουρκόφωνης (ή, μάλλον, δίγλωσσης, σε μεγάλο βαθμό), μιας μειονότητας μουσουλμανικής (με έντονα, όμως, κρυπτοχριστιανικά στοιχεία), μιας μειονότητας ελληνικής, κατά μέγα μέρος, καταγωγής.


Δεύτερο, καταφέρνοντας (η Τουρκία) να θέσει υπό τον έλεγχο της τη μειονότητα αυτή και να αναγνωρισθεί ως της.


Τρίτο, κατορθώνοντας να "αναβαθμίσεί τεχνητά τη μειονότητα αυτή σε , και από σε της Κύπρου, και ζητώντας μετά να αναγνωρισθεί ως και


Τέταρτο, συγκεντρώνοντας, επίσης τεχνητά, τη μειονότητα σε ορισμένες εδαφικές περιοχές πριν από το 1974 και σε μία εδαφική περιοχή μετά.


Πέμπτο, εξασφαλίζοντας ισχυρούς συμμάχους, τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς, των οποίων τα συμφέροντα εξυπηρετούνται από την προώθηση του τουρκικού στρατηγικού στόχου.


Έκτο, διατηρώντας ισχυρές ένοπλες δυνάμεις (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν χρονικές περίοδοι, κατά τις οποίες η Ελλάδα είχε υπεροπλία και έπρεπε να την αξιοποιήσει).


Έβδομο, επωφελούμενη από τις αποτυχίες και τα λάθη μας. Όπως από την παράλειψή μας να προστατεύσουμε τους Τουρκοκύπριους, ώστε η 'Αγκυρα, το Λονδίνο και η Ουάσιγκτον να μη τους εκμεταλλευθούν, να μη τους καταστήσουν αιχμή της λόγχης των ιμπεριαλιστικών τους σχεδίων. Επωφελήθηκε η Τουρκία και από την αποτυχία μας να πείσουμε και να προσεταιρισθούμε τους καλής πίστης Τουρκοκύπριους και να συνεργασθούμε μαζί του εναντίον εκείνων, που μόνο το καλό τους δεν ήθελαν. Αλλά και από την ανικανότητα μας να ασκήσουμε την απαιτούμενη - πράγματι δυσχερέστατη - αυτοσυγκράτηση και να μη πέσουμε στην παγίδα των αντίπαλων μας, οι οποίοι επεδίωξαν και κατάφεραν να προκαλέσουν ακόμη και ωμότητες των Ελλήνων εναντίον Τουρκοκυπρίων.

Η λανθασμένη τακτική, που ακολουθήσαμε έναντι των Τουρκοκυπρίων, συνδέεται με τη γενικότερη ανικανότητα μας να αντιληφθούμε εγκαίρως τις επιδιώξεις της ΄Αγκυρας και των δυνάμεων που συμμαχούν μαζί της. Ανικανότητα που μας οδήγησε και στην πλάνη, ότι . Μια ηθελημένη, βέβαια, μια εκούσια πλάνη εκείνων που ήξεραν την αλήθεια, αλλά που συνειδητά υποχώρησαν στις από κοινού πιέσεις Τούρκων, ΄Αγγλων και Αμερικανών ή έκαναν ότι πίστεψαν τις υποσχέσεις τους. Σε αυτή την πλάνη (η την δήθεν πλάνη) οφείλονται οι συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου καθώς και οι μετά την εισβολή του 1974, με την κατοχή και την προσφυγιά - και, αργότερα, τον μαζικό εποικισμό - να συνεχίζονται. Είχε προηγηθεί η προδοσία του Ιουλίου 1974, από εκείνους που ίσως πίστεψαν (λέω , διότι η Δίκη της Κύπρου ματαιώθηκε για ανεξήγητους ) από εκείνους, λοιπόν, που ίσως πίστεψαν, βλακωδώς, ότι (σαν να ήταν χωράφι του πατέρα τους) την μικρότερη περιοχή που κατέλαβε ο , θα ένωναν την υπόλοιπη Κύπρο με την Ελλάδα.

Σε αυτά πρέπει να προστεθούν η ανικανότητα μας να αποκτήσουμε πραγματικούς σύμμαχους (και η ψευδαίσθησή μας - πάλι ακούσια ή εκούσια - ότι οι τυπικοί μας είναι πραγματικοί) καθώς και η ολέθρια παράλειψη μας (ιδίως σε ορισμένες περιόδους ελπίζω η σημερινή περίοδος να μη εiναι μία από αυτές) να διατηρούμε και να βελτιώνουμε το συσχετισμό των στρατιωτικών δυνάμεων Ελληνισμού - Τουρκίας στην Κύπρο και σε σχέση με αυτή, αλλά και στα άλλα τμήματα του ελληνοτουρκικού μετώπου.

Εκμεταλλευόμενη ελληνικές προδοτικές ενέργειες, ελληνικές αδυναμίες και ελληνικά λάθη και χρησιμοποιώντας τα μέσα που αναφέραμε, η Τουρκία προώθησε τον στρατηγικό της στόχο στην Κύπρο τόσο, ώστε να έχει δημιουργήσει σήμερα δύο προοπτικές απόλυτα αρνητικές για τον Ελληνισμό: α) H εμπέδωση και νομιμοποίηση της διχοτόμησης, με το τμήμα, καθόλου στην πραγματικότητα ελεύθερο, αφού ζει στη σκιά του Αττίλα. β) Η τουρκοκρατούμενη ομοσπονδία, σύμφωνα με την του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και σύμφωνα με τα λεγόμενα . Κατ’ ανάγκην τουρκοκρατούμενη, αφού: (α) το βόρειο ομόσπονδο κρατίδιο θα είναι τουρκικό, με πλειοψηφία πληθυσμού μόνιμα και θεσμοθετημένα τουρκική (τουρκική και όχι τουρκοκυπριακή: σύντομα οι συνεχώς αυξανόμενοι έποικοι θα αποτελούν την πλειονότητα των διαμενόντων στα κατεχόμενα) και με ομόσπονδα όργανα πάντοτε τουρκικά, (β) στα κεντρικά, ομοσπονδιακά, όργανα οι Τούρκοι θα έχουν βέτο σε όλα τα θέματα και τα αντίστοιχα ελληνικά βέτο θα υποχωρήσουν προ των τουρκικών, διότι (γ) ο συσχετισμός των στρατιωτικών δυνάμεων ως προς την Κύπρο θα είναι συντριπτικά υπέρ της Τουρκίας, όπως προβλέπουν οι του ΟΗΕ, ιδέες τούρκικης, αμερικανικής και βρετανικής προέλευσης. Έχει καταφέρει δε η Τουρκία, με τη βοήθεια των Αμερικανών, να αποδυναμώσει την εφαρμογή, στην περίπτωση της Κύπρου, θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου, που κανονικά θα έπρεπε να μας ευνοούν.


ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ


Μετά τη συνοπτική αυτή σκιαγράφηση των επιδιώξεων και των επιτευγμάτων της ΄Αγκυρας ως προς την Κύπρο, θα αναφερθώ τώρα στην τουρκική πολιτική έναντι της Θράκης και έναντι του Ελληνισμού της Τουρκίας. Πρέπει αμέσως να θυμίσω, ότι ποτέ η Τουρκία (ενδόμυχα, αλλά υπάρχουν και οι σχετικές δημόσιες δηλώσεις) δεν δέχθηκε ως οριστικό το σύνορο του Έβρου και ότι, εν σχέσει με τις εκατέρωθεν μειονότητες (την ελληνική στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο και τις μουσουλμανικές στην ελλαδική Θράκη) ακολούθησε - και ακολουθεί - πολιτική, που αποβλέπει στους εξής δύο συναφείς στρατηγικούς στόχους.

Πρώτον, στην εκδίωξη του μέγιστου μέρους της ελληνικής μειονότητας. Του μέγιστου μέρους, ώστε οι κατηγορίες πως η ΄Αγκυρα δεν εφαρμόζει για τους Έλληνες της Τουρκίας όσα απαιτεί για τους μουσουλμάνους της Θράκης να αφορούν μια ολιγάριθμη ελληνική μειονότητα, την παρουσία εξάλλου της οποίας, όπως και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχει ανάγκη η Τουρκία για να μη γίνει ακόμη εμφανέστερη η αντιμειονοτική της πολιτική και για να επικαλείται τις διατάξεις της Λωζάνης, που στηρίζονται στην αμοιβαιότητα. Ο άλλος στρατηγικός στόχος της ΄Αγκυρας είναι. όπως και στην περίπτωση της Κύπρου, επεκτατικός και συνίσταται στην απόκτηση και σταδιακή μεγιστοποίηση ουσιαστικού έλέγχου στην ελλαδική Θράκη, αλλά και σε συνορεύοντα τμήματα της Βουλγαρίας, με απώτερο σκοπό την προσάρτηση ολόκληρης αυτής της περιοχής στην Τουρκία. Πώς προωθεί η Τουρκία αυτούς τους στρατηγικούς της στόχους;

Στη Βουλγαρία (κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου και με τις ευλογίες των Αμερικανών) δημιουργώντας κινήσεις υπονομευτικές της εθνικής ασφαλείας της γείτονος χώρας, που ανάγκασαν τη Σόφια να αντιδράσει λαμβάνοντας μέτρα, τα οποία η προπαγάνδα της Τουρκίας και των υποστηρικτών της παρουσίασε ως προκληθέντα από τον του τότε καθεστώτος. Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος η Τουρκία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι νέες βουλγαρικές αρχές (όταν βρέθηκαν, κατόπιν και δικών μας ενεργειών, υπό αμερικανική επιρροή) συνέχισαν την προσπάθειά τους, συνδυάζοντας την, πλέον με την γενικότερη προσπάθεια μετατροπής της Βουλγαρίας σε δορυφόρο της Τουρκίας και της Αμερικής.

Στην Πόλη, την Ίμβρο και την Τένεδο, η ΄Αγκυρα χρησιμοποίησε, από το 1923 μέχρι σήμερα, ανάλογα με την εκάστοτε συγκυρία, ποικιλία μεθόδων καταπίεσης. Από την προσπάθεια περιορισμού των μη ανταλλάξιμων Ελλήνων, τις οικονομικές διακρίσεις και την πολιτιστική γενοκτονία μέχρι φόνους, όπως εκείνοι των ομογενών κατά τις εξορίες διαρκούντος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κατά τα Σεπτεμβριανά ή κατά τον διωγμό στην Ίμβρο.
Εδώ στη Θράκη, η ΄Αγκυρα χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί τα εξής τακτικά μέσα:


•    Πρώτον, τη συνένωση και τον εκτουρκισμό των μουσουλμανικών μειονοτήτων, περιλαμβανομένων των Πομάκων και των Αθιγγάνων, έτσι ώστε να αποκτήσουν τουρκική εθνική συνείδηση και να θεωρήσουν την Τουρκία τους.
•    Δεύτερον, την αναγνώριση, της μιας αυτής μειονότητας ως .
•    Τρίτον, την της μειονότητας σε (ήδη η ΄Αγκυρα και οι εδώ πράκτορες της μιλούν για ), και χωρίς αμφιβολία, την περαιτέρω τεχνητή προαγωγή, της.
•    Τέταρτη επιδίωξη του τουρκικού κράτους είναι η διατήρηση και ενίσχυση της νομιμοποίησης του να ενδιαφέρεται για τη μειονότητα, παρά τις γενοκτονίες των Αρμενίων, των Ποντίων και των άλλων Ελλήνων της Μικρός Ασίας, παρά τα συνεχιζόμενα εγκλήματα εναντίον των Κυπρίων και των Κούρδων και παρά την ωμή παραβίαση της Σύμβασης της Λωζάνης περί ανταλλαγής πληθυσμών και της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης, που στηρίζονται στην αμοιβαιότητα.


Η Αγκυρα προσπαθεί, επίσης, να δημιουργήσει την εντύπωση, πως οι Μουσουλμάνοι έχουν κάποιου είδους εθνικά δικαιώματα επί τμημάτων της ελληνικής επικράτειας. Στην προσπάθεια αυτή εντάσσεται και η θέση της Τουρκίας, ότι μόνον προς την κατεύθυνση μεγαλύτερου εξισλαμισμού πρέπει να μεταβληθεί η πληθυσμιακή σύνθεση των περιοχών της ελληνικής Θράκης, όπου σήμερα διαμένουν Μουσουλμάνοι. Η Τουρκία επιδιώκει, συγχρόνως, να πυκνώσει και να ενισχύσει την παρουσία των Μουσουλμάνων στις περιοχές όπου ήδη ευρίσκονται, αλλά και να επεκτείνει την παρουσία αυτή, ιδίως εδώ στο νομό Έβρου, ώστε να δημιουργηθεί με την τούρκικη επικράτεια. Φαίνεται ότι, για να επιτύχει αυτά η Τουρκία δαπανά μεγάλα ποσά μέσω του Γενικού Προξενείου Κομοτηνής. Η τουρκική πολιτική αποβλέπει στη δημιουργία δεσμών πολιτικών (δηλαδή αλυτρωτικών), οικονομικών (υπό την κηδεμονία της ΄Αγκυρας), και (συνισταμένων στην από κοινού πρόσληψη της κρατικής τούρκικης προπαγάνδας) μεταξύ δυτικής και ανατολικής Θράκης αλλά και μεταξύ δυτικής Θράκης και νοτίων βουλγαρικών επαρχιών και στην , de facto ενοποίηση όλων αυτών των περιοχών με πολιτικό κέντρο αναφοράς την ΄Αγκυρα και με τοπικό κέντρο αναφοράς (οικονομικό, μορφωτικό, συγκοινωνιακό κ.λ.π.) την Αδριανούπολη. Οι επαφές των γνωστών πρακτόρων της Τουρκίας με ομολόγους τους στην Βουλγαρία είναι ενδεικτικές της τακτικής αυτής. Κεντρικό στοιχείο της οποίας είναι και ο έλεγχος επί των Μουσουλμάνων - στην Ελλάδα, αλλά και στη Βουλγαρία - που θέλει η ΄Αγκυρα να αποκτήσει. Συμπληρωματικά των ανωτέρω - και αναγκαία - συστατικά της τούρκικης τακτικής αποτελούν η απόκτηση σύμμαχων και η εκμετάλλευση του διεθνούς δικαίου.

Υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών δημιουργούνται δεσμοί - θα πρόκειται, στην πραγματικότητα, για σχέση υποτέλειας - μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας. Δεν μου είναι γνωστό τι υπόσχονται οι Αμερικανοί και οι Τούρκοι στους Βουλγάρους, σε σχέση με την ελληνική Θράκη. Είναι, όμως, αξιοπρόσεκτο ότι βουλγαρικοί σωβινιστικοί κύκλοι (τις απόψεις των οποίων διοχετεύουν και βουλγαρικά μέσα δημοσιότητας) ισχυρίζονται ότι ζει, στην Ελλάδα, μεγάλος αριθμός Βουλγάρων. (Αν εννοούν τους Πομάκους, διαφωνούν με την τουρκική προπαγάνδα, που θέλει να είναι Τούρκοι οι Πομάκοι, αυτοί οι απόγονοι των αρχαίων Θρακών). Οι ίδιοι βουλγαρικοί κύκλοι επαναλαμβάνουν την εξωφρενική πρόβλεψη, ότι η Ελλάδα θα επιτεθεί κατά της Βουλγαρίας. Tι σημαίνουν αυτά;

Το γεγονός, πάντως ότι η Τουρκία εξακολουθεί να έχει την υποστήριξη των Αμερικανών ενισχύει τις ελπίδες της, ότι θα μπορέσει να μεταχειρισθεί, για τους επεκτατικούς της σκοπούς, το δίκαιο των μειονοτήτων, όπως αυτό εξελίσσεται, ειδικότερα την προϊούσα ενδυνάμωση της αρχής του αυτοπροσδιορισμού, τις νύξεις της ΔΑΣΕ ότι οι χώρες μέλη της μπορούν, αν θέλουν, να αναγνωρίσουν στα μέλη μειονοτήτων, δικαιώματα εν σχέσει με τις περιοχές στις οποίες διαμένουν, και τις προτροπές να διευκολύνεται η επαφή μελών μειονοτήτων με τη χώρα, με την οποία θεωρούν ότι έχουν δεσμούς.


Και, βέβαια, η Τουρκία εκμεταλλεύεται τα λάθη μας:

Την αποτυχία μας, μέχρι τώρα, να προστατεύσουμε τους ισλαμικού θρησκεύματος Έλληνες πολίτες, ωστε να μη γίνουν οργανα -και, τελικά, θύματα - του τουρκικού ιμπεριαλισμού. Την αποτυχία μας να πλησιάσουμε πραγματικά την καλόπιστη μεγάλη πλειονότητα των μουσουλμάνων και να τους βοηθήσουμε να ενσωματωθούν στην κοινωνία, διατηρώντας και καλλιεργώντας, όσο θέλουν, το μειονοτικά τους χαρακτηριστικά. Τον λανθασμένο τρόπο με τον οποίο ενίοτε αντιδράσαμε στον προβοκατόρικο χαρακτήρα του τουρκικού επεκτατισμού, λαμβάνοντας, στο παρελθόν, ορισμένα περιοριστικά μέτρα ως προς τους Μουσουλμάνους, μέτρα ελάσσονα είναι αλήθεια, αλλά που κατέστησαν μερικούς από αυτούς ευάλωτους στην προπαγάνδα της ΄Αγκυρας και, συγχρόνως, της έδωσαν επιχειρήματα.

Η Τουρκία εκμεταλλεύθηκε και εκμεταλλεύεται, επίσης, την μοιραία πολιτική μας, που συνίσταται στη νομιμοποίησή της ως προς τους ελληνικής ιθαγένειας Μουσουλμάνους και στη (γνήσια ή προσποιητή) εντύπωση της πολιτικής μας ηγεσίας, ότι μπορεί να έλθει μαζί της σε συμφωνία για ζητήματα που τους αφορούν. Στην πολιτική μας αυτή οφείλονται και οι ειδικές ελληνοτουρκικές συμφωνίες (όπως το εκπαιδευτικό πρωτόκολλο του 1978), που συνέβαλαν στον εκτουρκισμό των Μουσουλμάνων και δημιούργησαν διαύλους επιρροής της Τουρκίας. Η ανεπαρκής μέριμνα για την γενικότερη εθνική μας ισχύ (διπλωματική, οικονομική και, ιδίως, στρατιωτική) απετέλεσε καίριο λάθος, που οι αντίπαλοί μας επίσης εκμεταλλεύθηκαν.


ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ


Τι έχει πετύχει η Τουρκία μέχρι σήμερα σε αυτά τα μειονοτικά θέματα:
Στην Ίμβρο και την Τένεδο - στρατηγικής σημασίας νησιά - ο Ελληνισμός έχει σχεδόν εξαλειφθεί. Οι ελάχιστοι ομογενείς που παραμένουν στην Πόλη, χωρίς να συνιστούν ουσιαστική ελληνική παρουσία, είναι, για την ΄Αγκυρα, πολύτιμο πολιτικό αντίβαρο (επειδή, βέβαια, εμείς το επιτρέπουμε να το χρησιμοποιούν σαν τέτοιο). Την εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνουν οι προσπάθειες της Τουρκικής Πρεσβείας στην Αθήνα, να πείσει ομογενείς να επιστρέψουν στην Πόλη. Η ΄Αγκυρα ανησυχεί ότι θα μείνει χωρίς αντίβαρο και χωρίς ομήρους.

Εδώ στη Θράκη, η Τουρκία έχει επιτύχει ανησυχητικά μεγάλο βαθμό ενοποίησης και Τουρκοποίησης των μειονοτήτων. Έχουν διαμορφωθεί πραγματικοί δεσμοί (οικονομικοί, εκπαιδευτικοί και άλλοι) μεταξύ σημαντικού αριθμού Μουσουλμάνων και της Τουρκίας, πράκτορες της οποίας εμφανίζονται ως εκπρόσωποι τους, στο ελληνικό κοινοβούλιο κατά το παρελθόν, αλλά και διεθνώς, προσπαθώντας να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι οι Μουσουλμάνοι καταπιέζονται στην Ελλάδα. Συντονίζονται δε και με την ηγεσία των Μουσουλμάνων στην Βουλγαρία.

Η Αγκυρα οργανώνει τους Μουσουλμάνους στη χώρα μας, ώστε να τους ποδηγετεί, και έχει αποκτήσει μέσα πίεσης εδώ, μέσα στην Ελλάδα. Δεν είναι υπερβολικό να λεχθεί πως έχει φθάσει να ασκεί de facto συγκυριαρχία, μέσω του Γενικού Προξενείου της στην Κομοτηνή, μέσω των πρακτόρων της, μέσω των Μουσουλμάνων που εκβιάζει, αλλά, πιθανότατα, και μέσω αυτών που εξαγοράζει. Αναφέρομαι στις επίμονες φήμες περί μυστικών κονδυλίων που μοιράζει το Γενικό Προξενείο σε Μουσουλμάνους, για σκοπούς όπως οι αγορές επιλεγμένων ακινήτων και οι μυστικές επιχορηγήσεις μουσουλμανικών καταστημάτων. Τα μέσα παρέμβασης συμπληρώνονται από τους δασκάλους (κάποτε και από τους θρησκευτικούς λειτουργούς), από τα σχολικά βιβλία που η ΄Αγκυρα θέλει να στέλνει εδώ, από την προπαγάνδα των τουρκικών μέσων δημοσιότητας.

Η Αγκυρα έχει επιτύχει, επίσης, να προσδώσει στην Αδριανούπολη τις προοπτικές κέντρου της ευρύτερης περιοχής. Σαφής είναι, εξάλλου η εντύπωση πως η Τουρκία έχει εξασφαλίσει την ανοχή, αν όχι και υποστήριξη, των Ηνωμένων Πολιτειών, για την επεκτατική της τακτική.


ΟΙ ΤΟΥΡΚΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ



Πόσο, λοιπόν, κινδυνεύει να καταστεί η Θράκη ; Η απάντηση είναι ότι αυτό έχει ήδη συμβεί αρκετά, αφού εφαρμόζονται ορισμένα από τα τακτικά σχέδια της Τουρκίας, όπως είναι η υπαγωγή των Μουσουλμάνων στον έλεγχό της και η χρησιμοποίησή τους για σκοπούς αντίθετους με τα πραγματικά τους συμφέροντα. Όπως είναι, επίσης, η αυτοπροβολή της Τουρκίας ως των Μουσουλμάνων στην Ελλάδα (αλλά και στην Βουλγαρία) και η αξιοποίηση των δικών μας λαθών, τα οποία αναφέραμε. Με τέτοια μέσα, στα οποία συγκαταλέγονται η εξασφάλιση ισχυρών συμμάχων και η συνεχής αναβάθμιση των τούρκικων ενόπλων δυνάμεων, η Toυρκία ήδη - επαναλαμβάνω - ασκεί στην πράξη, συγκυριαρχία στην ελλαδική Θράκη. Η Αγκυρα συνεχίζει, συγχρόνως, τις προσπάθειες εφαρμογής των υπολοίπων σχεδίων της: Για την αναγνώριση των Μουσουλμάνων ως μιας, ενιαίας, . Για την κατασκευή μιας ενιαίας της μειονότητας αυτής, για την, κατά το δυνατόν, επέκταση της βάσης αυτής μέχρι τα σύνορα, ώστε να δημιουργηθεί εδαφική συνέχεια με την Τουρκία και για την επικράτηση του ισχυρισμού, ότι οι Μουσουλμάνοι έχουν οιονεί εθνικά δικαιώματα επί των εδαφών όπου σήμερα διαμένουν. Για την αναγνώριση ενιαίας ηγεσίας των Μουσουλμάνων, η οποία να ελέγχεται από την ΄Αγκυρα και να αναγνωρίζεται διεθνώς.

Η Τουρκία ελπίζει ότι, με τα μέσα αυτά και με την συμπαράσταση των ισχυρών της συμμάχων, που θα την βοηθήσουν να εκμεταλλευθεί ορισμένες τάσεις του δικαίου των μειονοτήτων, θα καταφέρει, τελικά, να ενσωματώσει τα ελληνικότατα αυτά εδάφη.


ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ



Τί μπορούμε να κάνουμε για να μη συμβεί αυτό; Νομίζω πως η πολιτική, την οποία οφείλουμε να ακολουθήσουμε, είναι απαραίτητο να συνδυάζει δύο στοιχεία: Αφ’ ενός την εξασφάλιση της άσκησης όλων των δικαιωμάτων των Μουσουλμάνων συμπατριωτών μας. Και αφ ετέρου την προστασία μας από τον ιμπεριαλισμό της ΄Αγκυρας, αλλά και την προστασία των Μουσουλμάνων συμπατριωτών μας, ώστε να μη καταστούν θύματα του ιμπεριαλισμού αυτού, όπως η Τουρκοκύπριοι, που αναγκάζονται να εγκαταλείπουν την Κύπρο, υπό την πίεση των εποίκων και των στρατευμάτων κατοχής. Η πολιτική αυτή - η μόνη ορθή - συνεπάγεται, φυσικά, την επίσημη αναγγελία, ότι η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει, πλέον, πως η Τουρκία έχει οποιοδήποτε δικαίωμα να αναμειγνύεται σε θέματα ελληνικής ιθαγένειας Μουσουλμάνων ή να παριστάνει ότι ενδιαφέρεται γι’ αυτούς. Η κατάργηση του τουρκικού Γενικού Προξενείου στην Κομοτηνή, ο τερματισμός εφαρμογής των ελληνοτουρκικών εκπαιδευτικών συμφωνιών και πρωτοκόλλων και, βεβαίως, η αυστηρή πάταξη κάθε πράξης υπονομευτικής της ελληνικής κυριαρχίας -χωρίς, το ξανάλεω - να θίγονται τα δικαιώματα των Μουσουλμάνων - αποτελούν, επίσης, αναγκαίες και επείγουσες ενέργειες.

Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής κάθε άλλο παρά εύκολη θα είναι. Διότι η ΄Αγκυρα χρησιμοποιεί τα μειονοτικά δικαιώματα για να προωθεί τους σκοπούς της. Μια τακτική που θα συνίστατο στην παρεμπόδιση άσκησης των δικαιωμάτων αυτών, έκτος του ότι θα ήταν απαράδεκτη καθ' εαυτή, μόνο τον τουρκικό επεκτατισμό θα εξυπηρετούσε. Τα μειονοτικά, όμως δικαιώματα έχουν όρια, τα οποία πρέπει να καθορίζει το υπέρτερο καθήκον προστασίας των μειονοτήτων, αλλά και της πλειονότητας, από έξωθεν κινδύνους. Η πολιτική αυτή - η μόνη ορθή - προϋποθέτει μία γενικότερη αλλαγή της στάσης του Ελληνισμού απέναντι στην Τουρκία. Διότι πως θα εξηγήσουμε τα αμυντικά μέτρα που θα λάβουμε εδώ, όταν συνεχίζονται οι διακοινοτικές συνομιλίες στην Κύπρο, όταν πραγματοποιούνται συναντήσεις τύπου Νταβός, όταν δεν καταγγέλουμε διεθνώς την ολοκληρωτική και γενοκτόνο ΄Αγκυρα;

Απαραίτητο, τέλος, στοιχείο της νέας πολιτικής είναι η αύξηση της εθνικής μας ισχύος, στρατιωτικής, διπλωματικής και οικονομικής. Και η ακτινοβολία ελληνικού πολιτισμού, από εδώ προς ολόκληρη την περιοχή.